Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το αμάρτημα της μητρός μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το αμάρτημα της μητρός μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Για το Αμάρτημα της μητρός μου

Ο αφηγητής και η μητέρα του είναι τα μόνα πρόσωπα με αφηγηματικές λειτουργίες στο κείμενο. Τα υπόλοιπα πρόσωπα αποτελούν απλώς σημεία αναφοράς, σημάδια ότι υπάρχει κοινωνία και οικογένεια. Έτσι, η δυαδική αφηγηματική δομή προσφέρει δύο δυνατότητες εισόδου: από την οπτική γωνία του αφηγητή ή από την οπτική γωνία της μητέρας…
… η οπτική γωνία της μητέρας παραμένει αμετάβλητη καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης, ενώ η οπτική γωνία του αφηγητή μεταβάλλεται, καθώς κατανοεί καλύτερα τόσο τι έχει συμβεί όσο και από ποια αίτια διέπεται η συμπεριφορά της μητέρας. Η μεταβολή της οπτικής γωνίας του αφηγητή υποβοηθείται από τη μεγάλη διάρκεια της αφήγησης και από το γεγονός ότι αυτός δεν αφηγείται από ένα ορισμένο χρονικό σημείο αλλά παρακολουθεί τα γεγονότα αφηγούμενος ταυτόχρονα, από μικρό παιδί έως ώριμος άνδρας.

Το διήγημα, ήδη από την πρώτη του σελίδα, προσδιορίζει τα αντιθετικά ζεύγη που θα καθορίσουν το νόημα: το πρώτο ζεύγος, ο ενικός και ο πληθυντικός αριθμός· το δεύτερο, το κορίτσι και τα αγόρια· το τρίτο, ο νεκρός (πατέρας, που τα ρούχα του ντύνουν τα αγόρια) και οι ζωντανοί (μητέρα και παιδιά)· το τέταρτο, το συναίσθημα ή η πρόθεση (η αδέκαστος ενδόμυχος στοργή της μητρός) και οι πράξεις, που φυσικά γεννούν ζηλοτυπίες· το πέμπτο, η γνώση και οι απορίες. Τα πέντε αυτά ζεύγη θα οροθετήσουν την αναζήτηση του νοήματος, τον προσδιορισμό δηλαδή του αμαρτήματος, που προεξαγγέλεται ήδη με τον τίτλο του διηγήματος.

                                        Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Μεταξύ φαντασίας και μνήμης.

Οι περιγραφές στο Βιζυηνό


Τι λειτουργίες καλύπτουν οι περιγραφές μέσα στο αφηγηματικό έργο του Βιζυηνού; Ασφαλώς θα ήταν λάθος να τις αντιμετωπίζουμε σαν διακοσμητικές παρενθέσεις ή, τουλάχιστο, σαν συνειδητά ξεστρατίσματα προορισμένα να καθυστερήσουν για λίγο την αφήγηση… έχουμε λοιπόν να κάνουμε όχι με παρέμβλητα «ξένα σώματα», αλλά με οργανικά μέρη του κειμένου και της αφήγησης. Ο ρόλος τους είναι πολλαπλός: να συμπληρώνουν τα κενά, να δημιουργούν αντιθέσεις, να εντείνουν τις δραματικές καταστάσεις, να στήνουν μυστικές γέφυρες ανάμεσα στους ανθρώπους και τα πράγματα.

            Παν. Μουλλάς, «Το νεοελληνικό διήγημα και ο Γ.Μ.Βιζυηνός», Αθήνα, 1980

Η χρήση του αυτοβιογραφικού στοιχείου στο Βιζυηνό


Πραγματικά, πέρα από την πρώτη ύλη του βιώματος, αρχίζει η τέχνη της αφήγησης και της πλοκής. Γιατί ο Βιζυηνός δεν περιορίζεται στο αυτοβιογραφικό στοιχείο. Χρησιμοποιεί συνήθως το πρώτο πρόσωπο, επειδή του χρειάζεται «ένας τρόπος εκφραστικής αμεσότητας, ένας τρόπος προσωπικής συναισθηματικής συμμετοχής». Μα σκοπός του δεν είναι να αυτοβιογραφηθεί και να αφηγηθεί τα ατομικά του παθήματα και τα παθήματα της οικογένειάς του, αλλά να συνθέσει έργα ικανά να δώσουν μια εικόνα του ανθρώπινου δράματος, όπου ο μύθος, η πλοκή και τα πρόσωπα να κινούνται και να συμπλέκονται με τη δύναμη του μοιραίου. Ιδιαίτερα πρέπει να εξαρθεί η δραματική πυκνότητα και οι επεμβάσεις της μοίρας, που φέρνουν τους χαρακτήρες αντιμέτωπους, καθώς από το ένα, το αρχικό μοιραίο γεγονός προκύπτουν στη συνέχεια άλλες δραματικές συνέπειες, με αντίχτυπο πάνω σε όλους.

