Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Παιδεία - Εκπαίδευση



Ο όρος παιδεία:  πρόκειται για την πνευματική και ηθική αγωγή του ατόμου, το σύνολο των στοιχείων εκείνων (γνώσεις, ερεθίσματα, πληροφορίες) που οδηγούν στην ηθική και πνευματική του ολοκλήρωση.

Τα είδη της παιδείας:

Α) Ανθρωπιστική παιδεία: η παιδεία που στοχεύει στην ηθική ολοκλήρωση του ανθρώπου, στην καλυτέρευσή του ως ανθρώπου και ως προσωπικότητας, στην ανάπτυξη ιδανικών.

Β) Η τεχνική παιδεία: η παιδεία που στοχεύει στη βελτίωση των όρων ζωής του ατόμου, στην ειδίκευσή του και στην προαγωγή του χώρου της παραγωγής.

Είναι σαφές ότι τα δύο αυτά είδη παιδείας αλληλοσυμπληρώνονται αφού η καλυτέρευση του βιοτικού επιπέδου του ατόμου δίνει τη δυνατότητα και για ηθικοπλαστική καλλιέργεια.


Οι παράγοντες που παρέχουν παιδεία

Η παιδεία δεν παρέχεται αποκλειστικά από το σχολικό χώρο, ο οποίος βέβαια έχει ενα εξαιρετικά μεγάλο μερίδιο στη γνωστική , διανοητική και ηθική ανάπτυξη του ατόμου, αφού αποτελεί το προστάδιο της εισόδου στα κοινωνικά δεδομένα.
Μπορεί ακόμα κανείς να αναφέρει:
  • την οικογένεια, ως πρωτογενή φορέα μετάδοσης αρχών και ιδανικών
  • το κοινωνικό περιβάλλον, ως κατεξοχήν χώρο ανταλλαγής απόψεων και αλληλοεπηρεασμού
  • τα Μ.Μ.Ε. , ως βασικό παράγοντα διαμόρφωσης σύγχρονων συνειδήσεων
  • το πολίτευμα, ως σύστημα ενθάρρυνσης ή παρεμπόδισης της ομαλής ανάπτυξης του ατόμου

Η αναγκαιότητα της παιδείας

Η παιδεία θεωρείται ως ένας απαραίτητος όρος της ζωής του ατόμου καθώς ο άνθρωπος έχει έμφυτη την τάση της ανόδου και της προόδου προκειμένου να κάνει τη ζωή του καλύτερη και να πετύχει τους στόχους του. Η παιδεία εξυπηρετεί αυτή την ανάγκη του ατόμου στο βαθμό που διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες, ικανοποιεί τη γνωστική του «περιέργεια» και ενεργοποιεί το δυναμικό του.


Οι στόχοι της παιδείας

  • Ο εφοδιασμός του ατόμου με γνώσεις και μεθόδους σκέψης που θα τον βοηθήσουν να ενεργοποιήσει τις πνευματικές του δυνατότητες, να αναπτύξει την κριτική του ικανότητα και να διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα . Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο άνθρωπος θα πλατύνει τους ορίζοντές του και θα αποδεσμευτεί από κάθε προκατάληψη και δεισιδαιμονία, αποκτώντας μια εσωτερική ελευθερία.
  • Η αυτογνωσία, ο σεβασμός στον εαυτό του και η εσωτερική αναζήτηση, απαραίτητα στοιχεία για την ανάπτυξη του συλλογικού πνεύματος.
  • Η συμμετοχή στα συλλογικά δρώμενα, ο εκκοινωνισμός του ατόμου, η συνειδητοποίηση των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων του μέσα στο κοινωνικό σύνολο, ο σεβασμός του συνανθρώπου, η συνεργασία, η αλληλεγγύη και η ομαλοποίηση των διαπροσωπικών σχέσεων.
  • Η διάδοση των παραδοσιακών αξιών αλλά και γενικότερα του πολιτισμού.
  • Η πολιτική ωριμότητα με στόχο τη διαμόρφωση υπεύθυνων πολιτών που θα δρουν μέσα στα πλαίσια του δημοκρατικού φρονήματος και του ελεύθερου πνεύματος.
  • Το πνεύμα  και η ανάγκη συμφιλίωσης μεταξύ των λαών ώστε να προωθηθεί η ιδέα της ειρηνικής συνύπαρξης των ανθρώπων ανά τον κόσμο.
  • Η δημιουργία ικανών παραγωγικών στελεχών ώστε να επιτευχθεί η οικονομική πρόοδος της κοινωνίας.
  • Η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας ως στοιχεία οικονομικής ανέλιξης της σύγχρονης εποχής.


Το περιεχόμενο της σημερινής παιδείας

Η σύγχρονη εποχή έχει ν’αντιμετωπίσει μια πληθώρα από προβλήματα. Κατά συνέπεια, το περιεχόμενο της παιδείας που πρέπει να παρέχεται στις μέρες μας έχει ανάγκη κάποιων συγκεκριμένων χαρακτηριστικών και κατευθύνσεων. Η καταρράκωση των ηθικών αξιών φέρνει στο προσκήνιο την ανθρωπιστική παιδεία ώστε να μπορέσει ο άνθρωπος να ξαναβρεί την ηθική του υπόσταση. Η στείρα εξειδίκευση δείχνει στο σύγχρονο άνθρωπο το δρόμο προς την πολυπλευρικότητα, ενώ η κοινωνική αναλγησία και η μοναξιά επιβάλλουντην κοινωνική ευαισθησία κιαι την αλληλοβοήθεια.
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, ο σύγχρονος άνθρωπος πρέπει να προσπεράσει όλα τα στοιχεία που αποτελούν τροχοπέδη για την ολοκληρωσή του μέσα από την παιδεία, αφού χωρίς αυτή οδηγείται στην αποτελμάτωση και την αλλοτρίωση.


Ο ΟΡΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Πρόκειται για τη θεσμοθετημένη από την πολιτεία μορφή παιδείας, το σύνολο των μέσων, λειτουργιών και διαδικασιών μέσω του σχολείου με σκοπό την εσωτερική και εξωτερική διαμόρφωση του ατόμου.


Ο ρόλος και η σημασία της εκπαίδευσης

Α) για το άτομο:

  • Αξιοποίηση πνευματικών δυνατοτήτων, παροχή γνώσεων, διεύρυνση πνευματικών οριζόντων.
  • Ηθική καλλιέργεια, εξευγενισμός και «εξανθρωπισμός» του ατόμου.
  • Κοινωνικοποίηση, ομαλοποίηση σχέσεων μεταξύ των ατόμων.
  • Πολιτική συνειδητοποίηση, ενημέρωση γύρω από τις ευθύνες και τα δικαιώματα των πολιτών, πολιτειακές γνώσεις, συμμετοχή στα κοινά.
  • Προετοιμασία για τις επαγγελματικές υποχρεώσεις.
  • Ανάπτυξη πολιτιστικών αξιών και μεταλαμπάδευση των παραδοσιακών στοιχείων, απόκτηση εθνικής συνείδησης.

Β) για την κοινωνία:

  • Διασφάλιση των δημοκρατικών ιδεωδών και υγιής πολιτική ζωή.
  • Πολιτιστική εξέλιξη και πρόοδος με συμμετοχή όλων των ατόμων.
  • Οικονομική ανάπτυξη και ευημερία.



Η σύγχρονη εκπαίδευση ανταποκρίνεται επαρκώς στο ρόλο της;

Είναι σαφές ότι η σύγχρονη εκπαίδευση έχει κάνει θετικά βήματα προς τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών της, αλλά τα προβλήματα που υπάρχουν είναι πολλά και δυσεπίλυτα:
  • Έλλειψη ειλικρινούς διαλόγου μεταξύ καθηγητή και μαθητή
  • Απουσία αντικειμενικής αξιολόγησης των μαθητών με αποτέλεσμα τη βαθμοθηρία και τη μηχανική αποστήθιση γνώσεων
  • Ύπαρξη ανταγωνισμού και αντιπαλότητας ανάμεσα στους μαθητές
  • Η αυταρχική, κάποιες φορές, συμπεριφορά των καθηγητών απέναντι στους μαθητές – αντιπαιδαγωγικοί τρόποι αντιμετώπισης φαινομένων
  • Ελλιπής επιμόρφωση εκπαιδευτικών, απουσία επιστημονικής κατάρτισης τους
  • Αναχρονιστικό περιεχόμενο σχολικών εγχειριδίων και διδακτικής πράξης
  • Ασφυκτικά και απόλυτα εξειδικευμένα προγράμματα
  • Απουσία επαγγελματικού προσανατολισμού
  • Προβληματική λειτουργία σχολείων, έλλειψη υλικοτεχνικής υποδομής.


Οι προϋποθέσεις για μια αποτελεσματική εκπαιδευτική πράξη

  • Επιμόρφωση και επιστημονική στήριξη των εκπαιδευτικών ώστε ν’ανταποκρίνονται στα νέα δεδομένα των επιστημών.
  • Ανάπτυξη δημοκρατικού και ελεύθερου περιβάλλοντος με στόχο την κατανόηση και τη συνεργασία εκπαιδευτικών και μαθητών.
  • Παράλληλη παροχή ανθρωπιστικής και τεχνικής παιδείας.
  • Ανανέωση του περιεχομένου των συγγραμάτων και καθιέρωση του πολλαπλού βιβλίου.
  • Καλλιέργεια κριτικής σκέψης με αντικειμενική αξιολόγηση των μαθητών.
  • Ενίσχυση του ομαδικού πνεύματος στην τάξη και καλλιέργεια δημοκρατικού ήθους.
  • Κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή.
  • Αναβάθμιση του σχολείου σε πολιτιστικό κέντρο όλης της κοινωνικής ομάδας.

Ο ρόλος του εκπαιδευτικού

Το έργο του εκπαιδευτικού είναι πολλαπλό. Σχετίζεται με τη
                                    
·        μετάγγιση αξιών και προτύπων
·        διάπλαση συνειδήσεων
·        παροχή γνώσεων
·        κοινωνικοποίηση

Ο ρόλος του εκπαιδευτικού έχει αυξημένη βαρύτητα στην εποχή μας αφού εμφανίζονται έντονα προβλήματα για τους νέους: έλλειψη προτύπων και ιδανικών, κατολίσθηση αξιών, τεχνοκρατία, κοινωνική παθογένεια. Έτσι, ο δάσκαλος πρέπει να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα και να:

·        ενεργοποιήσει τους νέους ανθρώπους αναπτύσσοντας την κρίση και τον προβληματισμό τους.
·        ν’αντιπαρατάξει υψηλά ιδανικά.
·        να τους βοηθήσει να αντιπαρέλθουν τη μαζικοποίηση και την έλλειψη αυτενέργειας.
·        να τους στρέψει σε πνευματικές ενασχολήσεις.
·        να τους κάνει συνειδητοποιημένους.
·        να τους κάνει ανθρώπους και προσωπικότητες ολοκληρωμένες.


Επιμέρους θέματα

Ο ρόλος της Ανώτατης Εκπαίδευσης

Στη σύγχρονη εποχή, η Ανώτατη Εκπαίδευση θεωρείται ότι δε μπορεί να εκπληρώσει το εκπαιδευτικό της έργο για τους εξής κυρίως λόγους:

  • γιγαντισμός: υπερβολικός αριθμός εισακτέων
  • χαμηλή ποιότητα: οι παρεχόμενες γνώσεις δεν καλύπτουν τις σύγχρονες απαιτήσεις
  • λειτουργία ως χώρος κοινωνικής ανάδειξης παρά επιστημονικής κατάρτισης: σχετίζεται με την άποψη ότι ο κάτοχος πανεπιστημιακού πτυχίου υπερέχει κοινωνικά.


Ο στόχος της Ανώτατης Εκπαίδευσης πρέπει να είναι:

  • η προσφορά παιδείας ανώτατης ποιότητας με επιστημονική κατάρτιση των νέων ώστε να μπορούν να σταθούν τόσο γνωστικά όσο και στο χώρο της παραγωγής.
  • ο ηθικός και ψυχικός εφοδιασμός των νέων ώστε αυτοί να είναι χρήσιμοι και κατάλληλοι για όλο το κοινωνικό σύνολο.
  • κίνητρα για αναζητήσεις και έρευνες από τους νέους επιστήμονες με στόχο την πρόοδο και την καλυτέρευση της κοινωνίας.


Α π ό ψ ε ι ς


«Την πιο μεγάλη δύναμη τη διαθέτει η πιο ελεύθερη ψυχή, η ψυχή με την πιο βαθειά παιδεία...»

Είναι γεγονός  ότι η παιδεία απελευθερώνει τον άνθρωπο και του παρέχει μεγάλη δύναμη για να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της ζωής του. Η παιδεία διευρύνει τους πνευματικούς ορίζοντες του ατόμου και τον αποδεσμεύει από προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες. Τον απομακρύνει από την άγνοια και την πλάνη και τον καθιστά δυνατό απέναντι σε κάθε προσπάθεια εξαπάτησής του. Ο απελευθερωμένος από την αμάθεια άνθρωπος μπορεί και κρίνει, προβληματίζεται, αξιολογεί και ταυτόχρονα έχει το θάρρος να απορρίπτει οτιδήποτε θεωρεί ότι δεν προάγει το σύνολο και το άτομό του. Βρίσκεται σε μια συνεχή εγρήγορση έτσι ώστε να μπορεί ν’αντιμετωπίζει τα παραπλανητικά επιχειρήματα και την προσπάθεια ιδεολογικής χειραγώγησης από την εκάστοτε εξουσία. Όχι μόνο μπορεί να κρίνει τα στοιχεία που εισπράττει αλλά μπορεί και να τα αντικρούσει με αντίλογο που διαμορφώνεται από την πεποίθησή του ότι έχει διαμορφώσει τη σωστή άποψη. Και αυτή η πεποίθηση δημιουργείται από την παιδεία.


« Η παιδεία έχει τη δύναμη να εξανθρωπίζει τον άνθρωπο»


Το έργο της παιδείας είναι σίγουρα εξανθρωπιστικό. Αυτό γίνεται σαφές από τη στιγμή που, μέσω της παιδείας, ο άνθρωπος αποκτά γνώσεις που του καλλιεργούν το μυαλό και τον οδηγούν στην ώριμη σκέψη και στην κριτική. Η παιδεία όμως δεν εφοδιάζει τον άνθρωπο μόνο με μια σειρά από γνώσεις. Του καλλιεργεί παράλληλα και ηθικές αξίες και αρχές ώστε η καλλιέργεια του νου να συνοδεύεται από καλλιέργεια της ψυχής. Ο συνδυασμός των δύο απομακρύνει τον άνθρωπο από τη δυναστεία της αμάθειας και των ενστίκτων. Αυτό τον κάνει να λειτουργεί εξανθρωπιστικά και να θέτει στο κέντρο των δραστηριοτήτων του το συλλογικό πρωταρχικά, αλλά και το ατομικό καλό. Η παιδεία βοηθά τον άνθρωπο, όχι απλά να αποκτήσει γνώσεις και να καλλιεργήσει την ψυχή του, αλλά να στοχεύει στο να γίνει καλύτερος άνθρωπος, να αποκτήσει ιδέες και αισθήματα που θα δικαιολογούν το χαρακτηρισμό του ως άνθρωπο. Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι η τεχνοκρατική παιδεία που παρέχεται στην εποχή μας δεν οδηγεί προς αυτή την κατεύθυνση αλλά αποσκοπεί στη δημιουργία ενός απλού παραγωγικού εργαλείου. Χρειάζεται λοιπόν η παιδεία που θα παρέχεται να είναι ανθρωπιστική, να θέτει δηλαδή στο κέντρο της τη διαμόρφωση του πραγματικού ανθρώπου με αισθήματα και ανθρωπιά.


ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Τα χαρακτηριστικά του μονοπολιτισμικού ελληνικού σχολείου

1. Η επίσημη εκπαίδευση στην Ελλάδα διαπαιδαγωγεί τους μαθητές σύμφωνα με τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη με κύριους φορείς διάδοσης του ελληνικού πολιτισμού την ελληνική γλώσσα, τη χριστιανική ορθόδοξη θρησκεία και την ιστορία.
2. Η πολιτεία αγνοεί εσκεμμένα τις πολιτισμικές διαφορές, υιοθετώντας ένα εκπαιδευτικό σύστημα που στόχο έχει τη μεγαλύτερη δυνατή εθνική και πολιτισμική ομογενοποίηση, καθώς και την αφομοίωση του «διαφορετικού¨.
3. Το σχολείο υιοθετεί το στατικό χαρακτήρα της πολιτιστικής ταυτότητας: αγνοεί τις αλλαγές της ταυτότητας ως μιας διαδικασίας που βρίσκεται συνεχώς σε εξέλιξη και την ανάγκη των «διαφορετικών» ομάδων να επαναπροσδιορίσουν κάποια στοιχεία της πολιτισμικής τους ταυτότητας σε συνάρτηση με τις κοινωνικές απαιτήσεις της χώρας υποδοχής.
4. Το σχολείο χρησιμοποιεί ένα ενιαίο και κεντρικά σχεδιασμένο αναλυτικό πρόγραμμα που τονίζει τη μονοπολιτισμική αντίληψη μέσα από όλα τα γνωστικά αντικείμενα.
5. Το εκπαιδευτικό σύστημα αδυνατεί να αναγνωρίσει την ανάγκη να διδάσκονται άλλες μητρικές γλώσσες στο σχολείο και συνακόλουθα την υποτιμά.
6. Οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν εξοικειωθεί με την έννοια της διαφοράς και της ποικιλομορφίας και στηρίζονται στις δεδομένες αναπαραστάσεις για τη δική τους ταυτότητα, την ταυτότητα των άλλων αλλά και την εκπαιδευτική πρακτική.

Οι στόχοι της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης

1. Επιχειρεί να δώσει έμφαση στην επικοινωνία των πολιτισμών και να αναδείξει τις δυναμικές σχέσεις αλληλεπίδρασης που τους συνδέουν.
2. Στοχεύει στην καταπολέμηση των στερεοτύπων και προκαταλήψεων για τους «διαφορετικούς».
3. Αντιδρά στην αφομοίωση των διαφορών και προτάσσει την αναγνώριση και το σεβασμό των «άλλων» πολιτισμών μέσα στο σχολείο.
4. Δεν περιορίζεται στην πολιτισμική διάσταση της διαφοράς αλλά αναδεικνύει τη σύνθετη φύση των κοινωνικών ιεραρχήσεων και ανισοτήτων και τα πολλαπλά επίπεδα στα οποία αυτές συγκροτούνται.
5. Αφορά το σύνολο της εκπαίδευσης πέρα από εθνικές και άλλες ιδιαιτερότητες των μαθητών. Αυτό σημαίνει ότι αφορά με τον ίδιο τρόπο και τα μέλη της κυρίαρχης ομάδας, αφού η ανάδειξη της πολλαπλότητας, της ετερογένειας και των συγκρούσεων της κυρίαρχης ομάδας μπορεί να οδηγήσει στην κατανόηση του «άλλου».
6. Έχει στόχο να δημιουργήσει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα γίνεται συνεχής διάλογος και διαπραγμάτευση, θα είναι εφικτή η ανάδειξη της πολλαπλότητας και η ισότιμη ένταξη όλων των παιδιών στο σχολικό πλαίσιο.

Λακωνικότητα



Ορισμός: Λακωνικότητα είναι η ιδιότητα του να εκφράζεται κανείς σύντομα και εύστοχα και να είναι βραχυλόγος (λακωνική απάντηση) και λιτός (σύντομες και περιεκτικές εκφράσεις) [κατά το πρότυπο των Λακώνων – Σπαρτιατών στην αρχαία Ελλάδα].

Επιχειρήματα υπέρ του λακωνισμού:
Η ολιγολογία είναι αρετή στις μέρες μας, σε μια εποχή έντασης, ταχύτητας κι έλλειψης χρονικών περιθωρίων.
α) Συντελεί στην αποφυγή του περιττού – πλατειασμού
β) Κάνει οικονομία χρόνου και διευκολύνει το διάλογο
γ) Δίνει περιθώρια διατύπωσης πολλών απόψεων
δ) Συμβάλλει στη διατύπωση σαφών και απλών σκέψεων
ε) Αποτρέπει από κάθε τάση για ωραιολογία και επιτήδευση
στ) Περιορίζει την πλήξη και την ανία του ακροατή
ζ) Προωθεί τον ομιλητή σε ευστοχία και περιεκτικότητα
η) Δεν επιτρέπει την εκτροπή της συζήτησης
θ) Προσφέρει γοργές εναλλαγές πομπού – δέκτη
* Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η λακωνικότητα να μην καταντήσει ασάφεια και κάτι δυσνόητο.

Ø      Η λακωνικότητα είναι κριτήριο ωριμότητας και κριτικής ικανότητας. Απαιτείται σε περιστάσεις όπως:
*κυβερνητικά ή πολεμικά ανακοινωθέντα
*ιατρικές γνωματεύσεις
*προγράμματα των Μ.Μ.Ε.
*δρομολόγια
*λύσεις προβλημάτων
*συμπεράσματα εκθέσεων
Απαιτείται επίσης σε εντολές – οδηγίες σε μικρά παιδιά ή γενικότερα όταν απευθυνόμαστε ως ειδικοί σε κάποιους που ή δεν ξέρουν καλά τη γλώσσα ή είναι αγράμματοι.
Επίσης, όταν δεν απαιτείται η υποβολή αποριών από τους ακροατές ή σε επίσημη επιστολή και στις μικρές αγγελίες.

     Καλό είναι να αποφεύγεται η λακωνική έκφραση:
*στη διδασκαλία
*στη συγγραφή βιβλίων
*στην κατάθεση μάρτυρα
*στην αντίκρουση επιχειρημάτων
*στην επιστημονική έρευνα
*στην περιγραφή λειτουργίας μηχανήματος
*στην απάντηση σε απορία
*στη διασαφήνιση κειμένου
*σε συμβόλαια
*σε νομικά έγγραφα
*σε κανονισμούς


Η ζωή των αρχαίων Σπαρτιατών

Στη Σπάρτη επικρατούσε ένα μιλιταριστικό και αυστηρό σύστημα λόγω των εξεγέρσεων των πολυάριθμων ειλώτων. Οι νέοι μυούνταν στην απόλυτη πειθαρχία κι ασκούνταν συνεχώς (σκληραγωγία, πολεμικές τέχνες, οπλοχρησία). Καθημερινά ζούσαν με δράση, αυστηρότητα, ολιγάρκεια και χωρίς περιττή πολυτέλεια και τρυφηλότητα. Το εμπόριο δεν ανθούσε. Οι μικροί μάθαιναν να σέβονται τους μεγάλους και τους άρχοντες και να εργάζονται για το κοινό καλό. Επιζητούσαν τις εμπειρίες και τιμούσαν ως αρετή τη φιλοπατρία, την ανδρεία και την πειθαρχία αλλά και τη λιτότητα, την απλότητα και την ολιγολογία. Χαρακτηριστική ήταν η έκφραση των Σπαρτιατισσών μανάδων «ή ταν ή επί τας» (εύχονταν στους γιούς τους να έρθουν πεθαμένοι ή νικητές).

Η σχέση λακωνικότητας και ενδοστρέφειας

Ενδοστρέφεια σημαίνει τάση συνεχούς ενδοσκόπησης και φτάνει να γίνει φραγμός στην ανθρώπινη επικοινωνία.
Αντίθετα, η λακωνικότητα είναι στάση ζωής και τρόπος επικοινωνίας που βρίσκεται ανάμεσα στην εξωστρέφεια και την ενδοστρέφεια («κανάλι» χωρίς παρεμβολές παρασίτων μεταξύ πομπού και δέκτη). Εσωστρέφεια είναι ο μονόδρομος προς τα μέσα ενώ αντίθετα λακωνικότητα είναι ο «δρόμος διπλής κατεύθυνσης» προς τα μέσα και τα έξω.


Η ΧΡΗΣΗ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΩΝ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ

Τα αίτια της χρήσης των αρκτικόλεξων

ü      ο γοργός ρυθμός της εποχής μας
ü      η ανάγκη συντόμευσης του λόγου λόγω έλλειψης χρόνου
ü      η πολλαπλότητα των απασχολήσεων μας
ü      η οικονομία χώρου στο γραπτό λόγο
ü      η ξενομανία που προωθεί μοντέλα συντόμευσης λέξεων (Ν.Α.Τ.Ο.- αρχικά / test-Pap – αποκοπή λέξεων).
Στις τηλεπικοινωνίες, στις οικονομικές και νομικές διαδικασίες, στα ιατρικά συνταγολόγια, στη δημοσιογραφία και στην καθημερινότητα τα αρκτικόλεξα επικρατούν: ως αρχικά λέξεων, εξευρωπαϊσμένες  λέξεις, συντόμευση και αποκοπή πολυσύλλαβων λέξεων ως συντομογραφίες.


Οι συνέπειες των αρκτικόλεξων στη γλώσσα

ü      τείνουν να διεθνοποιήσουν τη γλώσσα μας
ü      ανατρέπουν την αίσθηση των ανεκτών καταλήξεων
ü      δημιουργούν καθεστώς ακλισίας (όπως στις ξένες λέξεις)
ü      δυσχεραίνουν την προφορική εκφορά
ü      δημιουργούν αλλόκοτα ακούσματα
ü      αλλοιώνουν αυθεντικές ελληνικές λέξεις
ü      συχνά καθίσταται προβληματική η συνεννόηση
ü      υποβαθμίζεται η ποιότητα του λόγου μας


         Παραδείγματα συντόμευσης του χρόνου στη σύγχρονη εποχή

ü      συντομογραφίες – χρήση αρκτικόλεξων
ü      χρήση μηχανημάτων όπως αυτόματος τηλεφωνητής, χρονοδιακόπτης , προσωπικός ηλεκτρονικός υπολογιστής κ.τ.λ.
ü      διαφημίσεις
ü      περιορισμός ανάπαυσης και ψυχαγωγίας
ü      βιασύνη στις επικοινωνίες και τα Μ.Μ.Ε.
ü      ταχυφαγεία
.................................................................................................................


Τα αποτελέσματα της προσπάθειας εξοικονόμησης χρόνου

ü      ο άνθρωπος διακατέχεται από αγωνίες, εντάσεις και άγχη
ü      η ταχύτητα της καθημερινότητας κάνει τον άνθρωπο να καταπιέζεται από τις υποχρεώσεις και το χρόνο και να νιώθει προδομένος από τις φυσικές του δυνάμεις
ü      απεχθάνεται τους κανονικούς ρυθμούς, αρέσκεται σε γοργές εναλλαγές και δεν εμβαθύνει στα φαινόμενα αλλά τα προσπερνά επιφανειακά
ü      οδηγείται στην επιπολαιότητα, στις επιδερμικές σχέσεις, σε αβαθή συναισθήματα, σε αδυναμία ανακάλυψης των ασήμαντων απολαύσεων της καθημερινότητας.

 
Κείμενο

            Ο τρόπος έκφρασης του ανθρώπου, ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο πραγματώνει και αξιοποιεί τη μια διάσταση του ενδιάθετου λόγου, την ικανότητα ομιλίας, είναι καθοριστικής σημασίας. Αντανακλά όλο τον ψυχοπνευματικό του κόσμο και διανοίγει δρόμους που οδηγούν στα μύχια της συνείδησης. Αναγνωρίζοντας αυτή του την ιδιαίτερη σημασία, οι αρχαίοι Έλληνες τοποθετήθηκαν αξιολογικά σε σχέση μ’ αυτόν με τη φράση «το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν», με την οποία δήλωναν την προτίμησή τους στη λιτή αλλά μεστή έκφραση, που τη θεωρούσαν δείγμα βαθυστόχαστου, συγκροτημένου, ώριμου νου.
            Η πνευματική αυτή αρετή οφείλει το όνομά της στους Λάκωνες. Οι Λάκωνες, γνωστοί στην αρχαιότητα ως πολεμικός λαός, ως λαός της δράσης, ήταν φειδωλοί στην έκφρασή τους. Τούτο ήταν μάλλον στάση ζωής παρά απόρροια στενότητας πνεύματος, διότι οι πράξεις επιτελούν το έργο των λόγων, καθιστούν φανερές τις σκέψεις και τις προθέσεις, και κάτι περισσότερο: αποδεικνύουν την αλήθεια του.
            Η σύντομη και περιεκτική διατύπωση ως συνειδητή επιλογή και εκδήλωση εδράζεται στην απλότητα του χαρακτήρα, στην έλλειψη επιτήδευσης, στόμφου και διάθεσης για αυτοπροβολή από την πλευρά του ομιλητή και επιδιώκεται διότι προσδίδει εγκυρότητα, βαρύτητα στο λόγο, αναδεικνύοντας και τη συγκροτημένη σκέψη του ομιλητή. Η έκφραση των διανοημάτων με βραχύτητα είναι απόληξη μιας απαιτητικής νοητικής διεργασίας, κατά την οποία το άτομο μέσα από ένα πλήθος συλλογισμών – επιχειρημάτων αξιολογεί και ακολούθως επιλέγει και κοινοποιεί τα πιο καίρια και ουσιώδη. Μια τέτοια λειτουργία του νου απαιτείται σε μια εποχή πνευματικής ρηχότητας, άσκεφτη και αστόχαστη. Αλλά και η ματαιοδοξία, η επιδειξιομανία του σύγχρονου καταναλωτικού ανθρώπου μπορούν να εξισορροπηθούν απ’ την απλότητα και την αυτοπειθαρχία που εκφράζει ο λακωνισμός. Αυτά του τα επακόλουθα μπορούν να θωρακίσουν τον άνθρωπο απέναντι στο σημερινό αμοραλισμό και την αμετρία, οδηγώντας τον σ’ ένα ειλικρινή διάλογο με τον εαυτό του και τους άλλους για να κατακτήσει την αυτογνωσία και την ηθική ελευθερία.
            Η λακωνική έκφραση δίκαια, λοιπόν, θεωρείται αρετή και υπερέχει έναντι της φλυαρίας. Είναι εξάλλου «διαφανής» ως προς τους στόχους που υπηρετεί, απευθύνεται στη λογική, την κρίση του δέκτη και τον καλεί σε νηφάλια αξιολόγηση των μηνυμάτων που μεταδίδει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκλείει την προσπάθεια για εντυπωσιασμό, αποπροσανατολισμό, παραπλάνηση, συγκάλυψη της ουσίας μέσα από τη λεξιθηρία και την επιτήδευση, σκοπιμότητες που μπορεί να υποκρύπτει ο σχοινοτενής λόγος, εφόσον συχνά βρίθει εντυπωσιακών σχημάτων πληροφόρησης. Συχνά εκείνοι που ελέγχουν τα ΜΜΕ επιχειρούν να προπαγανδίσουν και να αποπροσανατολίσουν τους δέκτες. Έτσι, ο λακωνισμός προβάλλεται ως επιτακτικό αίτημα για να μην οδηγούνται τα άτομα στην πνευματική σύγχυση ούτε να μετατρέπονται σε φερέφωνα ορισμένων επιτήδειων, αλλά να γνωρίζουν την αλήθεια.
            Είναι αυτονόητο πως όταν η επικοινωνία διεξάγεται μεταξύ ατόμων που εκφράζονται με ένα λόγο γνήσιο, πηγαίο, «διαυγή», καίριο και στοχαστικό, δηλαδή λακωνικό, αποκτά άλλο επίπεδο, άλλο ύφος και άλλη ποιότητα, εξυψώνοντας και τους ίδιους τους συνομιλητές, εφόσον, όπως επισήμανε ο Ε.Π.Παπανούτσος «η  διατύπωση δεν είναι το τυχαίο φόρεμα του στοχασμού ή του οποιουδήποτε ψυχικού περιεχομένου, αλλά η ίδια η σκέψη και το βίωμα ουσιοποιημένα και τελειοποιημένα». Ένας τέτοιος λόγος έχει απήχηση στην ψυχή και φορτίζει το δέκτη, εντυπώνεται, αγκιστρώνεται στο νου  και υποβάλλει σε προσεκτική θεώρηση του μηνύματος. Έτσι ο συνομιλητής δέχεται και αξιοποιεί πολλαπλά ερεθίσματα του μηνύματος, προάγει τη σκέψη του, εμπλέκεται σε μια πνευματική άσκηση επωφελή για το νου και επικοινωνεί ειλικρινέστερα και ουσιωδέστερα με τον πομπό, εφόσον συλλαμβάνει ολόπλευρα και κατανοεί σε βάθος τα μηνύματά του. Σήμερα μάλιστα που η επικοινωνία είναι τυπική, οι επαφές επιδερμικές και η κοινωνία αλώνεται από τον ατομικισμό, αυτή η επικοινωνία ψυχών και πνευμάτων που επιτελείται με τη λακωνική διατύπωση μπορεί να είναι πολύτιμη σαν αντιστάθμισμα.
            Περαιτέρω, στο χώρο του πνεύματος και της πολιτικής μπορούν να επισημανθούν εξίσου ευεργετικές συνέπειες. Συγκεκριμένα, ο λακωνικός πνευματικός άνθρωπος με το σοφό του λόγο έρχεται πιο κοντά στο λαό και γίνεται ταγός του, ο περιεκτικός και ουσιώδης λόγος του καλλιτέχνη επιτρέπει τη διάδοση των διδαγμάτων της τέχνης, ώστε να μην αποκτά αυτή ελιτίστικο χαρακτήρα αποστασιοποιούμενη από το κοινωνικό σώμα, ανάλογα η μεστότητα του επιστημονικού λόγου συντελεί στην ταχύτερη και ουσιαστικότερη συνεννόηση και συνεργασία των μελών της επιστημονικής κοινότητας, μέσω της διατύπωσης εμπεριστατωμένων απόψεων, ενώ ο λακωνικός πολιτικός δεν ενδίδει στο λαϊκισμό και τη δημαγωγία, αλλά αρθρώνει ένα λόγο ειλικρινή και κατανοητό που βοηθάει τον πολίτη να παρακολουθεί τις εξελίξεις, να συμμετέχει στο δημόσιο διάλογο, να παρεμβαίνει ουσιαστικά σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων, με άλλα λόγια να επιτελεί το ρόλο του ως δημοκρατικός πολίτης.  
            Ειδικά για τους Έλληνες ως πρώτους διδάξαντες αυτής της αρετής, η διατήρησή της έχει μεγάλη σημασία, καθώς σημαίνει επαφή με τις ρίζες, σύνδεση με το παρελθόν και τα κληροδοτήματα των προγόνων, διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας σε μια εποχή ξενομανίας και πολιτιστικής διείσδυσης. Αν σε όλα αυτά συνυπολογιστεί το ότι ανέκαθεν, στη γλώσσα και την παράδοση όλων των λαών της γης, οι μεγάλες αλήθειες διατυπώνονται με ολιγόλογες, επιγραμματικές, λιτές και απέριττες φράσεις που έχουν τη μορφή γνωμικών, συνάγεται ότι η αξία της λακωνικότητας είναι παιδευτική. Αυτή διασώζει ό,τι σημαντικό αποθησαύρισε η ζωική εμπειρία και οι φιλοσοφικές αναζητήσεις κάθε λαού. Και διδάσκει την αξία της λιτότητας σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής.

