Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Πολυδούρη: Μόνο γιατί μ' αγάπησες - παράλληλα κείμενα

Edgar Allan Poe " Annabel Lee"

Ήταν χρόνια και χρόνια πολύ παλιά, ένα Βασίλειο στην ακτή,
Όπου ζούσε μια κόρη που ίσως έχετε ακουστά
Με το όνομα Άνναμπελ Μ
Κι αυτή η κόρη δεν είχε άλλη σκέψη Απ' το να την αγαπώ και να μ' αγαπά κι αυτή.
Ήταν παιδί και ήμουν παιδί Στο Βασίλειο στην ακτή,
Μα η αγάπη μας ήτανε πάνω από αγάπη Εγώ και η Άνναμπελ Λη
Με μία αγάπη που γι' αυτήν τα ουράνια Σεραφείμ Ζήλευαν εμένα κι αυτή.
Κι αυτός είν' ο λόγος που, πριν καιρό Στο Βασίλειο στην ακτή
Ένας άνεμος φύσηξε απ' της νύχτας το σύννεφο Παγώνοντας την Άνναμπελ Μ.
Έτσι ήρθαν οι ευγενείς συγγενείς της Και την πήραν για πάντα μαζί,
Να την κλείσουνε μες σε μια κρύπτη Στο Βασίλειο στην ακτή.
Οι άγγελοι, όχι τόσο ευτυχείς Φθονούσαν εμένα κι αυτή
Ναι! Αυτός είν' ο λόγος (όπως όλοι ξέρουν, Στο Βασίλειο στην ακτή)
Που ο άνεμος ήρθε απ' το σύννεφο, πάγωσε
Και σκότωσε την Άνναμπελ Λη.
Μα η αγάπη μας ήταν πιο δυνατή απ' αυτό Που νιώθανε μεγάλοι πολλοί
Που νιώθανε όλοι οι σοφοί
Κι ούτε οι άγγελοι ψηλά στον ουρανό Ούτε οι δαίμονες σ' ωκεανό Βαθύ
Μπορούν να χωρίσουν την ψυχή μου απ' την ψυχή της όμορφης Άνναμπελ Μ.
Τι το φεγγάρι όταν Βγαίνει μ' όνειρα όλο με ραίνει Της όμορφης Άνναμπελ Λη
Κι αν τ' αστέρια κρυφτούν φωτεινά θα φανούν Τα μάτια της Άνναμπελ Λη
Κι έτσι στην παλίρροια, ξαπλώνω μαζί
Με την αγάπη, αγάπη μου, γυναίκα και ζωή
Στην κρύπτη τnς εκεί στην ακτή
Στον τάφο της πλάι στην ακτή.

Μ. ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ: [ΚΑΛΕ ΜΟΥ Η ΑΝΟΙΞΗ ΕΦΤΑΣΕ...]

Καλέ μου, νοιξη φτασε. Τ βράδια μ πλαν
πς παίζει στ παράθυρο τ φωτεινή της σάρπα.
Μ τ μεσάνυχτα γροικ πο φευγαλέα περν
τ θλιβερ τραγούδι σου στ νυμφική τους ρπα.
Καλέ μου, λα γυρεύουνε γλυκ ν μ κοιμίσουν
κα ν μο πον πς σβησες γι πάντα π τ γ.
Μ λα, χωρς ν θέλουνε, σένα θ μο θυμίζουν
κι᾿ νίδεα θ μο κάνουνε τ νοσταλγία πληγή.
Καλέ μου, πς πόσβησε παντοτιν ματιά σου
π τν λιο πο λλοτε μ᾿ γάπη μοχες δείξει;
Πς γινε τσι, ν βρεθ τόσο πολ μακριά σου
κι᾿ λιος σου χθρς ν μο γεν, σκοτάδι ν μ πνίξη;
Πρν π σένα πέθαναν σα μοχες ταμένα
κ᾿ στερα χάθηκες κα σ μαζί τους, τ πι ραο.
νας κυκλώνας γύρω μου τ πάντα χει θαμμένα
κα μ᾿ χει φήσει ζωνταν μόνον γι ν σ κλαίω.

L’ INSIΒIEUSE NUIT

πόψε πλανερ νυχτι μ μέθυσε πολ ρα!
Στ παραθύρι σκεφτικός,
γλυκυτάτη αγή, γρυπν ν σ προσμένω τώρα,
μ ργήσης ν φανς, φς!
λα! Μέσα μου λάμψη σου πο θ χυθ σ γαληνι
στοιχεο συχο μοιάζει.
Σ δέχεται τσι τ νερ τσι κ᾿ σκοτεινι
τν φύλλων σ᾿ ποστάζει.
κινητστε φς, χτίδες, στ σκοτεινιασμένα
τ μάτια του καθρεφτιστά.
Τώρα πο μ τν κάθε της χτύπο καρδιά μου μένα
σιμώνει τς σκις πιστά.
Jean Moreas

BELLE SOURCE...

ραία πηγή, κάθε στιγμ θέλω ν τ θυμμαι.
Μία μέρα –μ᾿ δηγοσεν φιλία-
πόσο θωροσα εφραντικά, θεά, τ πρόσωπό σου
μισοχαμένο κάτω π τ βρύα.
ς ταν νχ μείνει ατς φίλος πο τν κλαίω,
νύμφη, στ λατρεία σου κοντά.
Νναι μιγμένος στ γεράκι κόμα πο σ᾿ γγίζει
κα στ κρυφό σου κύμα ν᾿ παντ.
Jean Moreas

Ρίλκε: «Σβήσε τα μάτια μου»
Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,
τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ‘ρθω σ’ εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.