       Κώστας Στεργιόπουλος, Περιδιαβάζοντας, Στο χώρο της παλιάς πεζογραφίας μας.


Η καταφυγή του σε αυτοβιογραφικό υλικό θα μπορούσε, επίσης, να αποτελεί εκδήλωση της προσπάθειάς του για διατήρηση κάποιων στοιχείων από το παρελθόν του και για την αναζήτηση ανάμεσα σ’ αυτά κάποιων βασικών στοιχείων της ύπαρξής του. Θα μπορούσε ακόμη να αποτελεί ένδειξη κάποιας πιθανής ευχαρίστησης του συγγραφέα να μιλά – έστω και χωρίς να το δηλώνει άμεσα – για τον εαυτό του, δηλαδή για τη ζωή του.
Πέρα, όμως, από όλους αυτούς τους λόγους της καταφυγής του Βιζυηνού σε αυτοβιογραφικό αφηγηματικό υλικό, την κυριότερη σχετική αιτία αποτελεί η ανάγκη του να διαθέτει η διήγησή του μια πραγματολογική διάσταση.

   Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Οι μύθοι της ζωής.

Ο Βιζυηνός και η γλώσσα

Τα διηγήματα του Βιζυηνού είναι γραμμένα σε μιαν απλούστερη, σχετικά κομψή και – πράγμα παράξενο – σχετικά θερμή καθαρεύουσα…
Όχι σπάνια όμως η αφήγηση αποβάλλει και αυτόν το μετριοπαθή γλωσσικό καθωσπρεπισμό και πλησιάζει το λόγο της καθημερινής ζωής και πράξης…
Αυτό γίνεται κυρίως στα σημεία εκείνα που υπάρχει διάλογος. Και στα πεζογραφήματα του Βιζυηνού, στα οποία η  αφήγηση δεν είναι στατική, υπάρχει πυκνή δράση και συχνός διάλογος. Σε τέτοιες ακριβώς στιγμές είναι που η καθαρεύουσα παθαίνει καθίζηση και τα διάφορα πρόσωπα, κατά κανόνα απλοί άνθρωποι του λαού, εκφράζονται το καθένα με τη γλώσσα της δικής του καρδιάς και του δικού του περιβάλλοντος.
Παρατηρείται όμως και το αντίθετο φαινόμενο, τα λόγια δηλαδή των απλών ανθρώπων να ευπρεπίζονται «επί το καθαρότερον». Ωστόσο, και η γλώσσα αυτή έχει τη δική της γοητεία. Ίσως να οφείλεται τούτο στο ότι τα πεζογραφήματα του Βιζυηνού δεν εξαντλούνται μέσα στις περιγραφικές τους δυνατότητες, αλλά απλώνουν τις ρίζες τους βαθιά μέσα στην ανθρώπινη ψυχή. Η αλήθεια των προσώπων, λοιπόν, δίνει στο τέλος αλήθεια και στη γλώσσα τους.
Πολλές φορές επίσης η γλώσσα του Βιζυηνού διανθίζεται με ευφυολογήματα που θυμίζουν πολύ έντονα το Ροίδη, χωρίς όμως να έχουν ούτε την τολμηρότητα των αντιθέσεων, ούτε το δηκτικό σαρκασμό εκείνου.

                                                                      Κ. Μητσάκης, Πορεία μέσα στο χρόνο.