Θέματα προς επεξεργασία
1. Να γίνει περίληψη του κειμένου σε 120 λέξεις.
2. Να δώσετε τη σημασία του όρου λακωνικότητα.
3. Ποια είναι, κατά το συγγραφέα, τα χαρακτηριστικά του λακωνικού λόγου;
4. Ποιες συνέπειες της λακωνικότητας και σε ποιους τομείς καταγράφονται στο κείμενο;
5. Γιατί είναι  σημαντική η διατήρηση αυτής της αρετής για τους Έλληνες;
6. Να καταγράψετε τους λόγους για τους οποίους η χρήση του λακωνικού λόγου έχει, ιδιαίτερα στις μέρες μας, εξαιρετική σημασία.
7. Να δώσετε από ένα συνώνυμο για τις υπογραμμισμένες λέξεις του κειμένου.
8. Με ποια συλλογιστική πορεία αναπτύσσεται η τελευταία παράγραφος του κειμένου;
9. Να επισημάνετε τον τρόπο ανάπτυξης της παραγράφου: «Περαιτέρω … πολίτης».
10. Σε ένα άρθρο στη σχολική σας εφημερίδα να παρουσιάσετε τα θετικά στοιχεία της λακωνικότητας τόσο στον τρόπο έκφρασης όσο και στον τρόπο ζωής του σύγχρονου ανθρώπου (500-600 λέξεις).  

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Προβληματισμοί πάνω σε βασικούς άξονες του "Κρητικού"

Μπορείτε να προβληματιστείτε πάνω στα εξής θέματα:

1. Ο Κρητικός ως σύμβολο του ρομαντικού ήρωα.
2. Η υπόσταση της Φεγγαροντυμένης και του απόκοσμου ήχου. Τα σύμβολα στα πλαίσια της κοσμοθεωρίας του Σολωμού.
3. Η Φύση ως η απόλυτη αρχετυπική εικόνα της ιδέας της ομορφιάς και του αγαθού. Η διττή δράση της σε σχέση με τον αγώνα του ανθρώπου για επιβίωση και πνευματική ολοκλήρωση.
4. Οι θρησκευτικές αντιλήψεις του Σολωμού.
5. Οι ιστορικές αναφορές ως στοιχεία για τη βιοθεωρία του Σολωμού. Το βάθος του προβληματισμού του επί των εθνικών θεμάτων την εποχή που γράφει τον Κρητικό.
6. Οι απόψεις του Σολωμού για τη θέση του ποιητή στον κόσμο.
7. Η άποψη του Σολωμού για τη δυνατότητα του ανθρώπου να ορίσει το "ωραίο".
8. Ο Κρητικός ως δείγμα αποσπασματικού και συγχρόνως ολοκληρωμένου έργου. Προβληματισμός πάνω στην έννοια της αποσπασματικότητας ως γενικότερου χαρακτηριστικού των ρομαντικών.
9. Ο ρομαντισμός ως καλλιτεχνικό ρεύμα και ως στάση ζωής.
10. Η σχέση του έργου με τη δημοτική ποίηση και την κρητική παράδοση.
11. Ο σολωμικός λόγος και η συμβολή του στη διάπλαση της νεοελληνικής γλώσσας.

Απόψεις για τον Κρητικό


Συνολική θεώρηση του «Κρητικού» του Σολωμού

Η Ζωή Μπέλλα σε άρθρο της στη Φιλολογική, τεύχος 94, Ιανουάριος – Μάρτιος 2006, προβαίνει στις παρακάτω παρατηρήσεις:

Οι ρομαντικές επιδράσεις
Στο έργο ανιχνεύονται τα κύρια χαρακτηριστικά των ρομαντικών:
  • Η αξιολόγηση της φαντασίας ως αποκριτικής (μιμητικής) αλλά κυρίως ως δημιουργικής έκφρασης του κόσμου.
  • Οι αποκαλυπτικοί οραματισμοί ως μηχανισμοί εξερεύνησης του υπερφυσικού και σύλληψης αρχετυπικών εμπειριών.
  • Το φαινόμενο της συναισθησίας και η συμπλοκή πραγματικών και φανταστικών επεισοδίων
  • Τα σκηνοθετικά μοτίβα: η φεγγαρόλουστη νύχτα και το απόλυτο φως, που καταργούν τα αυστηρά περιγράμματα, η τρικυμία ως φυσική απειλή και ως ψυχική αναταραχή, οι ιδανικές μορφές και οι απόκοσμοι ήχοι ως εκφράσεις της Ιδέας.
  • Η τάση προς την αποσπασματικότητα ως αναγνώριση: α) της σπερματικής παρουσίας της Ιδέας μέσα στον κόσμο  β) της αδυναμίας να συλλάβει ο άνθρωπος την αρχική Ιδέα στην απόλυτη ενότητα και ολότητά της.
  • Η γοητεία των περασμένων και της παράδοσης.
  • Η λατρεία του απλού και του φυσικού, της ομορφιάς και της ελευθερίας.
  • Η μελωδικότητα της ποιητικής έκφρασης.
  • Οι οπτασίες κυρίως της νεκρής αγαπημένης σε όνειρο ή όραμα.
  • Το μοτίβο της μεταμόρφωσης της ψυχής.
  • Ένας πανθεϊσμός της Φύσης πνευματικότερος από ό,τι στην αρχαία ελληνική μυθολογία: το Πνεύμα, η Ιδέα ενυπάρχει στη φύση: Θεός και Φύση ταυτίζονται, όλα τα όντα μετέχουν στη θεία ουσία.
  • Η Φύση ως Natura Naturans, ως προαιώνια Μεγάλη Μητέρα.
  • Η έλξη των σωμάτων και η λυτρωτική ένωση ανθρώπου – φύσης (κοσμικός έρωτας).
Ωστόσο, μια απόλυτη διάκριση μεταξύ ρομαντισμού και κλασικισμού ίσως δεν είναι δυνατή.


Οι ερμηνείες
Στον Κρητικό παρουσιάζονται οι αναβαθμοί από δυσκολίες που περνάει ο άνθρωπος τόσο στο δρόμο της απλής επιβίωσης όσο και στην πορεία του για πνευματική ολοκλήρωση και σύλληψη ανώτερων ηθικών στόχων. Ο ίδιος ο Σολωμός επισημαίνει ότι πεδίο δοκιμασίας είναι η ζωή
Ο Σολωμός πλάθει έναν ρομαντικό ήρωα, που πρώτο χρέος του είναι η σωτηρία του εαυτού του και της κόρης (ύμνος του ποιητή στην εγκόσμια ζωή και στις αξίες της). Ως απλός άνθρωπος βιώνει χαρές και λύπες του γήινου κόσμου και εξαντλεί την αντίληψη του χρέους και του σκοπού της ζωής του στην επιτέλεση ηθικών στόχων που σχετίζονται με τη ρύθμιση του βίου και την καταξίωση του ανθρώπινου προσώπου του. Γι΄αυτό και διέρχεται μέσα από διάφορες δοκιμασίες: σωματικές και φυσικές. Διαθέτει ισχυρή ηθική βούληση και η ψυχή του κατακλύζεται από ευγενικά και ισχυρά αισθήματα που τον οδηγούν σε μια υπέρβαση των ανθρωπίνων ορίων και σε μια ενορατική σύλληψη ενός υπεραισθητού κόσμου. Η ψυχή του αξιώνεται να αισθανθεί ιδέες μη ορατές και ηθικά ανώτερες από τις γήινες ενσαρκώσεις τους (ύμνος του ποιητή σε μια ανώτερη πνευματική αίσθηση και ζωή). Αλλά και πάλι δεν πρέπει να αφεθεί σε αυτή τη μυστηριακή ψυχική και πνευματική ευδαιμονία (στο όραμα της Φεγγαροντυμένης και στους συμπαντικούς ήχους), η οποία με τη μαγεία της (ηθική δοκιμασία) μπορεί να λειτουργήσει ως παραπλανητικός περισπασμός, ως αντίμαχη δύναμη … Η εμφάνιση της Φεγγαροντυμένης και η ηχώ, ενώ συγκεντρώνουν όλα τα στοιχεία μιας ευεργετικής παρέμβασης, τελικά λειτουργούν αντίστροφα («δόλος θεών» αναφέρει ο Καψωμένος). Αυτή είναι η κύρια ηθική αντιπαράθεση: από τη μια η βούληση και η προσπάθεια του ανθρώπου για επιβίωση και από την άλλη το σαγηνευτικό όραμα μιας ανώτερης τάξης του κόσμου, καθαρά πνευματικής, που απορροφώντας τον τείνει να τον αποσπάσει από τους επίγειους στόχους του….
Ο δυνατός έρωτας απέχει πολύ από από το να είναι απλά ένα συναίσθημα. Είναι μια δύναμη θεϊκή που συνενώνει το ορατό και το αόρατο, την πραγματικότητα και την ψευδαίσθηση…

Η Φεγγαροντυμένη είναι μια γυναικεία μορφή με πνευματική υπόσταση, μια μεταφυσική σύλληψη, το όραμα κόσμων ιδεατών, η εκδήλωση της Ιδέας που εμπεριέχεται σπερματικά στη Φύση. «Είναι η ίδια η άφθαστη και απροσπέλαστη ενότητα ψυχής και φύσεως … συμπυκνώνει τη μοναδικά σολωμική διαλεκτική σύνθεση του ελληνικού αισθητικού ανθρωπισμού, που συλλαμβάνει τη φύση ως χώρο κάλλους και αρμονίας, με τη χριστιανική αντίληψη της ζωής που αντιμετωπίζει το κάλλος ως ηθικό μέγεθος … ενσαρκώνει αξίες κοσμικές που υπερβαίνουν το στενά εννοούμενο ανθρώπινο πεδίο: τη θεϊκότητα της φύσης που συντίθεται από το ιδεώδες του κάλλους και του αγαθού, συνδεδεμένα με το καθολικό ερωτικό πνεύμα που συνέχει το Σύμπαν».
Ο Σολωμός «πραγματοποιεί  μια σύνθεση του ελληνικού και του χριστιανικού ανθρωπισμού…Η θεϊκή υπόσταση της Φεγγαροντυμένης, καθώς ορίζεται μέσα από τη σχέση προς τη Φύση, απηχεί αφενός τα γνωστά παγανιστικά – πανθεϊστικά μοτίβα του ιταλικού κλασικισμού και του γερμανικού ρομαντισμού, αφετέρου την ομόλογη λαϊκή αντίληψη για τα φυσικά δαιμόνια, που εκφράζουν τη μυστηριακή διάσταση της φύσης»
Ο γλυκύτατος ήχος συνοψίζει σε ένα σύμβολο μουσικό και μυστηριακό τον παναρμόνιο ρυθμό της φύσης. Στις καταστάσεις πρωταρχικής εμπειρίας, όπως είναι αυτή που βιώνει ο ήρωας, η φύση αποκαλύπτει αρμονίες οπτικές και ακουστικές πρωτόγνωρες, που όμοιες δε συναντά ο άνθρωπος στον επίγειο κόσμο. Γι’ αυτό και συνιστά μια μεγάλη δοκιμασία…
Στον Κρητικό ο Σολωμός «επιχειρεί έναν συνδυασμό του δραματικού, αφηγηματικού και λυρικού τρόπου: το ποίημα παρουσιάζεται ως δραματικός μονόλογος του ποιητικού προσώπου, το οποίο μας αφηγείται λυρικά την τελευταία και καίρια δοκιμασία της ζωής του…». Επιπλέον, ως προς το περιεχόμενο είναι ένα ποίημα φιλοσοφικό, το οποίο έχει πίσω του τις ιδέες του Hegel και του Schiller, και ως προς τον τρόπο εκφοράς συμβολικό.

Ο ρομαντικός Σολωμός


Ο ρομαντισμός του Σολωμού και οι Ευρωπαίοι Ρομαντικοί

1. Ο Σολωμός ήταν ποιητής του πάθους. Το πάθος του ήταν για το υψηλό, το αιώνιο, το πνευματικό, το ιδανικό. Δεν έγραψε το είδος της προσωπικής, εξομολογητικής ποίησης, ούτε αφέθηκε σε γαλήνιες αναπολήσεις και ρεμβασμούς, όπως συνέβαινε με τους Ευρωπαίους ρομαντικούς. Δεν εκφράζει στην ποίησή του την προσωπική του θλίψη και μελαγχολία.


2. Η διπλή μορφή της φιλοσοφίας του Σολωμού σχετίζεται με τις δύο διαφορετικές όψεις που παρουσιάζεται στο πνεύμα η φύση. Άλλοτε προέχει ο βαθύς διχασμός και ο αγώνας που υπάρχει ανάμεσα στο φυσικό και τον ηθικό νόμο και άλλοτε η φιλοσοφία του γίνεται πανθεϊστική και η φύση παρουσιάζεται στην ενότητά της να ταυτίζεται με τις πνευματικές και μυστικές πηγές. Οι εικόνες που μετουσιώνουν αυτή τη φιλοσοφία φανερώνουν αφενός μια πιο κομψή και ευγενική διάθεση και ένα ηθικό πάθος πιο έντονο από των ευρωπαίων ρομαντικών, αφετέρου μια μουσικότητα που επιτυγχάνεται μέσα από τις στιχουργικές και γλωσσικές επιλογές του.


3. Στόχος του Σολωμού είναι ο μετασχηματισμός, όχι της πραγματικής σε ιδεατή (όπως συνήθιζε ο ρομαντισμός) αλλά της ιδεατής σε υπαρκτή πραγματικότητα (πρωτεύουσα θέση έχουν τα φανταστικά επεισόδια, χωρίς βέβαια να ακυρώνεται η περιπέτεια του ναυαγού και της μνηστής του).