Μόνο γιατί μ' αγάπησες: μελοποίηση

Μ. Πολυδούρη: προσωπικά κείμενα


" Γιατί ένα πλάσμα σαν και μένα να ελκύει την αγάπη αυτών που συναντάει μπρος του; Γιατί να μην υπάρχει μέσα μου καρδιά παρά εκεί που δεν πρέπει; Μπορεί ποτέ κανένας να φανταστεί ότι λυπάμαι βαθιά όταν καταλάβω ότι μ'αγαπούν; Κι όμως συμβαίνει γιατί έτσι καταλαβαίνω ότι μου δίνουν κάτι που δεν αξίζω πραγματικά κι αυτό με βασανίζει. Η ψυχή μου και η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Δεν είναι αγάπη ό,τι έχω δοκιμάσει μέχρι τώρα... Ώστε είμαι έκφυλη; Θα περάσω όλη μου τη ζωή σπέρνοντας από δω κι από κει ένα ένα τα φύλλα της καρδιάς μου και δοκιμάζοντας πάντα την τρομερή αυτή πλήξη που μου αφαιρεί κάθε περιέργεια και ενδιαφέρον για τα γύρω μου; Ένα όνειρο ακαθόριστο κλείεται μέσα μου. Δεν ζητώ τίποτα πια. Ας φανερωθεί μπρος μου ο άνθρωπος που θα μπορέσω να τον αγαπήσω αληθινά με τρέλα, κι ας μη με αγαπήσει, δε με μέλλει. Θα ζω με την ευτυχία του να αγαπώ και θα πεθάνω έτσι. Δεν ανέχομαι πια την εκκρεμότητα αυτή του να κρέμεται σε μια κλωστή κάθε μου όνειρο. Γεννήθηκα για ν'αγαπώ είναι αλήθεια και δεν μου αρκεί να μ'αγαπούν. Όταν εγώ δεν αγαπώ είμαι δυστυχής κι ας με αγαπούν.

                                         (Από το ημερολόγιο της Πολυδούρη)

24-7-1929. Ατς πο ατοκτονε γιατ το ρθε μι μεγάλη λύπη στ ζωή, ατς ενε νας νάξιος τς ζως, δν πρεπε ν τν χη δεχτ καθόλου. Ενε νας μικρόψυχος. ξαιρ σους ατοκτονον γιατί ενε ρρωστοι, ετε σωματικά, ετε ψυχικά. Φυσικ ενε ταπεινωτικ ν ζ κανες στ περιθώριο τς ζως, κι᾿ μως ν ζ! Μ δν πρόκειται γι᾿ ατούς, τώρα. πόνος ενε τ φριχτ κα τ μεγάλο δρο. Ν τν δεχτς γι ν στραγγίσης τ ζω ς τν τελευταία σταγόνα. Ν τν δεχτς γι ν παλαίψης, γώνας ενε ζωή. ντίδρασή σου σ κάθε χτύπημα ενε μι νίκη, σο κι ν χάνεις λίγο λίγο δαφος, γιατί βέβαια σ θ ξαντληθς χι ζωή. // Μ ατ πεγνωσμένη προσπάθεια, τ κατανάλωμα τς ψυχς μας, τς ζως μας λης, τί φάνταστα φριχτ κα τί σεμν μεγαλειδες! «Καθκον» λέξις τριμμένη, σχεδν χωρς οσία κα μισητή. Τί νύψωμα θπρεπε ν τς δώσω, τί ντύσιμο ν τς κάνω –μλλόν τι ξεντύσιμο- γι ν τ δώσω στν γώνα τς ζως! να καθκον εγενείας. Ενε εγένεια τ δόσιμο στν καταστροφ τς ζως. Πόσες γωνις τς ψυχς σου θ φωτισθον, τί ξαΰλωμα, ξαγίασις σπαραγμός, συντριβή, ταπεινωσύνη. Στ βάθος το πόνου λοένα, πο ν τελειώνουν λα μπρς στ μάτια σου, πο ν σο λείπει πνοή, πο ν νιώθς κάθε στιγμ τ λόγχη στ σπλάχνα, τσι πέρνεται μεγάλη γαλήνη τς μορφς κα τ φωτοστέφανο τς Ζως: νας ξιος νθρωπος! τσι μόνο θ᾿ ξιωθς, ταν μεγάλη στιγμ φτάση, ν καταλάβεις βαθι τι ζησες, τι τ Ζω τν πρες λη, τι τόσο τν ξάντλησες, στε ν κανες σο πρότεινε να ξαναγύρισμα ν ρνηθς μ κάθε ελικρίνεια κα πλότητα. [Ατ ενε μεγάλη στιγμή. ναμον το θανάτου γι τ δικαίωση, τν νάπαυση, πέριττη κα ραία.] π τ περιοδικ «Νέα στία», τεχος 1331, Χριστούγεννα 1982