Ο διηγηματογράφος Βιζυηνός



Ο Βιζυηνός, θεμελιώνοντας τη διηγηματογραφική του παραγωγή, δεν έχει κανένα νεοελληνικό πρότυπο μπροστά του, δε βρίσκει καμία παράδοση άξια να την πλουτίσει με τη δική του προσωπικότητα. Πρέπει ν’ αρχίσει από την αρχή. Μα έχει ήδη γνωρίσει ένα σωρό ξένα πρότυπα. Έχει ζήσει το ευρωπαϊκό κλίμα του τελευταίου τέταρτου του περασμένου αιώνα κι έχει παρακολουθήσει τη γενναία στροφή από το μυθιστόρημα το ρομαντικό προς το κοινωνικό και ψυχογραφικό μυθιστόρημα. Έχει συνεπαρθεί από τη δραματική μεγαλοφυιία του Ίψεν. Έχει νιώσει, τέλος, πως μια τέχνη καινούργια πλάθεται ολόγυρά του, όπου η εξωτερική περιπέτεια δε λογαριάζεται, όπου ο άνθρωπος παίζει τον πρώτο ρόλο. Η φιλοσοφική του σπουδή, από την άλλη μεριά, τον έχει συνηθίσει να προσέχει τα ψυχικά φαινόμενα, την κίνηση και την περιπέτεια την εσωτερική, της ψυχής, κι έτσι του είναι ευκολότερο να οικειωθεί το νόημα της νέας σχολής του μυθιστορήματος
                          
                                          Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος, «Γεώργιος Βιζυηνός», Αθήνα 1959.

Η τραγικότητα στο “Αμάρτημα της μητρός μου”


Το στοιχείο της τραγικότητας  είναι εντονότατο στο διήγημα,  ένα διήγημα το οποίο  χαρακτηρίζεται για το ψυχογραφικό του χαρακτήρα, την έντονη δραματικότητα την σχεδόν επιστημονική διείσδυση στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.
  Ο ακούσιος  φόνος του μωρού της Δεσποινιώς( το πρώτο αμάρτημα στον ιστορικό χρόνο ) είναι το γεγονός το οποίο θα την καταστήσει εξ’ αρχής τραγικό πρόσωπο, μιας που η μοίρα την πλήττει με ένα οδυνηρότατο πλήγμα, το οποίο εκείνη ποτέ δε θα μπορέσει να ξεπεράσει. Το γεγονός του θανάτου του παιδιού της είναι από του τραγικό, αφού φέρνει τη μητέρα αντιμέτωπη με συμβάν αναπότρεπτο και δραματικό, το οποίο οι ψυχικές της δυνάμεις φαίνονται ανεπαρκείς να το αντιμετωπίσουν. Η “ύβρις” και η “τίσις” ορθώνονται μπροστά στα μάτια της, μιας που πιστεύει ότι η θεϊκή δικαιοσύνη λειτουργεί εκδικητικά : Ύβρις, αφού ξεπέρασε τα επιτρεπτά όρια σαν μητέρα και ήπιε, χόρεψε, μέθυσε και η Τίσις, ως τιμωρία, με τον ακούσιο φόνο.
  Το συναίσθημα της οδύνης και της ενοχής κυριεύει μετά από αυτό για πάντα τη ψυχή της, μέσα της παλεύει με διλήμματα που την οδηγούν σε τρομερές εσωτερικές συγκρούσεις, οι οποίες θα φανούν όταν αρρωστήσει και το δεύτερο κοριτσάκι, η Αννιώ, που γέννησε μετά το θάνατο του πρώτου παιδιού. Οι ενοχές της είναι πάνω από οποιαδήποτε άλλη λογική η συναίσθημα. Το τραγικό παιχνίδι της μοίρας, με την οποία συγκρούεται για άλλη μια φορά, την φέρνει μπροστά στη προοπτική της απώλειας, και του δεύτερου κοριτσιού της, την οποία η μητέρα θεωρεί θεϊκή τιμωρία. Αδιαφορεί εντελώς για τα άλλα παιδιά της, πληγώνοντας τα με τη στέρηση της μητρικής στοργής που εκείνα χρειάζονται. Διχάζεται τραγικά ανάμεσα σ’ αυτό που ξέρει πως έχει χρέος να κάνει ( αγάπη κ’ φροντίδα για τα άλλα παιδιά ) και σ’ αυτό από το οποίο ακούσια, δεν μπορεί να ξεφύγει : την επιλεκτική, σχεδόν ¨ψυχωτική¨ , εμμονή, στη φροντίδα της άρρωστης Αννιώς. Μέσα από αυτή τη στάση της διαβλέπουμε την τραγική αντιφατικότητα  της ανθρώπινης φύσης που πάντα παλεύει με δυνάμεις υπέρτερές της, με επιλογές και στάσεις ζωής που δεν μπορεί να αξιολογήσει ή να ιεραρχήσει εδώ η μητέρα ξέρει πολύ καλά ποιο είναι το καθήκον της, όμως είναι πάνω από τις δυνάμεις της να το επιτελέσει. Ο εσωτερικός αυτός διχασμός εντείνει τη τραγικότητά της. Η συντριβή και η ενοχή είναι το μόνιμο ψυχικό κλίμα της μητέρας, ενοχή διπλή και για τον ακούσιο φόνο του πρώτου μωρού και για την παραμέληση των άλλων παιδιών, η οποία αποτελεί ουσιαστικά ένα δεύτερο «Αμάρτημα» μετά το πρώτο.
 Αυτή η τραγική σύγκρουση και η πάλη της μητέρας προς τη μοίρα και τη θεία δικαιοσύνη έρχεται να μεταδώσει την τραγικότητα και στο μικρό Γιωργή. Ο μικρός γίνεται και αυτός τραγικό πρόσωπο αφού ταλαντεύεται ανάμεσα σε συγκρούσεις και διλήμματα: βλέπει τη μητέρα του να του στερεί την φροντίδα της όταν αρρωσταίνει η Αννιώ, ζηλεύει, αλλά νιώθει ενοχές γι’ αυτό -ξέρει πως πρέπει να δέχεται αγόγγυστα την ιδιαίτερη αγάπη της μητέρας του προς την άρρωστη μικρή αδελφή του- αυτό όμως δεν τον εμποδίζει από το να ζηλεύει, κάτι απόλυτα φυσικό για ένα μικρό παιδί. Οι συνεχείς εκφράσεις κατανόησης για τη μητέρα του ή στοργής προς την άρρωστη αδελφή του (που είναι δείγματα ενοχοποιημένου ψυχισμού), δεν τον εμποδίζουν να δηλώσει απερίφραστα το παράπονό του. Ο μικρός Γιώργης τραυματίζεται θανάσιμα από  την προσευχή  της μητέρας του (" χάρισέ μου το κορίτσι") και βεβαιώνεται ότι η μητέρα του δεν τον αγαπά! Συγχρόνως νιώθει τον θάνατο να τον καταδιώκει, «οι οδόντες του συνεκρούοντο υπό του τρόμου»... 
Και η κορύφωση της τραγικότητας και των δυο προσώπων, στις τελευταίες στιγμές πριν το θάνατο της Αννιώς: ο μικρός Γιωργής με μια προσευχή – εκδίκηση, αναιρεί την προσευχή της στην εκκλησιά «παρακαλεί το θεό να πάρει εκείνον αντί για την Αννιώ κορυφώνοντας και τη δική του οδύνη και αυτήν της μητέρας του…