Δ. Σολωμού: "Κρητκός"


ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ: «Κρητικός»

Γενικά στοιχεία
Ο «Κρητικός» είναι αφηγηματικό ποίημα του Διονυσίου Σολωμού και γράφτηκε την περίοδο 1833-34. Είναι το πρώτο από τα μεγάλα έργα της ώριμης περιόδου του.
            Το ποίημα πραγματεύεται την περιπέτεια ενός ναυαγού από την Κρήτη, απ’ όπου έχει αναγκαστεί να φύγει ύστερα από τις διώξεις των Τούρκων το 1824. Στην πορεία όμως το πλοίο βυθίζεται και ο Κρητικός βρίσκεται στη θάλασσα προσπαθώντας να σώσει την αγαπημένη του από τα άγρια κύματα. Από εκείνο το σημείο ξεκινάει η αφήγηση.
            Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από του αγώνες των Κρητικών για ανεξαρτησία κατά την περίοδο 1821-1824, τις κακουχίες των προσφύγων καθώς και από την απώτερη καταγωγή του ίδιου, αφού η οικογένειά του είχε καταφύγει στη Ζάκυνθο το 1669 προκειμένου να γλυτώσει από τις διώξεις των Τούρκων. Το ποίημα είναι ένας δραματικός μονόλογος με λυρικά και αφηγηματικά στοιχεία και έχει δεχθεί έντονες επιρροές από την επτανησιακή σχολή και τα δημοτικά τραγούδια.
            Πρώτη φορά το ποιητικό αυτό έργο εκδόθηκε από τον Ιάκωβο Πολυλά. Η αρίθμηση των ενοτήτων ξεκινά από τον αριθμό 18, γεγονός που προβληματίζει τους μελετητές του έργου για το αν είναι αποσπασματικό ή όχι. Σύμφωνα με τον Πολυλά το έργο είναι αποσπασματικό, ενώ ο Λίνος Πολίτης το θεωρεί «απόλυτα ολοκληρωμένο, με εσωτερική ενότητα και συνοχή». Η άποψη ότι το ποίημα αποτελεί ένα ολοκληρωμένο αυτοτελές επεισόδιο ενός μεγάλου επικολυρικού ποιήματος που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ φαίνεται να βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Ανάλυση του κειμένου
1η αφηγηματική ενότητα: αποσπάσματα 1 [18] και 2 [19]
Ο Κρητικός, το κεντρικό πρόσωπο του ποιήματος, μετά από ένα ναυάγιο, βρίσκεται μεσοπέλαγα και παλεύει με τα κύματα για να σώσει τον εαυτό του και την αγαπημένη του. Είναι νύχτα και το μόνο φως που βοηθά τον ήρωα να δει το ακρογιάλι, όπου θέλει να φτάσει, είναι το φως από τις αστραπές. Ξαφνικά, (2 [19]) ο επεισοδιακός χρόνος διακόπτεται. Ο Κρητικός μεταφέρεται σε ένα χώρο άχρονο. Ένας υπαινιγμός στο θάνατο της αρραβωνιαστικιάς του τον έκανε να φανταστεί ότι ενώνεται ξανά μαζί της την ώρα της Έσχατης Κρίσης, μοτίβο που το συναντάμε και σε άλλα ποιήματα του Σολωμού. Η πρώτη αφηγηματική ενότητα έχει τίτλο: «Η πάλη του Κρητικού με τα κύματα και το όραμα της Έσχατης Κρίσης».

1 [18]
→ Οι δύο αρχικές αράδες με αποσιωπητικά που εμφανίζονται στην έκδοση του Πολυλά δηλώνουν την ύπαρξη δυο προβληματικών στίχων:
«Δεν έπλεε το’να χέρι πλια και τα’άλλο μ’αποσταίνει
[και (:) τη γλυκιά την κορασιά *** δεν βασταίνει».

→ Στην αρχή της πρώτης ενότητας θα έπρεπε να υπάρχει ρητή αναφορά στο ναυάγιο. Αντίθετα, η αφήγηση ξεκινά από τη μέση, από τη στιγμή που ο ήρωας – αφηγητής βρίσκεται μεσοπέλαγα (τεχνική του in media res= στη μέση του πράγματος). Παράλληλα, στην αρχή του ποιήματος χρησιμοποιείται και η τεχνική ex abrupto ( απότομα, χωρίς εισαγωγή) καθώς ο Κρητικός και η αγαπημένη του βρίσκονται στο πέλαγος και παλεύουν με τα κύματα. Δεν δίνονται εξηγήσεις για το ποιοι ήταν και πως βρέθηκαν εκεί – όλες οι πληροφορίες δίνονται σε διάφορα σημεία της σύνθεσης και μέσα από αναδρομικές αφηγήσεις. Το ναυάγιο ο αναγνώστης το υποθέτει. Η απουσία του θέματος του ναυαγίου θα μπορούσε να αποτελέσει επιχείρημα ότι το ποίημα είναι αποσπασματικό. Όμως, σύμφωνα με τον Σ. Ροζάνη, το ναυάγιο δε συνέβη στην πραγματικότητα αλλά είναι ένα γεγονός της ψυχής του Κρητικού και συνεπώς δεν χρειαζόταν η αναφορά σε αυτό. «Η μάνητα των φυσικών δυνάμεων δεν ξεσπά παρά μονάχα στην ψυχή του ήρωος». Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το ποίημα δεν είναι αποσπασματικό.
«Εκοίταα, κι ήτανε ακόμη τ’ακρογιάλι»: στο στίχο υπάρχουν οκτώ άλφα. Το άλφα είναι το μακρύτερο σε διάρκεια φωνήεν της ελληνικής γλώσσας. Έτσι, τα οκτώ α ορίζουν τη μακρά απόσταση που έχει να διανύσει ο ήρωας προκειμένου να φτάσει στο ακρογιάλι. Στην αρχή του στίχου, υπάρχει μια πύκνωση διάρκειας και στη μέση μια αραίωση που κάνει μεγαλύτερη τη διάρκεια. 
* εκοίταα: υπάρχει συνίζηση των δύο α

* μακριά ακόμη: χασμωδία. Κανονικά, μεταξύ του «μακριά» και του «ακόμη» έπρεπε να υπάρχει τομή του δεκαπεντασύλλαβου στίχου. Όμως η λογική τομή του στίχου είναι μετά το «Εκοίταα». Έτσι, ο ποιητής χώρισε το στίχο σε δύο  άνισα ημιστίχια. Στο μεν πρώτο έβαλε το υποκείμενο που παρατηρεί, στο δε δεύτερο έβαλε το αποτέλεσμα της παρατήρησης. Η τομή αυτή βαθαίνει ακόμα πιο πολύ την απόσταση ανάμεσα στον ήρωα και το ακρογιάλι. Έτσι η εμπειρική εικόνα χώρου έγινε ποιητική, ηχητική εικόνα η οποία υπέβαλε την αίσθηση της απόστασης.

*τ’ακρογιάλι: μουσική συγκοπή → συντόμευση του στίχου → δημιουργείται η ψευδαίσθηση του πλησιάσματος.
Ο στίχος δίνει την εντύπωση ότι ο ήρωας κολυμπώντας αισθάνεται μάταιη την προσπάθειά του, αλλά παράλληλα συντηρεί και την ελπίδα της σωτηρίας του.

«Αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι!»:  Ο Κρητικός κάνει μια επίκληση στο αστροπελέκι να ξαναφέξει για να μπορέσει να διακρίνει το γύρω χώρο του μέσα στο σκοτάδι. Έτσι, βλέπουμε ότι ο Σολωμός κάνει χρήση της προσωποποίησης των φυσικών φαινομένων και της επίκλησης σε αυτά. Παρατηρούμε ότι το αποκαλεί «Αστροπελέκι μου καλό». Το αστροπελέκι από τη φύση του είναι ένα άσχημο φυσικό φαινόμενο που φέρνει καταστροφή και έτσι είναι παράδοξο να το αποκαλεί «καλό». Για το ναυαγισμένο όμως ήρωα, το αστροπελέκι στη δεδομένη στιγμή είναι καλό, αφού αποτελεί πηγή φωτός γι’αυτόν.

«Τρία αστροπελέκια … κι αν είχαν»:  στους στίχους αυτούς δημιουργείται η αίσθηση του υψηλού δέους. Τα στοιχεία της φύσης αποδεικνύονται πιο ισχυρά από τον άνθρωπο, ακόμα και από το πιο δυνατό ανθρώπινο σώμα , που πολεμούσε για χρόνια.
*Τρία αστροπελέκια: ο νόμος των τριών. Επιρροή από τα δημοτικά τραγούδια.

*πέλαγα, ακρογιαλιές, βουνά: οι πληθυντικοί δηλώνουν την απεραντοσύνη της πλάσης.

* αντήχαν – αν είχαν: σχεδόν πλήρης φωνητική ταυτότητα των λέξεων που μιμείται την ηχώ που περιγράφει ο Κρητικός.

2 [19]
«Πιστέψετε … αλήθεια»: ο αφηγητής πρόκειται να περιγράψει στη συνέχεια ένα θεϊκό κόσμο. Φοβάται μήπως ο ακροατής δεν πιστέψει ότι δοκίμασε αληθινά όλες αυτές τις μεταφυσικές εμπειρίες που πρόκειται να περιγράψει. Με μια αποστροφή που κάνει προς το υποτιθέμενο ακροατήριό του, δηλώνει ότι αυτός ο κόσμος δεν είναι δημιούργημα της φαντασίας του αλλά πραγματικότητα (έκκληση εμπίστευσης).

«Μα τές πολλές λαβωματιές … απαρατώντας»: Ο Κρητικός δίνει όρκο και παρατηρούμε ότι δεν ορκίζεται στα συνηθισμένα από την παράδοση ιερά, αλλά σε πραγματικά περιστατικά της ζωής του.
* Μα τές πολλές λαβωματιές … πολεμώντας: ο αφηγητής κάνει έναν υπαινιγμό στο παρελθόν του (αναδρομές – αναλήψεις)

* Μά την ψυχή … απαρατώντας: προοικονομία του θανάτου της αρραβωνιαστικιάς του. Με τη σκέψη αυτή έρχεται στο νου του αφηγητή η μελλοντική κρίση και η ανάσταση που περιγράφεται στους αμέσως επόμενους στίχους.

«Λάλησε, Σάλπιγγα! Κι εγώ το σάβανο τινάζω»: η ιστορία σταματά και ο Κρητικός οραματίζεται την ώρα που θα ξαναδεί την αγαπημένη του. Η ώρα αυτή δεν είναι άλλη, παρά η ώρα της Έσχατης Κρίσης. Έτσι, φωνάζει να λαλήσει η σάλπιγγα της Δευτέρας Παρουσίας. Πρόκειται για μια αναχρονία που συνεχίζεται μέχρι το τέλος της δεύτερης στροφής. Η Έσχατη Κρίση αντιστοιχεί εξ’ ορισμού σε μια δοκιμασία και μάλιστα την τελική δοκιμασία. Είναι μια δοκιμασία δικαίωσης, κατά την οποία όλοι θα κριθούν για να δικαιωθούν ή να καταδικαστούν στην αιωνιότητα. Βέβαια, δεν ολοκληρώνεται ένα πλήρες σχήμα δοκιμασίας, γιατί εδώ γίνεται αναφορά στην προσδοκία της δοκιμασίας και όχι στην ώρα της Έσχατης Κρίσης καθαυτή. Ο Κρητικός προσδοκά τη συνάντηση με τη νεκρή αγαπημένη του, τότε που από κοινού θα αντιμετωπίσουν τη δοκιμασία αυτή («Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ και θα κριθώ μ’αυτήνη»). Ο Κρητικός οπτασιάζεται τη Δευτέρα Παρουσία. Μέχρι εκεί φτάνει ο βαθύς έρωτάς του για την αγαπημένη του. Δρασκελάει μεμιάς την αιωνιότητα και ζει ως άμεσο παρόν την ανάσταση των νεκρών. Σε αυτά συνηγορεί και το γεγονός ότι δε γίνεται καμία αναφορά στη σχέση Κριτή – κρινόμενου.
Η Σάλπιγγα μνημονεύεται στην Παλαιά Διαθήκη (Ιώβ ΛΘ΄24, Ζαχαρίας Θ΄14) και στις επιστολές του Παύλου. Στο Σολωμό τη βρίσκουμε στον «Λάμπρο» και στη «Γυναίκα της Ζάκυθος». Επιπλέον, ο αφηγητής κάνει αναφορά στην πράξη του σαβανώματος, που ως και σήμερα δεν έπαψε να τελείται στη Ζάκυνθο. Το σάβανο το σκίζουν από την κορυφή ως τη μέση, για να μπορεί ο νεκρός να βγει εύκολα από αυτό κατά τη Δευτέρα Παρουσία.

«Και σχίζω δρόμο … κράζω»: αναφέρεται στις σκιές των εγερθέντων νεκρών.

«Μην είδετε την ομορφιά … - Ψηλά την είδαμε…»: ερώτηση – απάντηση κατά το πρότυπο των δημοτικών τραγουδιών (σχήμα υποφοράς – ανθυποφοράς). Ο R. Beaton αναφέρει ότι η όμορφη γυναίκα που αναζητά ο Κρητικός μπορεί να είναι είτε η νεκρή αγαπημένη του είτε η γυναίκα της οπτασίας είτε και οι δύο. Έτσι, το ποίημα από την αρχή μας προετοιμάζει για το θάνατο της αρραβωνιαστικιάς στο τέλος του ποιήματος.
«Η φιλοσοφία του Σολωμού έχει διπλή μορφή, σύμφωνα με τις δύο διαφορετικές όψεις, που παρουσιάζεται στο πνεύμα η φύση. Άλλοτε προέχει στο πνεύμα του ο βαθύς διχασμός κι ο αγώνας που υπάρχει ανάμεσα στο φυσικό και τον ηθικό κόσμο. Άλλοτε, όμως, ο σπιριτουαλισμός του Σολωμού αγκαλιάζει ολόκληρη τη φύση και τη βλέπει στην ενότητά της, να ταυτίζεται με τις πνευματικές ουσίες. Η φιλοσοφία του τότε γίνεται πανθεϊστική, η φύση παρουσιάζεται στην πιο πνευματική της παράσταση, όλη παρθενιά και έκσταση, από μυστικές πηγές αναβρύζει αρμονία, πνεύμα απαντά στο πνεύμα και οι φυσικές μορφές μεταμορφώνονται θαυμαστά, μυστικός έρωτας διαπνέει τα πάντα. Η ίδια διάθεση χαρακτηρίζει και τις ερωτικές εικόνες του, το ίδιο ηθικό πάθος. Αυτές οι παραδοσιακές εικόνες των στίχων 7-14 δείχνουν και τον τρόπο που αφομοιώνει την επίδραση από την ποίηση του Ντάντε. Μα η διάθεση αυτή στο Σολωμό είναι περισσότερο αβρή και με πιο περίπαθους μουσικούς τόνους, ωστόσο παρουσιάζεται με τόση ένταση και ευτυχισμένο πλούτο στη μεγάλη του ποίηση που μπορεί κανείς να πει πως είναι η ουσία της ιδιοσυγκρασίας του» (Μάρκος Αυγέρης).
* την Κοιλάδα: αναφορά στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ. Είναι πραγματικό τοπωνύμιο και πρόκειται για περιοχή ανατολικά της Ιερουσαλήμ που ταυτίζεται στις δοξασίες Ιουδαίων, Χριστιανών και Μωαμεθανών με το θέατρο της Έσχατης Κρίσης.

* ό,τι σας μοιάζει: οι άλλοι νεκραναστημένοι ή οι άγγελοι.

* καπνός δε μένει από τη γη: όπως στην Αποκάλυψη ΙΘ΄3 για τη Βαβυλώνα, ο καπνός της οποίας ανεβαίνει στους αιώνας των αιώνων.

* νιός ουρανός εγίνη: επιρροή από την Αποκάλυψη του Ιωάννη ΚΑ΄1: «και είδον ουρανόν καινόν».

«Ψηλά την είδαμε … Όμως κοιτάζει εδώ κι εκεί και κάποιονε γυρεύει»: Η απάντηση των νεκραναστημένων είναι ακριβής. Χρησιμοποιούν συγκεκριμένους χρονικούς και τοπικούς προσδιορισμούς (ψηλά, πρωί). Επιπλέον, χρησιμοποιούνται λέξεις για το παραδείσιο τοπίο, που ταιριάζουν σε ένα φυσικό τοπίο  (λουλούδια, θύρα, τραγούδια). Έτσι, το παραδείσιο τοπίο παίρνει μορφή κοσμικού. Κατά αυτόν τον τρόπο, ο Σολωμός προσπαθεί να δείξει ότι ο ιδεατός – πνευματικός κόσμος δεν είναι ανεξάρτητος από το φυσικό. Η γλώσσα της περιγραφής του παραδείσιου τοπίου θυμίζει ταυτόχρονα δημοτικό τραγούδι και την Παλαιά Διαθήκη.
* λουλούδια: πρόκειται για τα «λουλούδια της παρθενίας», επαναλαμβανόμενο μοτίβο στην ποίηση του Σολωμού («Φαρμακωμένη στον Άδη, στρ. 8).

* Στη θύρα της Παράδεισος: συναντάται και στην Ερωφίλη, Πρ 5, σκ 4, στιχ 503, στα δημοτικά τραγούδια και στο Σολωμό στο «Εις το Θάνατο Αιμιλίας Ροδόσταμο» 2, στιχ. 1. Πρόκειται για εικονοποιία κυρίως δυτικότροπη.

* Κι έδειχνεν ανυπομονιά … κορμί της: η αναστημένη κόρη αναζητεί κορμί σε μια νέα ενσάρκωση. Γίνεται αναφορά στην εν σαρκί ανάσταση νεκρών που πιστεύει η Ορθόδοξη Εκκλησία (Ιώβ ΙΘ΄26).