Απόψεις για την Πολυδούρη

«(…) Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε που άφησε τον κόσμο τούτον η Μαρία Πολυδούρη. Λίγο πριν και λίγο μετά το θάνατό της έγινε λόγος για τα ποιήματά της, για την αρρώστια που τη θέρισε νεότατη, εικοσιπέντε μόλις χρόνων, για τη ζωή της τη γεμάτη πυρετική ανησυχία, δοκιμασία και έρωτα. (…) Έπειτα την πολυβασανισμένη ύπαρξή της και το πονεμένο της έργο τα σκέπασε η σιγή.Εκείνοι που τη γνώρισαν από κάπως κοντύτερα κι εκείνοι που γνώρισαν κάπως το έργο της, αυτοί βέβαια δεν τη λησμόνησαν. Για τη ζωή της, για το τι είδος άνθρωπος ήταν, δε θα είχα σχεδόν τίποτε να πω. Δεν έτυχε να πλησιάσω την Πολυδούρη, ούτε πριν αρρωστήσει, ούτε όταν στο «Σωτηρία» πρώτα και ύστερα σε μια κλινική της οδού Πατησίων, χάραζε με χέρι που το έκαιγε η θέρμη της αρρώστιας και η θέρμη του πάθους, τους τελευταίους της στίχους. Άκουσα όμως και διάβασα πολλά γι’ αυτήν.
Τα «πολλά» αυτά συνοψίζονται σε ένα κύριο και ουσιαστικό. Στους έρωτές της ή μάλλον στον έρωτά της με τον Καρυωτάκη, γιατί μόνο για τον έρωτα αυτόν έχουμε ( ως τώρα) γραπτές και θετικές μαρτυρίες, του ποιητή και της Πολυδούρη. Της Πολυδούρη το ποίημα «Σ’ ένα νέο που αυτοκτόνησε», που είναι κάτι περισσότερο από καθαρή νύξη· καθαρή μαρτυρία. Και του Καρυωτάκη γράμματα προς την ποιήτρια, λίγον καιρό, λίγες ίσως μέρες πριν από την αυτοκτονία του. Κατά τα άλλα, η ζωή της Πολυδούρη μπορεί να συνοψιστεί σε δυο τρία σημαντικά – σημαντικά όταν τα δεις από έξω – γεγονότα. Η υπαλληλική της θητεία μερικά χρόνια στη Νομαρχία Αθηνών, ένα ταξίδι στο Παρίσι, τρία χρόνια πριν από το θάνατό της, και η αρρώστια, γεγονός και εσωτερικά και εξωτερικά σημαντικό. Ολάκερο το δεύτερο βιβλίο της, το Ηχώ στο χάος, όπου βρίσκονται τα πιο πονεμένα και πιο ξεχειλισμένα από ερωτικό πάθος ποιήματά της, το έγραψε στο «Σωτηρία». Είχε ακόμα δυνάμεις. Και πώς τις σπαταλούσε! Όχι μόνο ξαναμπαίνοντας ολάκερη, καθώς έγραφε τα ποιήματά της, στο καμίνι του έρωτα, αλλά και με χίλιους άλλους τρόπους. Ασφαλώς θα είχε καταλάβει, με το σίγουρο προαίσθημα μερικών αρρώστων, ότι ήτανε ανέκκλητη η καταδίκη της, και νευρικά, πυρετικά, βιαζόταν να πιει τις τελευαταίες στάλες που έμεναν γι’ αυτήν στο κύπελλο της ζωής. Αργότερα, στην κλινική «Καρυοφύλλη», είχε καταθέσει πια τα όπλα, όλες οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει. Δε σάλευε, δε μιλούσε. Μόνον κάπου – κάπου ανοιγόκλειναν τα ωραία μεγάλα της μάτια που είχαν ακουμπήσει τόσο λαίμαργα αλλά και τόσο λίγο καιρό σε όλες τις ομορφιές της ζωής.
Η ποίηση της Πολυδούρη δεν πρέπει να κριθεί με αυστηρά καλλιτεχνικά μέτρα. Δεν είναι καρπός μιας υποταγής επίμονης, χωρίς καμιά παρέκκλιση, σχεδόν θρησκευτικής, στο νόημα της τέχνης, η μετουσίωση σε αυτοδύναμο σώμα αισθητικό της ζωικής εμπειρίας. Είναι ανάβρυσμα της στιγμής, με τα καλλιτεχνικά μέσα που δίνει η στιγμή στην ποιήτρια, του αισθήματος που την κατακλύζει. Πραγματικά, υπάρχουν πολλά γνωρίσματα του αυτοσχεδιασμού στα ποιήματα της Πολυδούρη· πεζολογίες, κοινοτοπίες, ατημελησίες, περισσολογίες. Άγρυπνη συνείδηση καλλιτεχνική δεν εποπτεύει τη δημιουργία της. Συχνά όμως στη φράση της, στη λέξη της διοχετεύει το πάθος που δονεί την ψυχή της και αυτή η ζέστα του πάθους, του γυμνού αμετουσίωτου, είναι το στοιχείο που μας θερμαίνει κι εμάς:
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου (…)
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.
Ο τελευταίος στίχος θα μπορούσε να είναι της Ντεμπόρντ Βαλμόρ, άλλης – μεγάλης – ερωτόπαθης ποιήτριας, από τέτοια πλησμονή του πάθους ξεχειλίζει. Δεν πρέπει να λησμονούμε άλλωστε ότι τους πιο παθητικούς, τους πιο φλογερούς στίχους της τους έγραψε άρρωστη η Πολυδούρη, στους στερνούς μήνες της ζωής της και ότι η θέρμη της αρρώστιας, όπως τόσο συχνά συμβαίνει, πολλαπλασιάζει τον οίστρο του πάθους. Αλλιώς αντικρύζει τ’ αγαθά της ζωής και ένα από τα πιο μεγάλα, τον έρωτα, ένας που δεν έχει κανένα λόγο να πιστεύει ότι δε θα ζήσει ακόμα, κι εκείνος που αισθάνεται ότι είναι μετρημένες οι μέρες του.
 (…) Ομορφιά της ζωής, πόνος. Ανάμνηση του έρωτα, πάλι πόνος. Τους συσχετισμούς αυτούς, που γεννιούνται αυτόματα στην ψυχή τής θανάσιμα τραυματισμένης ποιήτριας, τους βλέπουμε να γεννιούνται με τον ίδιο αυτοματισμό και στην ποίησή της. (…) Τον έρωτα που δεν τον χάρηκε όσο θα το ‘θελε διαρκώς αναπολεί, νοσταλγεί, ονειρεύεται. Και ο έρωτας είναι πάντα σχεδόν ανακατεμένος με τ’ όραμα ενός νεκρού (…) Η ποίηση της Πολυδούρη σκιρτά απ’ τη λαχτάρα και από τη μέθη της ζωής. Και μόνο στο τέλος τρεκλίζει από τον πόνο».