Βιζυηνός: η θέση και η φύση του αμαρτήματος


Το αμάρτημα ορίζεται ως παράβαση του ηθικού ή του θείου νόμου. Στο διήγημα η μητέρα αναφέρεται στην αμαρτία της, όταν εξηγεί στον αφηγητή-το γιό της το Γιώργη- πως, έχοντας περάσει ένα βράδυ χορού και διασκέδασης, πήγε να θηλάσει το παιδί της, την πήρε ό ύπνος από την κούραση, «το πλάκωσε» κι όταν ξύπνησε «ήταν αποθαμένο» (21-23). Η αμέλεια της οδήγησε στο θάνατο τού παιδιού της, διότι παρέβη τον ηθικό νόμο πού καθορίζει τα μητρικά της καθήκοντα. Αυτό είναι το αμάρτημα της μητέρας, ή μάλλον το πρώτο της αμάρτημα στο χρόνο της ιστορίας. Είναι όμως το δεύτερο της αμάρτημα στο χρόνο —και στο χώρο— της αφήγησης: το πρώτο είχε ήδη διαπραχθεί  όταν ή μητέρα είχε μεταφέρει την Αννιώ, τη δεύτερη της κόρη, στην εκκλησία, άρρωστη βαριά, στα πόδια τού Θεού. Στην εκκλησία, η μητέρα έφερε και τα αγόρια της και κράτησε το βράδυ μαζί της τον αφηγητή (7-8). Οι σκηνές πού αυτός περιγράφει, σκηνές πού έζησε ένα ούτε καν «δεκαετές παιδίον» (18), είναι ανατριχιαστι­κές. Ακόμα ανατριχιαστικότερη όμως είναι η σκηνή του αμαρ­τήματος της μητέρας, που την γεννά το ιστορικά πρώτο αμάρτημα, αλλά που αποτελεί το κατεξοχήν αμάρτημα στην αφήγηση:

«Μίαν ήμέραν τήν έπλησίασα απαρατήρητος, ένω έκλαιε γονυπετής πρό τής εικόνος τού Σωτηρος.