* Το κάψιμο …αναμμένος: το μοτίβο της καταστροφικής και καθαρτήριας φωτιάς είναι διάσπαρτο στη χριστιανική φιλολογία (Κατά Ματθαίον Ε΄22) και στις παραδόσεις του λαού μας.


2η αφηγηματική ενότητα: αποσπάσματα 3 [20] και 4 [21].
Στη δεύτερη ενότητα έχουμε επιστροφή στον επεισοδιακό χρόνο, τη στιγμή που ο Κρητικός παλεύει με τα κύματα. Ξαφνικά η τρικυμία παύει και η φύση γαληνεύει. Ο χώρος παίρνει την ανάλογη μορφή για να συμβεί ένα σημαντικό γεγονός. Τότε, εμφανίζεται στον Κρητικό η φεγγαροντυμένη.
Η ενότητα μπορεί να πάρει τον τίτλο: «Η εμφάνιση της φεγγαροντυμένης στον Κρητικό».

3 [20]
«Ακόμη εβάστουνε η βροντή»: επιστροφή στον επεισοδιακό χρόνο.

«σαν το χοχλό που βράζει»: η παρομοίωση έχει ως πηγή τον Ερωτόκριτο (Γ΄, στ. 363) και απαντά επίσης στη Γυναίκα της Ζάκυθος (Κεφ 5, 12) και στους Ελεύθερους Πολιορκημένους (Σχεδ. Α΄1 και Β΄4) του Σολωμού. Με την παρομοίωση υποβάλλεται η αγριάδα της θάλασσας.

«Ησύχασε … άστρα»: ξαφνική αλλαγή του καιρού (τεχνική του απροσδόκητου)
Ο Σολωμός αναπτύσσει το αρχαίο μοτίβο της σιγής του κόσμου πριν από τη θεία επιφάνεια, που στη συνέχεια επιδρά με τρόπο θαυματουργικό σε ολόκληρη τη φύση μεταμορφώνοντας και αγιάζοντας τα πάντα.
* Σαν περιβόλι: με τη δεύτερη παρομοίωση της θάλασσας υποβάλλεται η απέραντη γαλήνη της.
Τον αφηγητή τον ενδιαφέρει να δηλώσει την αλλαγή των συνθηκών που προετοιμάζει το έδαφος για να συμβεί κάποιο σημαντικό γεγονός. Η αλλαγή αυτή δεν συμβαίνει μόνο στο φυσικό περιβάλλον, αλλά και στην ψυχή του ήρωα. Αυτό το σημαντικό γεγονός δεν είναι άλλο από το όραμα της φεγγαροντυμένης.

«Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση»: πρόκειται για μυστική και απόκρυφη δραστηριότητα που απαντά με θετικό περιεχόμενο στους Ελεύθερους Πολιορκημένους (Σχεδ. Γ΄1, στ. 1-2).
Οι φάσεις της μυστικής εμβίωσης του κόσμου είναι:
α. είσοδος και διάχυση του μυστηρίου
β. προσέγγιση και επικάθιση του κάλλους
γ. μυστική αγωνία επερχόμενης αλλαγής
δ. κατάληψη του χώρου και της ψυχής του ανθρώπου
ε. αποκάλυψη της νέας μορφής πάνω στα όντα
στ. γαλήνη, κύρια φάση της μυστικής ένωσης
ζ. απώλεια του αισθητού κόσμου, εσωτερίκευση της όρασης
η. επιστροφή του ανθρώπου πάλι στον εαυτό του.

«Κάθε ομορφιά …ν’αφήσει»: η ομορφιά παραπέμπει στην αισθητική τελειότητα και η απουσία θυμού στο συναισθηματικό κόσμο.

«Ούτε όσο κάνει … περνώντας»: η ακινησία και η γαλήνη της φύσης απαντά και στο θέμα του «Πειρασμού» (Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδ. Β΄2 και Γ΄6).

«Όμως κοντά … εχάρη»: η κόρη αγκάλιασε χαρούμενη τον Κρητικό και στη συνέχεια λιποθύμησε ή ξεψύχησε.

«Εσειότουν … φεγγαροντυμένη»: είναι η περιγραφή της εμφάνισης της φεγγαροντυμένης. Ο Κρητικός έχει την εντύπωση ότι πρόκειται για κάτι που ξετυλίγεται και βγαίνει μέσα από το φεγγάρι.
* λαγαρό φεγγάρι: επιρροή από τον Ερωτόκριτο (Β΄, στ. 309). Το «λαγαρό σημαίνει διαυγές, καθαρό, φωτεινό.

* βρέθηκε μια φεγγαροντυμένη: δίνεται η εντύπωση ότι ήδη υπήρχαν πολλά τέτοια θηλυκά όντα.
Στην Αποκάλυψη ΙΒ΄1 αναφέρεται: «Και σημείον μέγα ώφθη εν τω ουρανώ, γυνή περιβεβλημένη τον ήλιον, και η σελήνη υποκάτω των ποδών  αυτής, και επί της κεφαλής αυτής στέφανος αστέρων δώδεκα». Για τη φιγούρα της φεγγαροντυμένης στον Κρητικό έχουν κατατεθεί πολλές ερμηνείες: ομορφιά της ζωής και της φύσης, Αφροδίτη, Ελευθερία – Ελλάδα, Νεράιδα, η πλατωνική Ιδέα, η Παναγία, ο θείος έρωτας , η θεία πρόνοια, το αποκαλυπτικό ύψιστο αλλά και το πνεύμα της γης, η ψυχή της αρραβωνιαστικιάς. Το ερώτημα είναι κατά πόσο ταυτίζεται ή όχι με τη φεγγαροντυμένη του «Πειρασμού». Η πρώτη εμφάνιση του θέματος με αυτοτέλεια απαντά στον Λάμπρο (απ. 32).

«Έτρεμε το δροσάτο φως … μαλλιά της»: η περιγραφή της φεγγαροντυμένης.
* δροσάτο φως : αποδίδει τις ανταύγειες του φεγγαρόφωτου στη μορφή της μυστηριακής γυναίκας. Έχουμε σχήμα συναισθησίας: συμφύρονται δύο διαφορετικές αισθήσεις. Ο Σολωμός κάνει συχνά χρήση τριών εικόνων: φως, δροσιά, τρέμει. Αυτά τα τρία στοιχεία σχηματίζουν το κατάλληλο κλίμα για τη θεϊκή θωριά της γυναικείας μορφής. Το σημαντικότερο στοιχείο είναι το φως. Αυτό χύνεται στο τοπίο, ανακατώνεται με τα στοιχεία της φύσης και τέλος σωματώνεται μέσα στη φεγγαροντυμένη. Έχουμε επίσης και σχήμα οξύμωρο, καθώς δεν είναι δυνατόν το φως, που είναι πηγή θερμότητας, να είναι ταυτόχρονα και δροσάτο.

* ολόμαυρα, χρυσά: πρόκειται για δύο αντίθετα χρώματα, τα οποία συνηθίζει ο Σολωμός να αντιπαραθέτει για να δημιουργήσει την αίσθηση του θαυμαστού.

4 [21]
«Εκοίταξε τ’αστέρια … λαμπυρίζει»: υπάρχει μια ανιούσα κλιμάκωση της φωτοχυσίας με τη χρήση πολυσύνδετου σχήματος.
* και την αχτινοβόλησαν … εσκέπασαν: το φως δεν σκεπάζει τη φεγγαροντυμένη, αλλά αντίθετα την αναδεικνύει.

* Κι από το πέλαο … σουφρώνει: η επίδραση της φεγγαροντυμένης στο χώρο. Η επιφάνεια του νερού δεν υποχωρούσε στο βήμα της.

* κι ανεί … ταπεινοσύνη: επιρροή από τον Ερωτόκριτο Β, στ. 2044.

* πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη:  το αρχαίο ελληνικό πρότυπο του καλού καγαθού με τη χριστιανική σημασία των όρων.

* Τότε από φως … πλημμυρίζει: παράσταση ανάλογη με αυτή που απαντά στη δημώδη παράδοσή μας και δηλώνει το αδιανόητο καθ’ υπερβολή (π.χ. στο τραγούδι της «Λιογέννητης»).

* Κι η χτίσις … λαμπυρίζει: ο ποιητής δεν αφήνει να περάσει απαρατήρητη η μετουσίωση της φύσης, αλλά τη δηλώνει ρητά (χριστιανικός ανιμισμός = πίστη ότι τα φυσικά φαινόμενα έχουν ψυχή και μπορούν να επεμβαίνουν και να καθορίζουν ως ένα σημείο τη ζωή του ανθρώπου – απαντά και σε άλλα έργα του Σολωμού όπως π.χ. στο «Carmen Seculare», 3, στ.8).

«Τέλος σ’ εμέ … πετροκαλαμίθρα»: με την παρομοίωση αυτή, ο αφηγητής θέλει να δείξει ότι τη ματιά της φεγγαροντυμένης την έχει μαγνητίσει ο ίδιος.
«Πετροκαλαμίθρα εδώ δεν είναι ο Κρητικός αλλά αντίστροφα η φεγγαροντυμένη. Και ο Κρητικός είναι το «σίδερο» που διαμεσολαβεί για να κινήσει την ενέργεια της «πετροκαλαμίθρας» ως αλεξικέραυνου και έτσι να εκτονώσει το κεραυνοβόλημα, ας υποθέσουμε, από την καλή του. Η φεγγαροντυμένη εδώ ενείδει αλεκιξέραυνου, με τη διαμεσολάβηση του ήρωα καλείται να εξουδετερώσει την οργή του κεραυνού που πέφτει επικίνδυνα πολύ κοντά στην κορασιά του. Γείωση και απογείωση λοιπόν. Αυτή είναι από εδώ και μπρος η τεχνική του Σολωμού: να μας ταξιδέψει με το όχημα της ποίησης μεταξύ συγκεκριμένου και αφηρημένου και για την περίπτωση που μελετούμε μεταξύ εμπειρικού και θεωρητικού: του πραγματικού που είναι η «πετροκαλαμίθρα» και της αλληγορικής της σημασίας με τη φεγγαροντυμένη του υπερπραγματικού του επιπέδου και τη δύναμη που αντίστοιχα εκλύεται: ηλεκτρομαγνητική (και αποτρεπτική) από την «πετροκαλαμίθρα», μαγική (και ελκτική)από τη φεγγαροντυμένη. Φαίνεται ότι στον Κρητικό δεν απουσιάζει ο «επιστημονισμός». (Γιάννης Δάλλας).
* πετροκαλαμίθρα: είδος πρωτόγονης, επιπλέουσας σε δοχείο με νερό, μαγνητικής βελόνας από καλάμι, δείκτης πυξίδας∙ αλεξικέραυνο (στα Επτάνησα). Το φαινόμενο του μαγνητισμού αξιοποιήθηκε μεταφορικά για την έλξη μεταξύ ψυχών, πνευμάτων, σωμάτων σε πάμπολλα κείμενα  ήδη από την αρχαιότητα.

«Όχι στην κόρη … κι εκείνη»: ο Κρητικός ελκύει μαγνητικά τη φεγγαροντυμένη και η ματιά της τον βάζει σε μια κατάσταση ύπνωσης. Έτσι,  έχουμε μια επικοινωνία μεταξύ τους χωρίς να μιλά ο ένας στον άλλο. Η φεγγαροντυμένη έχει την ικανότητα να βλέπει στην ψυχή του ήρωα και να καταλαβαίνει τι συμβαίνει στο νου του, γιατί έχει θεϊκά χαρακτηριστικά και διεισδυτική ματιά.

« Έλεγα … αστοχισμένη»: αναδρομή. Ο Κρητικός προσπαθεί να προσδιορίσει γιατί του είναι οικεία η μορφή, ανακαλώντας μνήμες από το παρελθόν. Έτσι, ανακαλεί παιδικά και εφηβικά βιώματα. Τα βιώματα αυτά, που παραπέμπουν στην παιδικότητα, είναι κατεξοχήν βιώματα διονυσιακά, με την έννοια ότι εκφράζουν μια σχέση εξάρτησης του εγώ από κάποιο ευρύτερο πόλο έλξης. Έχουμε εδώ απηχήσεις πλατωνικών και αριστοτελικών απόψεων για την αναγνώριση στα πράγματα αυτού του κόσμου, ιδεών και προτύπων που η ψυχή μας έχει αντικρίσει σε ένα προσωματικό της στάδιο. Η εξιδανίκευση της φεγγαροντυμένης συνδέεται με ρομαντικές πηγές.

«Πού ομπρός μου … δεν εθώρα»: η γυναίκα της οπτασίας ήταν μια παλιά ανάμνηση που τώρα στέκεται μπροστά στον ήρωα. Η γυναικεία μορφή παρομοιάζεται με το νερό που το μάτι βλέπει να ξεπηδάει ξαφνικά βαθιά μέσα από τον βράχο έξω στο φως του ήλιου. Αυτή η παρομοίωση αναφέρεται είτε στην ανάμνηση που ξεπηδά από μέσα του, είτε στα δάκρυα που τρέχουν από τα μάτια του.

«Γιατί άκουγα … καλύτερα το νού μου»: Βαθιά θρησκευτικότητα και σταθερή και απόλυτη πίστη του Σολωμού.
 Η γυναικεία μορφή έχει την ικανότητα να βλέπει με τα μάτια της μέσα στην ψυχή του Κρητικού, να βλέπει τις μνήμες του. Η επίδραση της φεγγαροντυμένης στον Κρητικό είναι καταλυτική, γι’ αυτό ο ήρωας δεν μπορεί να προφέρει λόγια.
* νου μου: ο νους εδώ σε αντιβολή με την καρδιά (σκέψεις – αισθήματα)

«Κοίτα με μές … οι πόνοι»:  σημειώνονται οι παραλλαγές του στίχου, όπως π.χ. «Τούτ’ η ψυχή είναι βαθιά κ’ εγιόμισ’ από πόνο», που απασχολούν το Σολωμό κατά τη σύνθεση του έργου (μοτίβο της δοκιμασίας).

«Όμως εξεχειλίσανε … κι εβγήκα»: η φεγγαροντυμένη γίνεται αφορμή για την αυτοβιογραφία του Κρητικού. Όσα εξομολογείται ο ήρωας στους στίχους αυτούς, αποτελούν αναδρομή στο παρελθόν. Η εξομολόγηση των παθών και των παθημάτων της ζωής αποτελούν ένα είδος ψυχικής δοκιμασίας για τον ήρωα. Βλέπουμε δηλαδή πάλι το μοτίβο της δοκιμασίας.
* Στην Κρήτη: μη ολοκλήρωση του στίχου, επειδή ο ήρωας είναι συναισθηματικά φορτισμένος και δεν μπορεί να ολοκληρώσει τη φράση του.

* Μακριά’ πό’ κείθ … εβγήκα: ο Κρητικός δηλώνει την ανάγκη του για επαναπατρισμό.

«Βόηθα, θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να’ χω»: περίφραση για την αρραβωνιαστικιά (τρυφερό κλωνάρι) που χρησιμοποιείται και στον Ερωτόκριτο (Α, στ. 57 κ.εξ).

«Σε γκρεμό … μονάχο»: μεταφορά που συναντάται και στον Ερωτόκριτο (Γ΄. στ. 1164).