"Τα αισθήματα επίσης είναι γνωστά, μάλλον ένα και μόνο αίσθημα: ο έρωτας και μάλιστα ο πιο γνήσια γυναικείος αισθηματικός έρωτας με τις αποχρώσεις της μελαγχολίας, νοσταλγίας, περιπάθειας, τρυφερότητας, θανάσιμης απελπισίας (…) Ο έρωτας από αισθηματική πληρότητα ξεπερνάει τον ίδιο το χώρο του αισθηματισμού και γίνεται δύναμη, που μεταμορφώνει την ύπαρξη, μέσα στο λαμπρό φως μιας μυστικής γέννησης" … Συνήθως η αυθορμησία είναι το έδαφος της πρώτης ύλης, που έρχεται άμεσα από την ψυχή μαζί με τη φωνή, η ίδια φυσική φωνή ως φορέας συναισθημάτων. Χρειάζεται πάντα και κάτι άλλο για να γίνει ποίηση αυτή η πρώτη ύλη. Χρειάζεται τέχνη, που θα μετουσιώσει την ύλη σε μουσική, αφού την απαλλάξει από το βάρος της ζωτικής ανάγκης, που την κρατεί στο επίπεδο των συναισθηματικών εκκενώσεων. Και όμως η ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη μοιάζει να' ναι ευθύς αμέσως έτοιμη, χωρίς να 'χει ανάγκη να υποστεί αυτή την αλλοίωση και διαμόρφωση, σάμπως ο παράγων Τέχνη να 'ναι σύμφυτος με την ύλη και βγαίνει μαζί της με τη φωνή. Κινδυνεύει να μην είναι αποτέλεσμα από τη διαμορφωτική ενέργεια του πνεύματος, αλλά κατάσταση ψυχής."
 "Το βλέπει κανείς πως η ποίηση αυτή είναι σκέτη, απλή ομιλία και εξομολόγηση"  (Γιώργος Θέμελης)

 "Είναι λυρική και όχι μόνον υπό την γραμματολογικήν έννοιαν" … Η ποιητική γλώσσα και η ομοιοκαταληξία της Πολυδούρη ως και η στιχουργία αυτής, παρ' όλην την ποικιλίαν των ευχερώς χρησιμοποιηθέντων ρυθμών, από της οποίας μετέστη, τέλος εις τον ελεύθερον στίχον, χαρακτηρίζεται υπό φυσικότητος. … Η ποιητική έκφραση είναι γι’ αυτήν ζωτική ανάγκη, γιατί λειτουργεί σαν πράξη λύτρωσης από τα πάθη της, σαν απαραίτητη προϋπόθεση για την ψυχική της ηρεμία. Μπροστά σ’ αυτή την επιτακτική ανάγκη έκφρασης, τα ζητήματα τεχνικής περνούν σε δεύτερη μοίρα. Αδυνατεί και, κυρίως, αδιαφορεί να υποτάξει το χειμαρρώδη λυρισμό της σε συμμετρικά σχήματα"
( Τέλλος Άγρας)
 
 "(…) η Πολυδούρη έχει κατά βάθος κάτι το δαιμονικά ανυποχώρητο. Παρόμοια με τον Καρυωτάκη, θηρεύει κι εκείνη με τον τρόπο της το απόλυτο, που γίνεται μάλιστα στην περίπτωσή της πιο τελεσίδικα ανέφικτο, καθώς ο ασίγαστος ερωτισμός της τη σπρώχνει τελικά να το εντοπίσει στη μορφή του αυτόχειρα ποιητή, όταν ο θάνατος τον είχε κάνει απλησίαστο, ώσπου δεν της μένει πια παρά "στου έρωτα την άγρια καταιγίδα να ιδεί να μετρηθούν γι' αυτήν θάνατος και ζωή"… Γιατί η Πολυδούρη έγραφε τα ποιήματά της όπως και το ατομικό της ημερολόγιο. Η μεταστοιχείωση γινόταν αυτόματα και πηγαία. Κι αν στους περισσότερους της νεορρομαντικής σχολής το βιωματικό στοιχείο - τόσο κυριαρχικό σε όλους τους - ήταν μια πρώτη ύλη που περνούσε από διαδοχικές διαφοροποιήσεις, ώσπου να φτάσει στο ποίημα, γι' αυτήν η έκφραση εσήμαινε κατ' ευθείαν μεταγραφή των γεγονότων του συναισθηματικού της κόσμου στην ποιητική γλώσσα της εποχής, με όλες τις εξιδανικεύσεις, τις ωραιοποιήσεις και τις υπερβολές, που της υπαγόρευε η ρομαντική της φύση κι η ατμόσφαιρα του περιβάλλοντος.
( Κώστας Στεργιόπουλος)

 Η λυτρωτική λειτουργία της ποίησης βοηθά την Πολυδούρη να βρει διέξοδο στο εκρηκτικό πάθος της, που εκδηλώνεται σε δύο άξονες, τον έρωτα και το θάνατο. Η ρομαντική της φύση την κάνει να αντιφάσκει, να αιωρείται ανάμεσα στη δίψα της για τον έρωτα και την ένταση της ζωής και νοσηρό, τραγικό προαίσθημα του θανάτου. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για αντίφαση, η μεταφυσική βεβαιότητα ότι ο θάνατος πλησιάζει επιταχύνει και εντατικοποιεί τους ρυθμούς της ζωής, ώστε να ικανοποιηθεί η άπληστη ανάγκη για έρωτα … Ο συνηθισμένος τύπος λογοτέχνη είναι αυτός που ζει για να γράφει. Εκείνος, δηλαδή, για τον οποίο τα ίδια τα πάθη αποκτούν αξία μόνο απ' τη στιγμή που θα βρουν καλλιτεχνική έκφραση. Η Πολυδούρη όμως ζει για να ζήσει. Κι όταν χαράζει στο χαρτί τους στίχους της, δεν αποβλέπει στον αναγνώστη, αλλά στην ίδια τη δική της ανάγκη να δώσει στο ηφαίστειό της διέξοδο (Γ. Χατζίνης).


Τα ποιήματά της παρουσιάζουν μια εικόνα ατημελησίας. Φθαρμένα υλικά, κοινότοπες εικόνες, κοινόχρηστες λέξεις, φλύαροι πλατειασμοί, αισθηματολογία, μελοδραματισμός, ελλιπής γλωσσική και στιχουργική επεξεργασία, τετριμμένη θεματολογία. Αυτό που διασώζει την ποίησή της είναι η γνησιότητα του πάθους της, που οδηγεί κάποιες φορές σε δραματικές κορυφώσεις ανεπανάληπτες, και η μουσικότητα του στίχου που αποδίδει τις συναισθηματικές μεταπτώσεις. Είναι η βάση της κατά τ ’άλλα ορμεμφυτικής και ανοργάνωτης ποιητικής της
(Κ. Στεργιόπουλος).