—Πάρε μου οποίο θέλεις, έλεγε, καί άφησε μου τό κορίτσι. Τό βλέπω πώς είναι γιά νά γένη. Ενθυμήθηκες τήν άμαρτίαν μου καί έβάλθηκες νά μοϋ πάρης τό παιδί, γιά νά μέ τιμωρήσης. Ευχαρι­στώ σε, Κύριε!

Μετά τινας στιγμάς βαθείας σιγής, καθ' ήν τά δάκρυα της ήκούοντο στάζοντα έπί των πλακών, άνεστέναξεν έκ βάθους καρδίας, έδίστασεν ολίγον καί έπειτα έπρόσθεσεν:

—Σου έφερα δύο παιδιά μου στά πόδια σου ... χάρισε μου τό κορίτσι!

"Οταν ήκουσα τάς λέξεις ταύτας, παγερά φρικίασις διέτρεξε τά νεύρα μου καί ήρχισαν τά αυτιά μου νά βουίζουν(…), επωφελήθην της ευκαιρίας νά φύγω έκ της εκκλησίας, τρέχων ως έξαλλος καί εκβάλλων κραυγάς, ώς εάν ήπείλει να με συλλαβει ορατός αυτός ο Θάνατος.

Οι οδόντες μου συνεκρούοντο ύπό του τρόμου, καί εγώ έτρεχον, καί ακόμη έτρεχον.(…)
"Ηρχισα λοιπόν νά συνέρχωμαι ολίγον κατ' ολίγον, καί ήρχισα νά συλλογίζωμαι.
Άνεκάλεσα εις τήν μνήμην μου όλας τάς πρός τήν μητέρα τρυφερότητας καί θωπείας μου. Προσεπάθησα νά ενθυμηθώ μήπως της έπταισά ποτε, μήπως τήν αδίκησα, αλλά δέν ήδυνή­θην. Απεναντίας εύρισκον, ότι άφ' ότου έγεννήθη αυτή ή αδελφή μας, έγώ, όχι μόνον δέν ήγαπήθην, όπως θά τό έπεθύμουν, αλλά τουτ' αυτό, παρηγκωνιζόμην όλονέν περισσότερον.»

Η εκπεφρασμένη επιθυμία της μητέρας να «πάρει» ό Θεός τα αγόρια της και να της «αφήσει» το κορίτσι συνιστά αμάρτημα, και μάλιστα στο βαθμό πού αναγκάζει ένα από τα αγόρια να ζήσει για μέρες και νύχτες στην υγρή εκκλησία. Ό λόγος τού αφηγητή —έστω και ανηλίκου— παρουσιάζει ξαφνικά, και σε πλήρη αντίθεση με το απόσπασμα της πρώτης σελίδας που παρατίθεται, μια αδυσώπητη μητέρα. Έτσι υπονομεύεται η γνώση του αφη­γητή ότι η στοργή της μητέρας «έτέλη αδέκαστος καί ίση πρός όλα της τά τέκνα».

Το δεύτερο, ως προς τον ιστορικό χρόνο, αμάρτημα είναι το πρώτο ως προς τον αφηγηματικό χρόνο, διότι μόνο έτσι γίνεται σαφής η σημασία της επιθυμίας ως συστατικού στοιχείου τού αμαρτήματος
Η μητέρα αισθάνεται αυτό πού ό Φρόυντ ορίζει ως την «ανάγκη για τιμωρία», μια ανάγκη ενδότερη, πού δεν προέρ­χεται από κάποια πράξη αλλά από το «αίσθημα της ένοχης».