Η φεγγαροντυμένη ως παράσταση θεωρητικών συλλήψεων
* «Στον Κρητικό έχουμε τη στενή ιδεολογική συγγένεια ανάμεσα στον Πλάτωνα και στο Σολωμό. Τι άλλο από καθαρά πλατωνικές ιδέες ενσαρκώνονται στη μορφή της φεγγαροντυμένης; Η ομορφιά, η καλοσύνη, η δικαιοσύνη με μια λέξεις οι Ιδέες» (E. Horwath)
* «Η φεγγαροντυμένη ζωντανεύει και παρασταίνει την ομορφιά της ζωής και της Φύσης, που αντιχτύπησε εκείνη τη στιγμή στο νου του Κρητικού» (Γ.Μ.Αποστολάκης).
* «Η αιθέρια εικόνα της φεγγαροντυμένης είναι η εξιδανικευμένη μορφή της ανθρώπινης ζωής, όπως τη φαντάστηκε πάντα κατά τις παραδόσεις του ο ελληνικός λαός» (Β. Σταματέλος)
* «Η μορφή της φεγγαροντυμένης είναι συνέχιση της μορφής της μνηστής του Κρητικού» (Π. Σπανδωνίδης).
* «Φεγγαροντυμένη είναι η γλυκειά, ουράνια εμφάνιση της Αφροδίτης, καθώς αυτή ανακύπτει από τη θάλασσα και ενδύεται το φως» (Ν.Β. Τωμαδάκης)
* «Τα παραδείγματα παρέχουν ισχυρούς λόγους να σκεφτούμε πως ο Σολωμός περιέγραψε την Παρθένο. Η οπτασία μπορεί επίσης να εκπροσωπεί τη Θρησκεία» (L. Coutelle).
* «Θεωρούμε απαραίτητο να γίνει από την αρχή σαφής διάκριση ανάμεσα στη φεγγαροντυμένη ως ποιητική πραγματικότητα και στις ψυχολογικές προϋποθέσεις που δημιούργησαν – υποτίθεται το όραμα. Ό,τι για το νηφάλιο νου έχει μια ερμηνεία ψυχολογική, για το θρησκευόμενο άνθρωπο είναι αναμφισβήτητο γεγονός. Μέσα στον ποιητικό μύθο η φεγγαροντυμένη είναι λοιπόν μια πραγματική, πλαστική παρουσία κι όμως εξωφυσική, ένα θαύμα. Η παρουσία της συνδέεται με παραβίαση των φυσικών νόμων. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εμφανίζεται είναι επίσης η μυστηριακή γαλήνη. Αλλά εδώ η γαλήνη έρχεται ύστερα από μεγάλη θαλασσοταραχή και σα να επιβάλλεται από κάποια υπερφυσική επέμβαση. Τόσο στον Κρητικό όσο και στον Λάμπρο διαπιστώνουμε μια άμεση και σιωπηλή ανταπόκριση ανάμεσα στην οραματική κορασιά και στη φύση. Στον Κρητικό μάλιστα η κορασιά στρέφεται προς τη φύση και επικοινωνεί μαζί της με μια ένταση ερωτική. Τέλος υπάρχει και στα τρία έργα (τρίτο οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι) η δήλωση της θεϊκής υπόστασης της φεγγαροντυμένης. Συμπέρασμα: είναι μια φυσική θεότητα, με την έννοια των θεών της κλασικής Ελλάδας, κατ’ εικόνα και ομοίωση της φύσης και των ζωικών αξιών. Το θείο συλλαμβάνεται ομοειδές προς τη φύση και στοργικό προς τον άνθρωπο. Ο Σολωμός με γνήσια αίσθηση και με βαθιά θρησκευτικότητα συνέλαβε το αυθεντικό νόημα της ελληνικής φύσης και το συμπύκνωσε στο σύμβολο της θείας φεγγαροντυμένης. Έτσι πραγματοποιεί μια σύνθεση του ελληνικού και του χριστιανικού ανθρωπισμού» (Ε.Γ. Καψωμένος).
* «Η φεγγαροντυμένη είναι η ίδια η άφθαστη και απροσπέλαστη ενότητα ψυχής και φύσης» (Σ. Ροζάνης).
* «Είναι η φεγγαροντυμένη η παρουσία του Θεού, της Πρόνοιας του Θεού που παίρνει τη μορφή της άφθαρτης, αιώνιας, άκτιστης ομορφιάς, της Μεγάλης Μητέρας, της Πατρίδας που θρέφει μυστικά τη ζωή μας» (Θ. Νικολάου).
* «Μέσα από τη σχέση του με τη φύση αποκτά ο ποιητής μια υπερβατική λειτουργία του αισθήματος της σωματικότητας. Ύπατο φαινόμενο αυτής της μέσω του φωτός υπερβατικής σωματικότητας είναι το φαινόμενο της φεγγαροντυμένης. Η έννοια του φωτός συσχετίζεται στη γερμανική ρομαντική φιλοσοφία με την ιδέα μια σωματικότητας πνευματικής, ενός αιθέριου σώματος. Η φεγγαροντυμένη του Σολωμού είναι ένα αιθέριο σώμα που για την υλοποίησή του συνεργάζονται το φως αλλά και το υγρό στοιχείο, δηλαδή συμμετέχουν ο πάνω κόσμος και ο κάτω. Ο τρόπος εμφάνισης της φεγγαροντυμένης θυμίζει τον τρόπο εμφάνισης της ουράνιας Μαργαρίτας του Φάουστ. Και οι δύο αυτές μορφές αποτελούν μια έκφανση του αιώνια γυναικείου. Σε όλες αυτές τις εκδοχές υπάρχει ένα κοινό στοιχείο: είναι το στοιχείο της εξισορρόπησης και συμφιλίωσης των τριών βασικών κατηγοριών του πραγματικού που συνθέτουν το όλο ποιητικό τοπία του Σολωμού: το υλικό – φυσικό, το ανθρώπινο – ηθικό, το θείο – ιδεατό. Η φεγγαροντυμένη αποτελεί μια προσπάθεια σύνθεσης ενός πλάσματος που θα συνασπίζει τις τρεις υποστάσεις του φυσικού: την εξωτερική φύση, τον ηθικοπνευματικό χαρακτήρα του ανθρώπου και το Θεό. (Β. Αθανασόπουλος)

Ψυχαναλυτικές ερμηνείες της φεγγαροντυμένης
* «Η παθητικότατη λατρεία της αγαπημένης γυναικός , τυλιγμένη στο μυστήριο και στο όνειρο, δεμένη με το θάνατο είναι ένα βασικό πολυσήμαντο γεγονός της μεγάλης ποίησης του Σολωμού. Γίνεται αισθητό πως η αιθέρια γυναικεία μορφή, σύμβολο ιδανικής ομορφιάς και ζωής και ηθικής τελείωσης, υπήρξε μια αρχέγονη εσωτερική εμπειρία που έμεινε μνήμη. Η μεγάλη ποίηση του Σολωμού αναβρύζει από μνήμες ψυχής, βιώματα της πρώτης παιδικότητας: ήταν η μητέρα του Αγγελική Νίκλη» (Π. Καραβίας)
* «Το ποιητικό έργο του Σολωμού διαρρέεται σύγκορμο από την επιθυμία της μητέρας και το κυρίαρχο μητρικό μορφοείδωλο της παιδικής ηλικίας» (Θ. Τζούλης).
* «Ο Κρητικός προβάλλει στη φεγγαροντυμένη την επιθυμία του για μια αρχετυπική γυναικεία φιγούρα, ένα anima, τη γυναικείο ψυχή στο ασυνείδητο του άντρα :ένα αρχέτυπο που δημιουργήθηκε ως προβολή και συγχρόνως ζητούμενο αξιών που ήδη ενυπάρχει στη ψυχή του άντρα, μια αρχέγονη δηλαδή μορφή του συλλογικού ασυνείδητου: μια μητέρα και συγχρόνως μια αρραβωνιαστικιά, μια Αφροδίτη και συγχρόνως  μια παναγιά.» (Ν. Χαραλαμπίδου).

Η φεγγαροντυμένη ως οπτασία ψυχής της κόρης
* «Ήταν η καλή του που η πύρινη καρδιά  και η ζωηρή και ακοίμητη φαντασία τη ζωντάνεψαν και τη μεταμόρφωσαν στη θεία Μορφή» (Γ.Μ. Αποστολάκης)
* «Η θεά είναι η ψυχή της αρραβωνιαστικιάς…» (Β. Δεδούσης)
* «Αν και ο ήρωας δεν αναγνωρίζει με απόλυτη βεβαιότητα τη μορφή (του φαίνεται μόνο γνώριμη, σαν μνήμη παλαιή), η εμφανιζόμενη είναι πράγματι η αγαπημένη του που αποκαλύπτεται στο ανθρώπινο μεγαλείο της τη στιγμή του θανάτου. Αυτό φαίνεται σύμφωνο με τη σολωμική πίστη στη θεία φύση του ανθρώπου. Είναι στο βάθος η χριστιανική άποψη με την απόχρωση που της έδωσε η ιδεαλιστική φιλοσοφία του 19ου αι.» (Σ. Αλεξίου)
* «Πιστεύω ότι η άποψη πως η φεγγαροντυμένη δεν είναι άλλη από την αθάνατη ψυχή της αγαπημένης του Κρητικού που για ελάχιστο χρόνο μένει πάνω από το άψυχο σώμα και τον αποχαιρετά πριν ανέβει στους ουρανούς είναι πιο κοντά στην αλήθεια. Αλλά η πραγματικότητα είναι λίγο πιο πολύπλοκη. Ακόμα κι αν η φεγγαροντυμένη είναι η ψυχή της αρραβωνιαστικιάς έχει πια μεταμορφωθεί στα μάτια του Κρητικού σε κάτι πιο αφηρημένο. Μοιάζει να έχει γίνει η θεϊκή αρχή του Έρωτα που μπορεί να εμφανιστεί με διάφορες μορφές: σαν ψυχή της γήινης αγαπημένης, σαν Αφροδίτη, σαν Παναγία η κάποια άλλη μητρική μορφή που ονειρευτήκαμε. Είναι μια ιδανική μορφή, εν μέρει αφηρημένη έννοια και εν μέρει δημιούργημα των ονείρων» (Π. Μάκριτζ).
* «Η μοναδική αυτή κίνηση της κόρης («που μ’ έσφιξε») που στο φανερό επίπεδο του κειμένου ερμηνεύεται από τον ανυποψίαστο Κρητικό απλώς ως ένα σημάδι χαρούμενης αντίδρασής της («κι εχάρη») για το απρόσμενο γαλήνεμα της θάλασσας, στην πραγματικότητα είναι το τελευταίο επιθανάτιο σκίρτημά της, καθώς η ψυχή της αποχωρίζεται πια το κορμί της» (Ε. Τσαντσάνογλου).

Εθνοκεντρικές ερμηνείες της φεγγαροντυμένης
* «Δεν είναι πια εμπρός μας η μνηστή αλλά: η Ελλάδα – Λευθεριά βγαλμένη από την ανάμνηση των παμπάλαιων χρόνων» (Π. Σπανδωνίδης).
* «Η φεγγαροντυμένη θεά είναι η Ελευθερία – Πατρίδα.που μετέχει θεϊκής και ανθρώπινης ουσίας, μένει νύχτα και μέρα άγρυπνη κοντά στον πολεμιστή, ξέρει τα απόκρυφα της ψυχής του, αόρατη εμψυχώνει…» (Φ. Μιχαλόπουλος)  


3η αφηγηματική ενότητα: απόσπασμα 5 [22]
Στην ενότητα αυτή η φεγγαροντυμένη εξαφανίζεται. Ένας ανεκλάλητος ήχος ακούγεται. Ο Κρητικός δεν μπορεί να προσδιορίσει τι ήχος είναι. Όταν σιγεί ο ήχος, ο Κρητικός φτάνει στο ακρογιάλι και διαπιστώνει ότι η αγαπημένη του είναι νεκρή. Η ενότητα έχει πολλές αναχρονίες. Από τον επεισοδιακό χρόνο γίνεται μεταφορά τόσο στο παρελθόν όσο και στο μέλλον.
Η ενότητα μπορεί να έχει τίτλο: «Ο ανεκλάλητος ήχος και ο θάνατος της αρραβωνιαστικιάς».

5 [22]
«Εχαμογέλασε … καλής μου»: η φεγγαροντυμένη συμπάσχει με τον Κρητικό.
* της καλής μου: εδώ το επίθετο καλός είναι ουσιαστικοποιημένο και έχει την έννοια του μνηστήρα ή του συζύγου. Δηλώνει τον ερωτικό δεσμό του Κρητικού με την κόρη. Η λέξη είναι κληρονομημένη από παλιά και είναι λαϊκή.

«Π’ αγνάντευεν … μαχαίρι»: αναδρομή. Αναφέρεται στην περίοδο της κρητικής επανάστασης.

«Χαρά δεν του’ ναι … κι αμέσως γαληνεύει»: Σχήμα προβολής = ο Κρητικός βλέπει το μέλλον του και βλέπει τον εαυτό του ως ζητιάνο. Η νέα στάση ζωής και το νέο ήθος του, όπως ορίζει ο Κρητικός, οφείλεται σε συνειδητή επιλογή του και ψυχική μεταμόρφωσή του που βρίσκει τώρα την πλήρωση μέσα στην αγάπη του άλλου και όχι, όπως πριν στον εξοντωτικό ανταγωνισμό που κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες (αγώνας ελευθερίας) υπήρξε το αξιοκρατικό μοντέλο που καθόριζε το ήθος και τη στάση του (άρση και θέση). Οι δύο ιδιότητες (ζητιάνος – ποιητής) ταιριάζουν καλά στο πρόσωπο ενός κυνηγημένου Κρητικού πρόσφυγα. Και δεν είναι αθέμιτο να φαντασθούμε ότι ίσως ο Σολωμός συνάντησε τέτοιους πρόσφυγες – ζητιάνους να τραγουδούν στα δίστρατα ρίμες για το Σηκωμό του ’21 στην πατρίδα τους, εμπειρία που θα μπορούσε να αποτελέσει κάλλιστα το κέντρισμα για τη σύνθεση του Κρητικού.
* Αργά … ξαναζωντανεύουν – κι η θάλασσα …αναζητάει: οι δύο αυτοί στίχοι συνδέουν ρητά το θάνατο της αρραβωνιαστικιάς με την ανάδυση της φεγγαροντυμένης.
* ονείρατα σκληρά: ο εφιάλτης που θα βλέπει ο Κρητικός είναι ο πνιγμός της αγαπημένης του.

*  Ξυπνώ φρενίτης … γαληνεύει: η επίδραση από το δάκρυ της φεγγαροντυμένης στο χέρι του ήρωα είναι καταλυτική. Στον επεισοδιακό χρόνο το δάκρυ της αιθέριας μορφής δίνει στον ήρωα δύναμη να συνεχίσει. Στο μέλλον αποδεικνύεται λυτρωτικό, καθώς ο Κρητικός κάθε στιγμή που βλέπει εφιάλτες, ακουμπά το χέρι του στο πρόσωπό του και ηρεμεί, γαληνεύει. Το δάκρυ όμως της φεγγαροντυμένης επηρεάζει τον ήρωα και στο ήθος του.
Έτσι λοιπόν, βλέπουμε ότι η επενέργεια της φεγγαροντυμένης επάνω στον Κρητικό είναι διττή: αρχικά αρνητική, γιατί τον μαγεύει, ύστερα θετική γιατί τον τροφοδοτεί με ψυχική δύναμη και τον συντηρεί στη ζωή.

« Τα κύματα έσχιζα …πατούσα»: αναδρομή στο παρελθόν του Κρητικού.
* μ΄αυτό: αντί μ’ αυτή (την παλάμη). Η ασυμφωνία των γενών οφείλεται ίσως στην παρεμβολή της αναδρομής. Μετά τις παύλες  (-) που καθιστούν παρενθετικούς τους στίχους 5 -14. ο στίχος 15 έρχεται ως συνέχεια του στίχου 4.

* μπομπο – Ισούφ: με αυτό το όνομα φερόταν ο σκληρόψυχος Αγριολίδης ή Αγριολής του οποίου η οχυρή κατοικία βρισκόταν στο χωριό του Αι – Γιάννη (Φαιστός). Κατά άλλη άποψη, ο Ισούφ και δύο άλλοι ήταν προφανώς συμβατικές παρουσίες Αιγυπτίων από εκείνους που πολιόρκησαν μάταια το Λαβύρινθο. Το όνομα αυτό έχει ξαναχρησιμοποιηθεί από το Σολωμό με εμπαικτική διάθεση στη σάτιρα «Πρωτοχρονιά». Η λέξη μπομπο κρύβει ειρωνεία και σε αυτό συνηγορεί η χρήση της στη λέξη μπομπόκορμο στη «Γυναίκα της Ζάκυθος», λέξη που χρησιμοποιείται εμφανώς ειρωνικά.

* Λαβύρινθο: έτσι ονόμαζαν οι ντόπιοι από τα μεσαιωνικά χρόνια το ρωμαϊκό λατομείο στην περιοχή της Γόρτυνας. Εκεί, αναζήτησαν καταφύγιο το 1823 πλήθος χριστιανών και μόνο τον επόμενο χρόνο κατάφεραν οι Τουρκοαιγύπτιοι να επιβάλουν κι εκεί την εξουσία τους, αφού δεκάδες χιλιάδων Κρητικοί είχαν στο μεταξύ εγκαταλείψει την πατρίδα τους.

* αλαίμαργα: το επίρρημα τίθεται μεταφορικά προς δήλωση του πολεμικού μένους.