 Η Μαρία Πολυδούρη υπήρξε γνήσιο παιδί των ιστορικών και αισθητικών παραμέτρων της εποχής της. Η στενή σχέση αλληλεπίδρασης, έως και ταύτισης, ζωής και έργου είναι θεμελιώδης αρχή των νεορομαντικών. Η σύνδεση ζωής και έργου κατά τη διαδικασία της ποιητικής σύνθεσης ήταν αυτονόητη για την Πολυδούρη. (elogos.gr)

 Οι στίχοι της είν' ατημέλητοι και τους διακρίνει μελαγχολία, ρέμβη και διάθεση για φυγή. ( Έλλη Αλεξίου)

Δυο βιβλία που περιέχουν περισσότερο θάνατο από σελίδες... Έτσι όπως μας έρχονται από την ολοκληρωτική της νύχτα, έχουν την υποβλητικότητα ενός μεγάλου θρήνου... ( Ουράνης)
                                  
                                                             (Κλέων Παράσχος)

Μαρία Πολυδούρη (1902 – 1930): «Μόνο γιατί μ’ αγάπησες»


 
Γενικά στοιχεία
 
Η Μαρία Πολυδούρη ανήκει στη νεορομαντική σχολή (μείγμα ρομαντισμού και συμβολισμού). Η σχολή αυτή χαρακτηρίζεται από χαμηλούς, ατμοσφαιρικούς και υποβλητικούς τόνους και μουσικότητα που αποδίδουν τη θλίψη, τη μελαγχολία, τη νοσταλγία ακόμα και το θάνατο.
Παρεκκλίνει από τους αυστηρούς κανόνες της μετρικής έτσι ώστε να φορτιστεί λυρικά ο στίχος. Θεμελιώδης αρχή των νεορομαντικών είναι η στενή σχέση, που φτάνει μέχρι και την ταύτιση, ζωής και έργου. Το ίδιο συμβαίνει και στη Μαρία Πολυδούρη, αφού  το βιωματικό υλικό αποτελεί την πρώτη ύλη για το έργο της. Όμως σ’ αυτό το σημείο εντοπίζεται και η διαφορά της από τους υπόλοιπους νεορομαντικούς: ενώ οι άλλοι ξεκινούσαν από τα βιώματά τους, τα οποία όμως επεξεργάζονταν πριν τα μετουσιώσουν σε ποίηση, η Πολυδούρη μετέφερε αυτομάτως τα βιώματα και τα συναισθήματά της σε ποίηση, χρησιμοποιώντας το νεορομαντισμό ως εργαλείο που ταίριαζε στην ιδιοσύστασή της. Η αυτόματη καταγραφή των συναισθημάτων της θέτει σε δεύτερο πλάνο την τεχνική και τα ποιητικά σχήματα. Έτσι, εκείνο που την καταξιώνει ως ποιήτρια είναι η γνησιότητα του πάθους που κατά περιπτώσεις κορυφώνεται και η μουσικότητα του στίχου που αποδίδει τα συναισθήματά της και τις μεταπτώσεις τους. «Συνήθως η αυθορμησία είναι το έδαφος της πρώτης ύλης, που έρχεται άμεσα από την ψυχή μαζί με τη φωνή, η ίδια η φυσική φωνή ως φορέας αισθημάτων. Χρειάζεται πάντα και κάτι άλλο για να γίνει ποίηση αυτή η πρώτη ύλη. Χρειάζεται η τέχνη, που θα μετουσιώσει την ύλη σε μουσική, αφού την απαλλάξει από το βάρος της ζωτικής ανάγκης που την κρατεί στο επίπεδο των αισθηματικών εκκενώσεων. Και όμως η ποίηση της Πολυδούρη μοιάζει να’ναι ευθύς αμέσως έτοιμη, χωρίς να έχει ανάγκη να υποστεί αυτή την αλλοίωση και διαμόρφωση, σάμπως ο παράγων Τέχνη να είναι σύμφυτος με την ύλη και βγαίνει μαζί της με τη φωνή. Κινδυνεύει να μην είναι αποτέλεσμα από τη διαμορφωτική ενέργεια του πνεύματος, αλλά κατάσταση της ψυχής». (Γ. Θέμελης)
Αυτή η ποιητική της στάση απηχεί και την άποψή της για το ρόλο της ποίησης. Η ποίηση γι’ αυτήν είναι μια ζωτική ανάγκη που τη λυτρώνει από τα πάθη της και της δημιουργεί ψυχική ηρεμία, στοιχείο απαραίτητο για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή της. Έτσι η Πολυδούρη δε ζει για να γράφει  αλλά γράφει για να μπορέσει να ζει. Το πάθος από το οποίο λυτρώνεται μέσω της ποίησης, έχει δύο άξονες: τον έρωτα και το θάνατο, δύο μοτίβα που κυριαρχούν στην ποίησή της. «Τα αισθήματα επίσης είναι γνωστά, μάλλον ένα και μόνο αίσθημα: ο έρωτας και μάλιστα ο πιο γνήσια γυναικείος αισθηματικός έρωτας με τις αποχρώσεις της μελαγχολίας, νοσταλγίας, περιπάθειας, τρυφερότητας, θανάσιμης απελπισίας. Όμως όλα τούτα τα γνωστά τα σώζει μια πνοή αλήθειας, που ενώ είναι κατάσταση ζωής, δεν βουλιάζει στην πεζολογία που πληγώνει, κατορθώνει και κινείται τις περισσότερες στιγμές πάνω από την τριβή, είναι, να πει κανείς, το τριμμένο διασωμένο μέσα σε έναν αέρα μουσικής, που βεβαιώνει την παρουσία της ψυχής, μιας ψυχής γυναικείας με την ιδιαίτερη εκείνη υφή της θηλυκότητας. Το βλέπει κανείς πως η ποίηση αυτή είναι σκέτη, απλή ομιλία και εξομολόγηση. Ο έρωτας από αισθηματική πληρότητα ξεπερνάει τον ίδιο το χώρο του αισθηματισμού και γίνεται δύναμη, που μεταμορφώνει την ύπαρξη, μέσα στο λαμπρό φως μιας μυστικής γέννησης» (Γ. Θέμελης).
Η πίστη της στη ζωή (ιδιαίτερα στην ερωτική εκδοχή της) είναι στενά συνδεδεμένη με την ποίηση. Αυτά τα δύο στοιχεία αλληλοσυμπληρώνονται και λειτουργούν το ένα μέσα από το άλλο. Η Πολυδούρη χρησιμοποιεί την ποίηση ως το μέσο εξωτερίκευσης του έρωτά της και γι’ αυτό το ποίημα αποτελεί ένα ερωτικό μήνυμα μέσα από το οποίο εκτονώνει τα έντονα συναισθήματά της. Η ποίηση όμως δεν είναι μόνο το μέσο εκτόνωσης αλλά και το μέσο επανατροφοδότησης της  αγάπης, ενίσχυσης της αγάπης. Έτσι η αγάπη δίνει νόημα στη ζωή και η ποίηση επιτελεί τον ύψιστο σκοπό της μόνον όταν υμνεί την αγάπη. «Δεν ξέρουμε αν η ίδια η ποιήτρια είχε συνείδηση της εξαιρετικής οξύτητας των ερωτικών της κραυγών. Προπάντων, αν είχε σκεφθεί άμεσα τον αναγνώστη, αν έγραφε για τον αναγνώστη, με άλλα λόγια για τη φήμη. Ο συνηθισμένος τύπος του λογοτέχνη είναι εκείνος που ζει για να γράφει. Εκείνος, δηλαδή, για τον οποίο τα ίδια τα πάθη αποκτούν αξία μόνο από τη στιγμή που θα βρουν έκφραση καλλιτεχνική. Η Πολυδούρη όμως ζει για να ζήσει. Κι όταν χαράζει στο χαρτί τους στίχους της, δεν αποβλέπει στον αναγνώστη, αλλά στην ίδια τη δική της ανάγκη να δώσει στο ηφαίστειό της διέξοδο. Παρ’όλα αυτά, νομίζω πως φτάνει να αγγίξουμε με το δάχτυλο την πληγή της Πολυδούρη, για να νιώσουμε να μας διαπερνάει το ρίγος που έκανε και την ίδια να βγάζει αυτές τις κραυγές:
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου…
Πότε άλλοτε η ποίηση μας ανέβασε σε τέτοιες κορυφές ερωτικής απελπισίας;»(Γ. Χατζίνης)
Το ποίημα ανήκει στη συλλογή «Οι τρίλιες που σβήνουν» (1928) και αξίζει να παρατηρήσει κανείς ότι η ποιήτρια αναφέρεται στην αξία της αγάπης του άλλου προς αυτήν.