Στο επίπεδο της αφήγησης λοιπόν, το πρώτο αμάρτημα είναι το αμάρτημα της επιθυμίας, αυτό πού γεννάται μαζί με το αίσθημα της ένοχης, το όποιο και αποτελεί το κίνητρο για το δεύτερο, στον αφηγηματικό χρόνο, αμάρτημα, την πράξη, στην οποία προσδένεται το ασύνειδο αίσθημα ενοχής. Αυτά, φυσικά, στον αφηγηματικό χρόνο —ή στον αφηγηματικό χώρο—, που αποτε­λεί το πεδίο το όποιο διανύει ο αναγνώστης. Στο επίπεδο της ιστορίας η σειρά αντιστρέφεται, η ιστορία όμως αποτελεί την εκλογίκευση της αφήγησης και στο χώρο τού λογικού παραβλέ­πει κανείς το ασυνείδητο.

Μιχάλης Χρυσανθακόπουλος:Γ.Βιζυηνός, Μεταξύ φαντασίας και μνήμης.Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

Οι αντιθέσεις στο "Αμάρτημα της μητρός μου"


Οι αντιθέσεις στο «Αμάρτημα της μητρός μου» οροθετούν την αναζήτηση του νοήματος, προσδιορίζουν  συμπεριφορές, διαφωτίζουν αιτίες και σηματοδοτούν την εξέλιξη της πλοκής. 
Μερικές από αυτές:

   α) ενικού και πληθυντικού («ή Άννιώ» - «ημείς», «ημάς» «ήθελεν», «επήγαινεν» - «ήμεθα», «είχομεν»).

β) θανάτου και ζωής (ο νεκρός πατέρας, «μας ένέδυε χρησιμοποιούσα τά φορέματα του μακαρίτου πατρός μας» - «Άφ' ότου άπέθανεν ό πατήρ μας» - «έχήρευσε» 
η παρουσία της ζωντανής μητέρας και των παιδιών της),

 γ) κοριτσιού (Αννιώς) και αγοριών (ο πρωτότοκος     Χρηστάκης, ο αφηγητής Γιωργής,    ο  υστερότοκος Μιχαήλος,)

δ)γνώσης και  πλάνης (παρότι γράφει το διήγημα σε μια μεταγενέστερη χρο­νική στιγμή, κατά την οποία γνωρίζει την αλήθεια για την ύπαρξη και άλλης αδερ­φής εκτός της Αννιώς, εντούτοις προτιμά την παράθεση των γεγονότων υπό το πρί­σμα της πλάνης του. Πρόκειται για σκόπιμη πλάνη «Άλλην άδελφήν δέν ειχομεν παρά μόνον την Άννιώ»).

ε) συναισθήματος και αγαθών προθέσεων από τη μια και πράξεων διάκρισης από την άλλη (ο συγγραφέας εξαρχής σπεύδει να απενοχοποιήσει τη μητέρα του για τη συμπε­ριφορά της «".Αλλ' ημείς έγνωρίζαμεν, διότι ή ενδόμυχος της μητρός ημών στοργή διετέλει αδέκαστος και ιση πρός όλα της τά τέκνα» - «Άλλ' άπ' ολους περισσότερον τήν ήγάπα ή μήτηρ μας. Είς τήν τράπεζαν τήν εκάθιζε πάντοτε πλησίον της καί από ο,τι είχομεν έδιδε τό καλύτερον εις έκείνην. Καί ένώ ημάς μας ένέδυε χρησιμο­ποιούσα τά φορέματα του μακαρίτου πατρός μας, διά τήν Άννιώ ήγόραζε συνήθως νέα. "Ως καί εις τά γράμματα δέν τήν έβίαζεν. "Αν ήθελεν, επήγαινεν εις τό σχολειον, αν δέν ήθελεν, έμενεν εις τήν οίκίαν. Πράγμα το όποιον εις ημάς διά κανένα λόγον δέν θά επετρέπετο»).

δ)  ευσέβειας και  δεισιδαιμονιών («Ή μήτηρ μου ήτο μάλλον ευλαβής παρά δεισιδαίμων» - «πότε μετέβαινεν εις τάς πλησιοχώρους
εκκλησίας, των οποίων κατά τύχην έτελείτο ή μνήμη, κομίζουσα λαμπάδα κίτρινου κηρού, χυμένην ιδίοις αυτής χερσί, και ίσην ακριβώς πρός τής ασθενούς τό ανά­στημα». «Πλησίον είςτόν σταυρόν, επί του στήθους τη ς Άννιώς, έκρέμασεν εν χαμαγλί, μέ μυστηριώδεις αραβικάς λέξεις. Τά αγιάσματα διεδέχθησαν αί γοητειαι, και μετά τα ευχολόγια τών ιερέων ήλθον τά "σαλαβάτια" των μαγισσών»).