«Στο πλέξιμο … της κυράς μου»: επιστροφή στον επεισοδιακό χρόνο. Το δυνατό κολύμπι αύξανε τους χτύπους της καρδιάς του Κρητικού ή πρωθύστερα, το κολύμπι του Κρητικού δυνάμωνε, επειδή ένιωθε  δίπλα του την παρουσία της αγαπημένης του.
* έκρουζε: χτυπούσε. Στον Ερωτόκριτο Β΄. στιχ. 2441-42 αναφέρεται: «Θάμασμα πώς δεν είδασι τον πόνο της καρδιάς του / την ώρα που του ‘γγίξασι τα χέρια της κεράς του».
Για το χάσμα μεταξύ των στίχων 22 και 23, ο Πολυλάς σημειώνει ότι ο ποιητής ήθελε να θέσει μια παρομοίωση, της οποίας έχουμε τους εξής στίχους που όμως δεν βρίσκονται στο ύστερο σχεδίασμα:
«Πάει σαν αλάφι πόφυγε του κυνηγού τα βέλη,
Και φεύγει κι από τα’ ανθηρά κρεμάμενα κλωνάρια,
Κι από τον μαύρον ίσκιο του σε ρεύματα καθάρια».

«Ήχος … ήχος λεπτός»: ξαφνικά, ο αφηγητής μετά την εξαφάνιση της φεγγαροντυμένης ακούει έναν ανεκλάλητο ήχο, τον οποίο δεν μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια. Προσπαθεί να τον προσδιορίσει λέγοντας τι δεν του θυμίζει (Δεν είναι κορασιάς φωνή… Δεν είν’ αηδόνι κρητικό… Δεν είν’ φιαμπόλι…) (τεχνική της εις άτοπον απαγωγής ή της εξ αντιθέτου αναφοράς).
* Δεν είναι κορασιάς φωνή … λυγάει: δεν είναι ποιμενικό τραγούδι (θυμίζει ποιμενική ζωή, κρητικό ειδύλλιο και ποιήματα του Θεόκριτου).

* άστρο του βραδιού / νερά θολώνουν: μπορεί να αναφέρεται στη Σελήνη ή στην Πούλια. Το θόλωμα των νερών είναι η ώρα του δειλινού. Το μοτίβο υπάρχει και στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, Σχεδ. Γ΄ 2, στ. 6, ενώ την έκφραση (τα νερά θολώνουν) τη χρησιμοποιούσαν οι ζακυνθινοί ναυτικοί. Είναι ιδιαίτερα προσφιλής στο Σολωμό, όπως φαίνεται από τη συχνή της χρήση σε έργα του (Γυναίκα της Ζάκυθος).
* Του δέντρου … λυγάει: χιαστό σχήμα στο εσωτερικό του στίχου.

«Δεν είν’ αηδόνι … τά ρόδα από τα χέρια»: δεν είναι κελάηδημα κρητικού αηδονιού που κάνει τη θάλασσα και την πεδιάδα να αντιβουίζουν.

«Δεν είναι φιαμπόλι … ξερό χορτάρι»: δεν είναι ήχος σουραυλιού που έπαιζε παλαιότερα ο ίδιος ο Κρητικός (στοιχεία ποιμενικής ζωής). Είναι έντονος ο πόθος της ελευθερίας. Οι στίχοι αποτελούν αναδρομή.
* φιαμπόλι: κρητική ονομασία για το σουραύλι, όργανο τύπου φλάουτου, που τη συναντάμε κυρίως στα νησιά του Αιγαίου και στη Βόρεια Ελλάδα.

* καλή’ ν’ … χορτάρι: πρόκειται για ένα στίχο που ο Σολωμός επεξεργάστηκε στο ποίημα «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι». Στο στίχο αυτό υπάρχουν δύο υποκείμενα με ένα επίθετο το καθένα, ισόρροπα κατανεμημένα στα δύο ημιστίχια (ιδιότυπο σχήμα λιτότητας). Ο Λ. Πολίτης αναφέρει για το στίχο: «Για τον άνθρωπο που αναθυμάται με λαχτάρα τη μητρική γη (ή που είναι έτοιμος να πεθάνει για αυτήν) ακόμη και τα πιο ταπεινά και άσχημα, η μαύρη πέτρα, το ξερό χορτάρι, παίρνουν άλλη όψη. Η σχέση της αγάπης του ανθρώπου προς τη μητρική γη, ανάλογα με τον φυσικό δεσμό του παιδιού προς τη μητέρα και της μητέρας προς το παιδί, μεταμορφώνει την υφή και το χρώμα των πραγμάτων: η μαύρη πέτρα δεν είναι πια μαύρη ούτε και το χορτάρι ξερό. Για τη μυστική αυτή αλλαγή και μεταμόρφωση ο ποιητής χρησιμοποίησε την απλή λέξη «καλή». Οποιαδήποτε άλλη, εξωτερικά  περισσότερο φανταχτερή θα ήταν δίπλα της πολύ φτωχή…».

* Λαλούμενο, πουλί … ταιριάζει: Ο Κρητικός δεν μπορεί να βρει τίποτα που να συγκρίνεται με το μαγικό ήχο που άκουσε. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αφηγητής ανακεφαλαιώνει τα τρία στοιχεία με την αντίστροφη  σειρά από αυτή που τα προανέφερε (αντίστροφη κλιμάκωση)

* Ίσως δε σώζεται … μοιάζει: ο αφηγητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει τον ήχο γιατί όμοιός του δεν υπάρχει στη γη. Από διάφορους σχολιαστές ο ήχος ερμηνεύεται ως ο αγγελικός ψαλμός που συνόδεψε την ψυχή της αρραβωνιαστικιάς στα ουράνια. Από άλλους  ως η μουσική φωνή του Σύμπαντος, η μυστική αρμονία που αναδίνεται από την ανταπόκριση των στοιχείων του Παντός. Αυτή η αρμονία είναι η Αγάπη, της οποίας το μυστικό τραγούδι μπορεί να ακούσει μόνο ο ποιητής. Κατά άλλους σχολιαστές, ο ανεκλάλητος αυτός ήχος είναι η ενίσχυση που έδωσε η φεγγαροντυμένη στον Κρητικό για να συνεχίσει τη ζωή του. Κατά άλλους, είναι η φωνή της Πατρίδας που αιμοραγεί. Παρόμοιο ήχο χρησιμοποιεί και αλλού ο Σολωμός: στον «Πόρφυρα», όπου υπάρχει εξίσου το στοιχείο της δοκιμασίας. Και στον «Κρητικό» και στον «Πόρφυρα» ο ήχος συνδυάζεται με τη θαλασσινή δοκιμασία. Στα ποιήματα αυτά ο ήχος έχει μαγική υπόσταση και αποκαλυπτικό ρόλο.

* Δεν είναι λόγια: μπορεί να σημαίνει ότι ο ήχος δεν περιέχει λόγια ή ότι δεν υπάρχουν λόγια για να τον περιγράψει κανείς. Η δεύτερη ερμηνεία ίσως να μπορεί να εξηγήσει γιατί ο στίχος μένει ημιτελής.

«Δεν ήθελε … κοντά του»: επειδή ο στίχος είναι υπερφυσικός, δεν υπάρχει αντίλαλός του.

Ο ανεκλάλητος ήχος
* «Είναι ο αγγελικός ψαλμός που συνοδεύει την ψυχή της αρραβωνιαστικιάς στα ουράνια και τον ακούει ο Κρητικός καταγοητευμένος» (Β. Δεδούσης)
* «Ο γλυκός ήχος είναι σα μια μουσική φωνή του Σύμπαντος, σαν η μυστική αρμονία που αναδίνεται από την ανταπόκριση των στοιχείων του Παντός. Αυτή η χωρίς όρια αρμονία που συνέχει τους κόσμους δε μπορεί παρά να είναι η Αγάπη, η Ουράνια Αγάπη, της οποίας το μυστικό τραγούδι μόνο ο ποιητής μπορεί να ακούσει» (Π. Σπανδωνίδης).
* «Οι θείοι αυτοί ήχοι δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ενίσχυση που η φεγγαροντυμένη έδωσε του Κρητικού για να συνεχίσει τη ζωή του…» (Φ. Μιχαλόπουλος)
* «Η θεωρία των αντισταθμισμάτων στο Σολωμό: υπάρχει αντιστάθμισμα για όλα στη ζωή μας: κάθε χαρά πληρώνεται με λύπη, κάθε συμφορά αντισταθμίζεται με ευτυχία και αντιστρόφως … μια μεθοδική αρχή και τεχνική κατεβασμένη ως τη βάση της πλοκής. Τη στιγμή της κρισιμότητας μια έκβασης, είτε πριν είτε μετά, παρεμβαίνει να ισορροπήσει την πλοκή το αντιστάθμισμά της. Και στο τέλος συγκροτείται πέρα από το θέμα μια σύνθετη μορφή κι εδώθε από την ιδέα ένα πλήρες μήνυμα. Τέτοια αντισταθμίσματα είναι μεταξύ των άλλων και οι σύνθετες και παραστατικές μορφές των ήχων που μετασχηματίζονται σταδιακά στην ποίηση του Σολωμού: α. Ο ήχος ως συντελεστής νέων ρυθμικών δομών στην ποίησή του β. Ο ήχος ως θεματική μονάδα γ. Ο ήχος και η μουσική και ο ρόλος των ανταποδόσεων δ. Μουσικές και ηθικές δομές, ως συνισταμένες του ποιητικού του σύμπαντος» (Γ. Δάλλας).

«Αν είν’ δεν ήξερα … πέρα»: παρατηρείται στροφή του υποκειμένου από τον ενικό σε πληθυντικό.

«Γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι…»: το επίθετο ανεκδιήγητος (= ανεκλάλητος, άρρητος) απαντά στους Πατέρες της Εκκλησίας και την Υμνογραφία.

«Μόλις … ο Χάρος»: η σύζευξη του έρωτα με το χάρο είναι στοιχείο της Ορφικής και Ελευσίνιας λατρείας. Πρόκειται για το «θέμα του Αδάμ». Το ένστικτο του θανάτου είναι το αντίθετο από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και ο έρωτας είναι το στοιχείο της κατάργησης της ατομικότητας. Με τη σύζευξη έρωτα – θανάτου διαλέγει ο αφηγητής να περιγράψει το μεταφυσικό ήχο της φεγγαροντυμένης. Η εμφάνιση του πρώτου ζεύγους του παραδείσου κλείνει με τον αφανισμό του ερωτικού ζεύγους του ποιήματος.
«Μ’ άδραχνεν … ακλουθήσω»: ο Κρητικός αποδίδει τη μέθη του νου και της καρδιάς μπροστά στην ομορφιά. Ο ήχος παρέσυρε τον ήρωα και τον έκανε να θέλει να βγει από το σώμα του και να τον ακολουθήσει.
*  Ο ουρανός … κι η κόρη: πολυσύνδετο σχήμα.

* Τη σάρκα μου … ακλουθήσω: η δυιστική αντίληψη (σώμα – ψυχή) είναι διάχυτη σε όλη την ελληνική και δυτική παράδοση από τις φιλοσοφικές θεωρίες ως τις λαϊκές δοξασίες. Βλέπε και Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδ. Β΄9, στ.9.

«Έπαψε τέλος … πεθαμένη»: αιφνίδια συναισθηματική μεταστροφή. Ο Κρητικός δέχεται μια ισχυρή συντριβή. Βγαίνει στο ακρογιάλι και διαπιστώνει ότι η αρραβωνιαστικιά του (τη δηλώνει έτσι για πρώτη φορά στο ποίημα) είναι πεθαμένη.
Το σκηνικό γίνεται καθαρά γήινο σε αντίθεση προς την παρέκβαση της Έσχατης Κρίσης. Η κίνηση εδώ είναι από τη φυσική ζωή προς την πνευματική. Ο Σολωμός χρησιμοποιεί αυτή την τεχνική αντιπαράθεσης για να παρουσιάσει τους διττούς κόσμους, φυσικό και πνευματικό ή ιδεατό ως συμπληρωματικούς, αμοιβαία εξαρτώμενους και επιπλέον ανίκανους να αλληλεπιδράσουν παρεκτός σε στιγμή ύψιστης έντασης που καταλείπει ένα τραγικό επακόλουθο. Στα ελληνικά μοιρολόγια όποιοι πεθαίνουν ανύπαντροι θεωρούνται αρραβωνιασμένοι με το Χάρο. Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι η κόρη στον Κρητικό αρραβωνιάστηκε το Χάρο και αυτή η ιδέα ενισχύεται από τη διαδοχή των λέξεων – κλειδιών στο τέλος του ποιήματος: αρραβωνιασμένη – χαρά – πεθαμένη.


Η μορφή του ποιήματος
Το ποίημα έχει τη μορφή δραματικού μονολόγου του κεντρικού προσώπου, το οποίο αφηγείται με λυρικό τρόπο την τελευταία και καίρια δοκιμασία της ζωής του. Κεντρικός άξονας της αφήγησης είναι η δοκιμασία: οι πολεμικοί αγώνες, η απώλεια των συντρόφων, ο εκπατρισμός, το ξεκλήρισμα της οικογένειας, το ναυάγιο, ο θάνατος της αρραβωνιαστικιάς.
Πρόκειται για ένα μονόδραμα, δηλαδή μια αναπαράσταση ενός δράματος με ένα χαρακτήρα.


Η γλώσσα του ποιήματος
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η δημοτική εμπλουτισμένη με λαϊκά και ιδιωματικά στοιχεί (τύποι της επτανησιακής και της κρητικής διαλέκτου) σε συνδυασμό με λέξεις ή καταλήξεις της καθαρεύουσας. Στον Κρητικό κύρια θέση έχουν τα ρήματα έναντι του ουσιαστικού και του επιθέτου. Με το ρήμα εκφράζεται ο ρυθμός και η ουσία του κόσμου περισσότερο από κάθε άλλο. Δεν υπάρχει κανένας ναρκισσισμός στη γλώσσα, κανένα περιττό στολίδι. Δείχνει φυσική, αληθινή και ποιητική.


Η στιχουργική του ποιήματος
Το ποίημα είναι γραμμένο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, με ομοιοκατάληκτα δίστιχα. Η επιλογή αυτή δείχνει την επιρροή του Σολωμού από το δημοτικό τραγούδι, ενώ ο συγκεκριμένος τύπος ομοιοκαταληξίας προέρχεται από την κρητική ποίηση (Ερωτόκριτος, Η θυσία του Αβραάμ). Κάθε στίχος έχει ολοκληρωμένο και αυτοτελές νόημα και δεν υπάρχουν διασκελισμοί. Χωρίζεται σε δύο ημιστίχια με τομή στην όγδοη συλλαβή (όπως στο δημοτικό τραγούδι) και πολύ συχνά στο δεύτερο ημιστίχιο αναπτύσσει το νόημα του πρώτου ή δημιουργεί μια αντίθεση.
Οι στίχοι του είναι γεμάτοι φωνήεντα. Αποφεύγει τη χασμωδία και δίνει στο στίχο του ηχητική απαλότητα.




Οι επιρροές στο ποίημα
1. Ιταλικός κλασικισμός: από τον κλασικισμό, ο Σολωμός πήρε τις εικόνες των νυμφών και άλλων φυσικών δαιμόνων μέσα σε θάλασσα, λίμνη, ποτάμι ή πηγή.
2. Ευρωπαϊκός ρομαντισμός: από το ρομαντισμό άντλησε την ταύτιση Θεού και φύσης και το θέμα της νεκρής αγαπημένης που έρχεται στα όνειρα του άντρα, το μοτίβο της μεταμόρφωσης της ψυχής της νεκρής αγαπημένης, το όραμα της φεγγαροντυμένης.
3. Η μπαλάντα του Γέρο – Ναυτικού, του Κόλεριτζ: πρωτοπρόσωπη αφήγηση, περιπέτεια στη θάλασσα, οπτασίες και μουσική αγγέλων, αντίθεση ανάμεσα στην τρικυμία και την υπερφυσική γαλήνη.
4. Ερωτόκριτος: ο Κρητικός μπορεί να θεωρηθεί συνέχεια του Ερωτόκριτου, αλλά και συνέχεια της ελληνικής γραμματείας της Κρητικής Αναγέννησης.
5. Λυρικά του Σίλλερ: κοινό στοιχείο Σολωμού και Σίλλερ είναι η καντιανή ιδέα για την ηθική αναμέτρηση του ανθρώπου προς τα φυσικά και άλογα στοιχεία.
6. Δάντης (ιδίως «Θεία Κωμωδία»)
7. Μεταβυζαντινή λαϊκή ποίηση
8. Κρητική λογοτεχνία
9. Δημοτικό τραγούδι


Αλληγορικές εκδοχές του ποιήματος
α. Το ποίημα αποτελεί αλληγορική παράσταση των αγώνων της Κρήτης για απελευθέρωση από τους Οθωμανούς.
β. Ο ήρωας του ποιήματος αντιπροσωπεύει τους πρόσφυγες που διέσωσαν τα έργα του παρελθόντος.