Ανάλυση του κειμένου
 
Ο τίτλος επαναλαμβάνεται στην αρχή των στροφών του ποιήματος και με τη χρήση του β΄ ενικού προσώπου συγκεκριμενοποιείται το περιεχόμενό του: θα μιλήσει για κάποιον συγκεκριμένο έρωτα που αποτέλεσε την έμπνευσή της.

Α΄ στροφή: Η χρήση του ρήματος «τραγουδώ» στην αρχή του ποιήματος παίρνει μια ευρύτερη σημασία και αναφέρεται σε ολόκληρη την ποιητική διαδικασία, από την έμπνευση μέχρι την ολοκλήρωση του ποιήματος. Η μουσικότητα που εμφανίζεται στο ποίημα, το κάνουν να φαίνεται ως ερωτικό τραγούδι. Με το στίχο «παρά γιατί μ’ αγάπησες» γίνεται φανερό τόσο το κίνητρο, που είναι η αγάπη, όσο και ο στόχος που είναι να γίνει γνωστή αυτή η αγάπη. Πρόκειται για αγάπη που βιώθηκε «στα περασμένα χρόνια» και που συνεχίζει να υπάρχει ανεξάρτητα από χρόνο και καιρικές συνθήκες: σε καλοκαίρι, σε ήλιο, σε βροχή, σε χιόνια. Εκείνο που επικρατεί είναι η ανάμνηση: όσο περνά ο χρόνος τόσο το συναίσθημα της αγάπης κατασταλάζει και γίνεται πιο ισχυρό. Πρόκειται για μια αγάπη που συμπλήρωσε όλα τα κενά, δημιούργησε πληρότητα και  ανάγκη για έκφραση αυτού του συναισθηματικού «γεμίσματος» δημιουργεί αυτό το “τραγούδι”.

Β΄ στροφή: Από την αρχή προσδιορίζεται τόσο το γεγονός ότι πρόκειται για μια ερωτική αγάπη όσο και ότι πρόκειται για μια δυναμική, γεμάτη ένταση αγάπη: «με φίλησες στο στόμα». Με μια παρομοίωση (σαν κρίνο ολάνοιχτο) και μια μεταφορά (έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου) παρουσιάζεται το αποτέλεσμα αυτής της αγάπης: η ποιήτρια αισθάνεται ως ολάνοιχτο κρίνο με την ωραιότητα που τον διακρίνει καθώς και ένα σκίρτημα στην ψυχή. Τόσο η εικόνα του κρίνου όσο και η επιλογή του «ρίγους» ως αντίδραση, σημασιοδοτούν μια μεγάλη και ποιοτική αγάπη, η οποία μάλιστα δεν αναφέρεται μόνο στο παρελθόν αλλά έχει διάρκεια τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον (είμαι – ακόμα). Φαίνεται καθαρά και από τις δύο πρώτες στροφές ότι ο έρωτας εμφανίζεται με δύο δυναμικές: τη δυναμική του μέλλοντος που εκφράζεται με την ελπίδα και τη δυναμική του παρελθόντος που εκφράζεται με την ανάμνηση. «Όμως και πάλιν, για να βαστάξει τον πόνο της και να δικαιώσει τη ζωή της – με την πιο μεστή και εξαίσια δικαίωση – και για να αντιπροβάλει ένα φως στο μέγα σκοτάδι του φριχτού Οράματος, της φτάνει που ένας άνθρωπος την αγάπησε, της φτάνει που ένας άνθρωπος την κράτησε στα χέρια του μια νύχτα και τη φίλησε στο στόμα. Είναι τόσο πλούσια, τόσο μεγάλη αυτή η χαρά, ώστε τη γεμίζει ακόμα και νικάει τον πόνο της, και η ματωμένη φωνή που σκίζεται – μα και που βρίσκει πάντα τη δύναμη να είναι ένας γλυκύτατος κελαϊδισμός – ξεχύνεται στο πιο θεσπέσιο κι ακράτητο ερωτικό υμνολόγημα:
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου… (Κλέων Παράσχος).

Γ΄ στροφή: Η στροφή ξεκινά με το σχήμα της συνεκδοχής (το όργανο αντί για την ενέργεια που παράγεται μέσω αυτού): «τα μάτια σου με κύτταξαν» και αμέσως διακρίνει κανείς το κυρίαρχο στοιχείο: το ερωτικό βλέμμα που παρουσιάζεται ιδιαίτερα δυνατό και έντονο αλλά και ποιοτικό αφού μέσα από αυτό μπορεί κανείς να διακρίνει την ψυχή, τα εσώψυχα και τα μύχια του ανθρώπου που αισθάνεται αγάπη. Έτσι, γίνεται φανερό ότι τα μάτια εκπέμπουν ένα ιδιαίτερο μήνυμα ανάμεσα σε ανθρώπους που βρίσκονται σε συναισθηματική έλξη (μην ξεχνάμε και την άποψη του Σολωμού ότι τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής). Το ερωτικό βλέμμα μπορεί να έχει καταλυτική επίδραση πάνω στο δέκτη: «περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο / της ύπαρξής μου στέμμα». Η μεταφορά που χρησιμοποιείται (της ύπαρξής μου στέμμα) δείχνει την υπέρτατη ευτυχία στην οποία βυθίζεται ο δέκτης του ερωτικού βλέμματος. Ακόμα και η ίδια η ύπαρξή του επιβεβαιώνεται και αποκτά νόημα.

Δ΄ στροφή: Εδώ η αγάπη είναι ο μοναδικός λόγος ύπαρξης. Η γέννηση ταυτίζεται με την αγάπη που εκείνος εκπέμπει. Ο έρωτας δίνει νόημα στη ζωή και έτσι η ποιήτρια αποκτά υπόσταση. Με την επανάληψη της λέξης «ζωή» δίνεται η βαρύτητα του αγαπημένου προσώπου πάνω στην ίδια της την ύπαρξη: η άχαρη ζωή απέκτησε ωραιότητα και πληρότητα με τον έρωτα αυτόν. Τα ερωτικά υποκείμενα (εγώ-εσύ) είναι απόλυτα ταυτισμένα αφού το ένα ζει μέσα από την αγάπη του άλλου και διαφαίνεται ότι ο μοναδικός σκοπός της ζωής είναι η βίωση της αγάπης με έντονο και ποιοτικό τρόπο. Παρατηρεί επίσης κανείς μια σύγχυση της σκέψης και έναν αδέξιο χειρισμό της γλώσσας στους τρεις μεσαίους στίχους της στροφής, στοιχείο που υποδηλώνει ένα ερωτικό σκίρτημα της γυναίκας.

Ε΄ στροφή: Στη στροφή αυτή ολοκληρώνεται η ταύτιση των δύο προσώπων που τόσο πολύ αγαπήθηκαν. Η ζωή είναι ωραία μόνο όταν υπάρχει το πρόσωπο που αγαπάμε. Οι ερωτικές στιγμές και αναμνήσεις μένουν και γεμίζουν τη θύμηση και την ύπαρξη των ανθρώπων. Με την αποστροφή «ωραίε» και τη μεταφορά «βασίλεψε» γίνεται φανερό ότι ο έρωτας έχει πια πεθάνει, έχει τελειώσει και η ζωή που έπαιρνε νόημα απ’ αυτόν τώρα αποτελεί βάρος. Πριν χαθεί όμως ο έρωτας είχε προλάβει να αγαπήσει και να αγαπηθεί και γι’ αυτό η ποιήτρια αναφέρει ότι «γλυκά πεθαίνω»: η ζωή της δικαιώθηκε μέσα από τον ποιοτικό (ωραία) έρωτα που έζησε. Ο έρωτας έχει δύσει αλλά η ποιήτρια με ζωντανό ακόμα το ρίγος, κρατά μέσα της τις αναμνήσεις και πεθαίνει από ευδαιμονία και συγκίνηση που μόνο ο έρωτας προκαλεί. Έτσι, μπορεί κανείς να θεωρήσει ότι η στροφή δε μιλά για βιολογικό θάνατο αλλά για θάνατο του έρωτα.