Η αρίθμηση των στροφών – Η αποσπασματικότητα του ποιήματος
Στον Κρητικό εισήχθη – κατά επιλογή του Αλεξίου – η αρίθμηση των στροφών 1 -5. Ωστόσο, υπάρχει και η συμβατική αρίθμηση 18 – 22 που υπάρχει στο χειρόγραφο του Δ. Σολωμού. Εξαιτίας αυτής της αρίθμησης, ο «Κρητικός» χαρακτηρίστηκε ως αποσπασματικό έργο. Ο «Κρητικός» είναι ένα ποίημα με αρχή, μέση και τέλος. Οι στίχοι της α΄ στροφής είναι τυπικοί στίχοι αρχής. Ο τελευταίος στίχος δίνει επίσης το τέλος. Το ποίημα ξεκινά με το απόμακρο και ανέφικτο ακρογιάλι στο βάθος του ορίζοντα και το ίδιο σημάδι (γιαλός) βρίσκεται και στο τέλος του ποιήματος. Έτσι, δημιουργείται το  σχήμα του κύκλου. Επιπλέον, το ποίημα αποτελείται από ένα κεντρικό θέμα που παρουσιάζει απόλυτη συνοχή. Το θέμα και η λυρικότητα του ποιήματος ολοκληρώνονται. Άρα, το ποίημα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αποσπασματικό.
Στην πραγματικότητα η αρίθμηση των στροφών του Κρητικού από 18 – 23 είναι συμβατική. Με την αρίθμηση αυτή απλά δηλώνεται ότι ο Σολωμός πριν από την ενότητα αυτή ήθελε να προσθέσει άλλες. Ο ποιητής σχεδίαζε στο Αυτόγραφο Τετράδιο της Ζακύνθου αρ. 11 ένα μεγάλο συνθετικό έργο που θα είχε συνολικά 1000 στίχους και θα αποτελούταν από 8 ποιήματα, 4 λυρικά και 4 σατιρικά ποιήματα με συνεχή αρίθμηση. Ο Contelle επισημαίνει ότι στο σατιρικό σύνολο αντιπαρατίθεται το λυρικό. Μέσα στο τετράδιο Ζ 11 βρίσκουμε τα υπόλοιπα εφτά ποιήματα, τέσσερα σατιρικά και τρία λυρικά που μαζί με το δημοσιευμένο «Όραμα του Λάμπρου» (1834) θα συναπάρτιζαν τις τέσσερις διμερείς ενότητες της σύνθεσης. Τα ποιήματα αυτά είναι τα εξής:
Α) Λυρικά: Ο Κρητικός
                   Η φαρμακωμένη στον Άδη
                   Ο φυλακισμένος
                   Όραμα του Λάμπρου

Β) Σατιρικά: Η τρίχα
                     Δεύτερο όνειρο
                     Ο φουρκισμένος
                     Η μετατόπιση του Αγάλματος του Μέτλαντ
Τα τέσσερα λυρικά ποιήματα  έχουν ένα ευρύτερο κοινό θεματικό πλαίσιο. Το καθένα από αυτά απομονώνει και προβάλει λυρικά το επεισόδιο της κρίσιμης ακμής από κάποια ερωτική ιστορία. Και στα τέσσερα ποιήματα υπάρχει μια αφορμή δοκιμασίας του ερωτικού ζευγαριού. Από το ζευγάρι, το ένα μέλος αναλαμβάνει εξολοκλήρου την ενεργή αντιμετώπιση της δοκιμασίας, ενώ το άλλο δεν έχει ενεργή δράση. Επιπλέον, σε όλα τα ποιήματα κυριαρχεί η αντιθετική σχέση «Έρωτας – Χάρος». Τα επεισόδια στα λυρικά ποιήματα διαδραματίζονται κατά κύριο λόγο στο φυσικό τοπίο, ενώ η σημαντικότερη σκηνή διαδραματίζεται μέσα σε μια ατμόσφαιρα έκστασης, όπου καταργούνται τα όρια μεταξύ του φυσικού και του μεταφυσικού χώρου. Έτσι, ο Πολυλάς χρησιμοποίησε για τον  «Κρητικό» τον όρο απόσπασμα, όχι γιατί του λείπει το ένα ή το άλλο επεισόδιο, αλλά γιατί το ποίημα προοριζόταν για να αποτελέσει, έτσι όπως είναι, επεισόδιο μιας ευρύτερης σύνθεσης.
Ο αφηγητής
Ο «Κρητικός» είναι ένα ποίημα που από την αρχή ως το τέλος μιλάει ένας επινοημένος αφηγητής, που αντίθετα με τους περισσότερους, μένει ζωντανός ως το τέλος για να πει την ιστορία του. Άρα, είναι δραματοποιημένος ή ομοδιηγητικός αφηγητής και έχει εσωτερική οπτική εστίαση. Εκτός από την αφήγηση ο ποιητής χρησιμοποιεί το διάλογο και την περιγραφή. Ο αφηγηματικός λόγος του Κρητικού είναι ένας απόλογος σύγχρονος και πολυεπίπεδος που εμπεριέχει την αφήγηση, τη δραματοποίηση και τη φιλοσοφία.


Τα επίπεδα χρόνου
Η αφήγηση ακολουθεί σε γενικές γραμμές την ευθύγραμμη πορεία των γεγονότων. Ωστόσο, το ποίημα είναι γεμάτο αναχρονίες. Κάθε τόσο η ευθύγραμμη πορεία ανακόπτεται και αναπτύσσονται αναδρομές – αναλήψεις ή προβολές – προλήψεις. Οι πρώτες μα βυθίζουν πίσω από τον επεισοδιακό χρόνο της σύνθεσης, στο παρελθόν, ενώ οι προβολές μας βάζουν πέρα από το κύκλωμα των βασικών επεισοδίων, στο μέλλον. Η ενότητα 19 [2], με το θέμα της Έσχατης Κρίσης, υπερβαίνει το φυσικό χρόνο και χώρο, προβάλλοντας τη μεταφυσική εκδοχή του ποιήματος.
Πιο συγκεκριμένα, ο μύθος αναπτύσσεται παράλληλα σε τέσσερα χρονικά επίπεδα:
1. Το πρώτο καλύπτει το χρόνο του ναυαγίου και του οράματος της φεγγαροντυμένης.
2. Το δεύτερο καλύπτει το παρελθόν του ήρωα.
3. Το τρίτο καλύπτει τη ζωή του Κρητικού μετά το ναυάγιο και το χαμό της αγαπημένης του.
4. Το τέταρτο είναι ο οραματισμός της Έσχατης Κρίσης.
Κατά τον Δ.Ν. Μαρωνίτη, οι αφηγηματικοί χρόνοι είναι οι εξής:
α. το πλαίσιο χρόνου και χώρου που συνθέτουν τα βασικά ευθύγραμμα επεισόδια
β. το πλαίσιο χρόνου που περιλαμβάνει τις μνήμες του παρελθόντος και τις αναφορές στο μέλλον.
γ. ένας χρόνος άχρονος και ένας τόπος αγιασμένος, το πλαίσιο χρόνου και τόπου που τελείται η έσχατη κρίση.
δ. ο χρόνος της ποιητικής πράξης, δηλαδή ο χρόνος που δημιουργεί ο αφηγητής για την ιστορία του.
Κατά το Βελουδή, οι χρονικές βαθμίδες της αφήγησης είναι τρεις:
α. Ο μεταφυσικός χρόνος της δημιουργίας
β. Ο μεταφυσικός χρόνος της Ανάστασης
γ. Ο φυσικός – εμπειρικός – ιστορικός χρόνος του αγώνα και της περιπέτειας του Κρητικού.


Το μοτίβο της δοκιμασίας
Στον «Κρητικό» το μοτίβο της δοκιμασίας αποτελεί το διαρθρωτικό άξονα της δράσης. Το θέμα της δοκιμασίας συναντάται από την αρχή του ποιήματος. Από τους πρώτους στίχους απαντά η  δοκιμασία του Κρητικού την ώρα που παλεύει με τα κύματα της θάλασσας. Αυτό που οριοθετεί την αρχή της δοκιμασίας είναι το ναυάγιο και ο κίνδυνος του θανάτου του ήρωα και της αγαπημένης του μεσοπέλαγα. Ξαφνικά η θάλασσα ηρεμεί και βγαίνει μπροστά στον Κρητικό μια φεγγαροντυμένη. Τότε συντελείται η επέμβαση του «από μηχανής θεού», του «Συμπαραστάτη».  Ο ήρωας προσηλώνεται στο όραμα της αιθέριας γυναικείας μορφής και παραμελεί την αγαπημένη του. Η επέμβασή της δε βοηθά στη θετική έκβαση της δοκιμασίας τελικά, αφού ο Κρητικός, φτάνοντας στο ακρογιάλι, συνειδητοποιεί ότι η αρραβωνιαστικιά του είναι πεθαμένη. Αμέσως μετά την εξαφάνισή της ακούγεται ο ανεκλάλητος ήχος ο οποίος πλημμυρίζει το φυσικό χώρο και σαγηνεύει τον Κρητικό. Ο ήχος συνδέεται με το τέλος της αρραβωνιαστικιάς.. Τόσο η θαλασσινή καταιγίδα όσο και οι ομόλογες εμπειρίες της φεγγαροντυμένης και του γλυκύτατου ήχου λειτουργούν ως αντίμαχες δυνάμεις: η καταιγίδα εκπροσωπεί την αρνητική όψη της φύσης (φυσικά στοιχεία), η φεγγαροντυμένη και ο ήχος τη θετική, αλλά παραπλανητικά ευνοϊκή και γι’ αυτό πιο επικίνδυνη. Οι αρνητικές συνέπειες εκδηλώνονται σε 2 επίπεδα: στο εξωτερικό – κοινωνικό (ο αγωνιστής γίνεται ψωμοζήτης ζητιάνος) και στο εσωτερικό – ψυχολογικό (ο ήρωας βασανίζεται από νυχτερινούς εφιάλτες που ξαναζωντανεύουν τις κρίσιμες στιγμές του αγώνα του να σώσει την καλή του από τα κύματα).
Ο αναγνώστης κατά τη διάρκεια της αφήγησης πληροφορείται, με διάφορες αναδρομές στο παρελθόν, για τα κατορθώματα του Κρητικού στον αγώνα ενάντια στους Τούρκους. Πρόκειται για άλλη μια ηρωική δοκιμασία του με μεγάλη διάρκεια. Στη στροφή 2 [19], όπου γίνεται αναφορά στην ώρα της έσχατης κρίσης, κυριαρχεί πάλι το μοτίβο της δοκιμασίας. Πρόκειται για την πιο κρίσιμη και την τελική δοκιμασία του Κρητικού.
Άλλη μια δοκιμασία εντοπίζεται στο σημείο όπου ο Κρητικός, με πρόληψη στο μέλλον, οραματίζεται τον εαυτό του ως ζητιάνο, αλλά και στο σημείο όπου βασανίζεται με νυχτερινούς εφιάλτες, που του επαναφέρουν στο νου τις στιγμές που πάλευε να σώσει την αγαπημένη του.


Η φεγγαροντυμένη  
Πρόκειται για ένα αιθέριο σώμα με γυναικείες ιδιότητες για την υλοποίηση του οποίου συνεργάζονται το φως (πάνω κόσμος) και το υγρό στοιχείο (κάτω κόσμος), που είναι καθοριστικός παράγων για τη δημιουργία της ζωής. Εμφανίζεται μέσα από το νερό της θάλασσας («Λάμπρος», «Κρητικός») ή της λίμνης («Ελεύθεροι Πολιορκημένοι») και πατά πάνω σε αυτό χωρίς να το ρυτιδώνει (παραβίαση φυσικών νόμων). Η γυναικεία αυτή μορφή συνασπίζει τις τρεις υποστάσεις του φυσικού: την εξωτερική φύση, τον ηθικοπνευματικό χαρακτήρα του ανθρώπου και το Θεό.
Οι απόψεις για την ταυτότητά της ποικίλουν και καταγράφονται στην ανάλυση του κειμένου στο αντίστοιχο σημείο και στίχο.


Ο Κρητικός και η αρραβωνιαστικιά
Το ερωτικό ζευγάρι είναι ανώνυμο. Η αγαπημένη του Κρητικού είναι συνεχώς αφανής με εξαίρεση τη στροφή 2 [19], στην οποία είναι το κεντρικό πρόσωπο. Σε όλο το ποίημα βρίσκεται σε άμεση εξάρτηση από τον αγαπημένο της, καθώς η ζωή της εξαρτάται άμεσα από τη σωματική και ψυχική αντοχή του. Η αρραβωνιαστικιά αντιπροσωπεύει την προοπτική της συνέχειας της ζωής.
Από την άλλη, κύριο λόγο στο ποίημα κατέχει ο Κρητικός. Αυτός είναι ο ήρωας, ο οποίος στην πορεία του ποιήματος από πολεμιστής γίνεται ζητιάνος. Τα λόγια του χαρακτηρίζονται από παράδοξη ηρεμία. Είναι η ηρεμία του ανθρώπου που νιώθει πλημμυρισμένη την ψυχή του από αλήθεια και δεν χρειάζεται τη γνώμη του άλλου κόσμου, είναι η ηρεμία του ανθρώπου που άστραψε στο νου του το μεγαλείο της ζωής και του κόσμου και γνώρισε την περιορισμένη δύναμή του. Κατά άλλους, ο ήρωας καταλήγει να είναι ο ποιητής.


Το ποιητικό φυσικό τοπίο
Στα ποιήματα του Σολωμού η φύση δεν παίζει τον ρόλο του περιβάλλοντος αλλά αποτελεί το ίδιο το θέμα της ποίησής του. Το ποιητικό τοπίο παρουσιάζεται χωρίς λεπτομέρειες, μόνο στο γενικό του κλίμα. Ωστόσο, η περιγραφή του είναι ζωντανή και δυνατή. Στα ποιήματα του Σολωμού συναντά κανείς συχνά ουσιαστικά όπως αέρας, άστρο, αστέρι, φως, ουρανός, κόσμος, γη, νερό, θάλασσα και πέλαγος, στοιχεία που συνθέτουν το ποιητικό τοπίο. Επιπλέον, είναι δυνατό να συναντήσει κανείς ουσιαστικά που αναφέρονται στην άγρια πλευρά της φύσης (αστραπή, αστροπελέκι) και συνοδεύονται συχνά από επίθετα όπως καλός, καθαρός, δροσάτος, γλυκός.
Πίσω από το φυσικό τοπίο της σολωμικής ποίησης κρύβεται μια μεταφυσική αρχή που δηλώνεται μέσα από τη σχέση φύση – άνθρωπος. Το σολωμικό ποιητικό τοπίο είναι ο χώρος όπου τελείται η μυστική βίωση του κόσμου, δηλαδή μια βίωση που ξεπερνά τα όρια της προσωπικής μας ύπαρξης. Αντικείμενο της ποιητικής σύνθεσης του Σολωμού αποτελεί και το ανθρώπινο σώμα, με ιδιαίτερα αγαπητά στον ποιητή μέρη το μάτι, το χέρι, τη φωνή (στόμα). Το ανθρώπινο σώμα, όταν το πραγματεύεται μέσα από τις αντίρροπες καταστάσεις του έρωτα και του θανάτου, αναπτύσσεται σε ποιητικό τοπίο.


Η σχέση ανθρώπου – φύσης
Αναφορικά με τη σχέση φύσης – ανθρώπου, στα έργα των ρομαντικών ποιητών η φύση εισχωρεί στο άτομο και το άτομο μέσω της φαντασίας του επεκτείνεται στη φύση και ενώνεται με αυτή. Οι περιγραφές των τοπίων αντανακλούν ψυχικές καταστάσεις. Υποβιβάζουν, δηλαδή, το τοπίο σε ένα καθρέπτη που αντανακλά αισθήματα. Έτσι λοιπόν, κάνουν θεώρηση της φύσης σε σχέση με τον άνθρωπο και ιδίως με τον εαυτό τους, που θεωρούν σημείο αναφοράς των πάντων (εξατομικευμένη τάση) με σκοπό να ανακαλύψουν τον εαυτό τους μέσα στα πράγματα (αυτοανακάλυψη, αυτογνωσία) και να αυτοεπιβεβαιωθούν. Στη σολωμική ποίηση συμβαίνει και κάτι επιπλέον. Επικρατεί το σχήμα: αντίσταση εξωτερικών / φυσικών συνθηκών – ηθική δοκιμασία – υπαρξιακή ακεραίωση. Δηλαδή, η φύση σαγηνεύει με την ομορφιά της, αλλά παράλληλα κρύβει κινδύνους. Ο άνθρωπος γίνεται δέσμιός της, αναμετριέται με αυτή και τελικά ηττάται. Όμως κερδίζει την υπαρξιακή του ακεραίωση. Μέσα από τη σχέση φύση – άνθρωπος ο Σολωμός μπαίνει σε μια διαδικασία αυτοανακάλυψης και αυτογνωσίας. Αυτό ονομάζεται πρωταρχική εμπειρία.