Συμπεράσματα
 
Είναι φανερό ότι η ποιήτρια μιλάει για την αγάπη εκείνου προς αυτήν και καθόλου για τη δική της αγάπη. Εύλογα όμως, αντιλαμβάνεται κανείς ότι με τα λόγια της αντανακλά και τη δική της αγάπη προς εκείνον. Πρόκειται για μια έμμεση ερωτική εξομολόγηση προς ένα πρόσωπο νεκρό και  γι’ αυτό ουσιαστικός αποδέκτης αυτής της εξομολόγησης είναι η ίδια η ποιήτρια, που νιώθοντας ότι μιλά σε κάποιον άλλον, οργανώνει και διατυπώνει περισσότερο νηφάλια και με σαφήνεια τα συναισθήματά της. Η μουσικότητα του ποιήματος φαίνεται από τη χρήση ιαμβικού στίχου, από την εναλλαγή 12σύλλαβων και 7σύλλαβων στίχων με χρήση ακόμα και 11σύλλαβων στίχων, επαναλήψεις στίχων και από την ομοιοκαταληξία (α΄ - ε΄ / β΄ - δ΄ / γ΄ μόνος του). Η ποιητική γλώσσα και η ομοιοκαταληξία της Πολυδούρη ως και η στιχουργία αυτής, παρ’όλη την ποικιλία των ευχερώς χρησιμοποιηθέντων ρυθμών, από της οποίας μετέστη τέλος εις τον ελεύθερον στίχον, χαρακτηρίζεται από φυσικότητα. Είναι λύρική και όχι μόνον υπό την γραμματολογικής έννοιαν, αλλά και υπό την τεχνικήν, τουτέστιν, εις την ουσίαν και την υφήν της ποιητικής μορφής, όπου επιδιώκει την λεπτόπτητα, την λιτότητα, την διαφάνειαν και την οξύτητα. Η λυρική ελεγεία εμφανίζεται εις σημεία τινα του έργου της με αρτιότητα ουχί συνήθους». (Τέλλος Άγρας).
Η αναδίπλωση του στίχου που παρουσιάζεται στην αρχή και το τέλος κάθε στροφής είναι χαρακτηριστικό στοιχείο του ποιήματος. Το ίδιο φαινόμενο ισχύει και για την αρχή και το τέλος του ποιήματος: «γιατί μ’ αγάπησες». Με κάθε μία από τις φράσεις που επαναλαμβάνονται στην αρχή και το τέλος κάθε στροφής αποδίδονται οι βασικές διαστάσεις του έρωτα:
β΄ στροφή: «μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου»→
                     σωματική διάσταση
γ΄ στροφή: «μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν» →
 ψυχική διάσταση
δ΄ στροφή: «μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα» → το συνολικό αποτέλεσμα του έρωτα στην ίδια την ύπαρξη
α΄ και ε΄ στροφή: «γιατί μ’ αγάπησες» → αποτελεί εισαγωγή στο θέμα και το παρουσιάζει στις γενικές του γραμμές
Το ποίημα είναι ένα τυπικό δείγμα ενός ακραιφνούς λυρισμού: η ποίηση υπάρχει σε αναφορά με τον άλλο


1)     
Απαντήσεις στις ερωτήσεις του βιβλίου
 
Η ποίηση για την Πολυδούρη αποτελεί τον τελικό σκοπό της ζωής της και μάλιστα λειτουργεί ως ένας τρόπος να επικοινωνήσει και να έρθει πιο κοντά σε κείνους που αγαπά («ήταν μόνον για κείνον»)
2)      Δες στα Συμπεράσματα
3)      Η Πολυδούρη θεωρεί την ποίηση ως ένα μέσο έκφρασης συναισθημάτων και εκείνο που επιδιώκει είναι να εκφράσει τον έρωτα με μια ερωτική ποίηση χαμηλών τόνων που αποδίδει τη δύναμη και την ένταση του ερωτικού συναισθήματος. Όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στη λυρική ποίηση
4)      Μέσα στο σύστημα των αξιών της ζωής και της ποίησης, η υπέρτατη αξία είναι ο έρωτας. Με αυτή την αξία πιστεύει ότι γεφυρώνονται η ζωή και η ποίηση. Έτσι η έκφραση των συναισθημάτων μέσω της ποίησης υπηρετεί τη ζωή και τις καταστάσεις της. Γι’ αυτό και η ποίηση επιτελεί τον ύψιστο σκοπό της όταν υμνεί την αγάπη.








Μαρία Πολυδούρη: «Μόνο γιατί μ’ αγάπησες»

Θέματα προς διαπραγμάτευση
  1. Το έργο της Πολυδούρη έχει συσχετιστεί σε μεγάλο βαθμό με εκείνο του Καρυωτάκη. Ο συσχετισμός οφείλεται στην επίδραση του δεύτερου πάνω στην πρώτη αλλά και στην ερωτική σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους. Ο συσχετισμός αυτός: α) ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα; Και β) πόσο νόμιμος είναι;

  1. Το ποίημα χαρακτηρίζεται από ένα εκφραστικό σχήμα αναδίπλωσης συνολικά αλλά και στο επίπεδο της στροφής. Η επιλογή αυτής της δομής ποιους σκοπούς υπηρετεί;

  1. Είναι χαρακτηριστικό πως σε ένα ποίημα στο οποίο, πέρα από το σύνδεσμο ποίησης και ζωής / έρωτα , το κυρίαρχο θέμα αποτελεί ο έρωτας, η ομιλήτρια του ποιήματος αναφέρεται συνεχώς στην αγάπη εκείνου προς αυτήν, ενώ δεν αναφέρεται σε κανένα σημείο στη δική της αγάπη προς εκείνον. Αν διαβάσουμε το ποίημα ως απλώς ερωτικό, αυτή η ιδιαιτερότητα  σημαίνει πως το ποίημα διηγείται μια ερωτική ιστορία μονόπλευρης ή χωρίς ανταπόδοση αγάπης;

  1. Στην πρώτη στροφή του ποιήματος γίνεται αναφορά στην ύπαρξη κάποιας αιτίας ή κάποιων συνθηκών της γραφής; Εκτός από την αιτία που αναφέρεται, θα μπορούσαν να υπάρξουν και άλλοι λόγοι για να γράψει κάποιος ποίηση ή να εκφράσει καλλιτεχνικά τα αισθήματά του;

  1. Υπάρχουν αντιστοιχίες ανάμεσα στο ποίημα της Πολυδούρη και στο ακόλουθο ποίημα της Cristina Rossetti;

Τραγούδι
Όταν πεθάνω, αγαπημένε μου,
Μη γράψεις ποιήματα για μένα λυπημένα
Ρόδα μη φυτέψεις στο κεφάλι μου
Μήτε και κυπαρίσσια σκιερά:
Να’σαι η χλόη πάνω μου η πράσινη
Υγρή απ’τη δροσιά και τη βροχή:
Κι αν θες, θυμήσοου,
Ή πάλι, ξέχνα, αν έτσι θες.

Τις σκιές εγώ δεν θα τις βλέπω,
Τη βροχή δεν θα φοβάμαι.
Το αηδόνι δεν θα ακούω
Να τραγουδά σαν λυπημένο:
Κι ονειρευόμενη με ς στο λυκόφως
Το ακίνητο ανάμεσα σ’ανατολή και δύση,
Ίσως και να θυμάμαι ευχάριστα,
Ίσως ευχάριστα και να ξεχνώ.