ζ) αγάπης και ενοχής η συμπεριφορά της μητέρας είναι μια συμπεριφορά προκλητικής αγάπης προς την κόρη, σε αντίθεση με τη συμπεριφορά της προς τα αγόρια της, πηγά­ζει όμως (γεγονός που δε γίνεται από την πρώτη ακόμη ενότητα γνωστό) από τα συναι­σθήματα ενοχής για τη διάπραξη του ακουσίου κατά το παρελθόν αμαρτήματος της.

η) αγωνίας και εξιλέωσης (η μητέρα μέσα από ψυχικές σύγκρούσεις και με μια διαρκή αγωνία προσπαθεί να εξιλεωθεί για το αμάρτημα της και ο Γιωργής βρίσκεται σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να ανακαλύψει τη μητρική αγάπη και όταν πληροφορεί­ται το τραγικό μυστικό της μητέρας να εξιλεωθεί για τον πόνο που της προκάλεσε με τη συμπεριφορά του).

θ) ζευγαριών ψυχαναλυτικής συμμετρίας: ο πατέρας με την κόρη στον τάφο, και η μη­τέρα με το γιο της στη ζωή. 
Γι' αυτή την αντίθεση είναι χαρακτηριστικά όσα γράφο­νται από το Βαγγέλη Αθανασόπουλο: «[...] Τελικώς, τη νύχτα εκείνη αντί να έρθει με το πνεύμα του ο πεθαμένος πατέρας για να γιατρέψει την Αννιώ, αυτή πεθαίνει και πάει να συναντήσει τον πατέρα της. Με τον τρόπο αυτόν οι πρωταγωνιστές αυ­τού που η φροϋδική θεωρία ονόμασε "οικογενειακό μυθιστόρημα νευρωτικών "χω­ρίζονται σε δύο ζευγάρια -ψυχαναλυτικής συμμετρίας: ο πατέρας με την κόρη του στον τάφο, και η μητέρα με το γιο της στην ενοχοποιημένη ζωή. Η ενοχή των δύο ζω­ντανών τοποθετείται σε σχέση με το ίδιο πρόσωπο, αλλά από διαφορετική ο καθένας σκοπιά: η μητέρα είναι ένοχη επειδή σκότωσε κατά λάθος την πρώτη κόρη, και επει­δή, τιμωρώντας την ο Θεός για την αμαρτία της εκείνη, αφαιρεί τη ζωή και της δεύ­τερης κόρης' ο γιος είναι ένοχος επειδή πρώτα γεννήθηκε αντί της δεύτερης κόρης, και μετά επειδή δεν την υποκατέστησε στο θάνατο της»
  ι) αμαρτία – λύτρωση,μια λύτρωση που δεν έρχεται ποτέ.

ια) ήθος/ έθος- ορθός λόγος ( ο ορθολογισμός του  ενήλικα Γιωργή-αφηγητή αντικατοπτρίζεται στην ειρωνεία, στη διακριτική απόσταση που κρατάει απέναντι στις λαϊκές δοξασίες)
  ιβ) συνειδητό- ασυνείδητο

ιγ) λόγος- σιωπή (τα  πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σε αυτό το οικογενειακό δράμα, σε αυτό το ψυχόδραμα, αν και δεμένα με συγγένεια «πρώτου βαθμού» (τον πιο στενό δεσμό που θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί), στην πραγματικότητα δεν επικοινωνούν, μονολογούν· δεν σχετίζονται, αποκλείουν το ένα το άλλο· δεν συνυπάρχουν, ζουν περίκλειστα στη μονήρη σιωπή τους)

ιδ) σχέση/απόσχιση ατόμου- κοινωνικής ομάδας ( τον κοινωνικό περίγυρο εννοούμε) Η μητέρα, αν και ζει σε μια κοινωνία άκρως συντηρητική, αναγκάζεται «να εξέλθει της οικίας» για να βοηθήσει την μικρή Αννιώ.

ιε) το Εγώ που βιώνει- το Εγώ που αφηγείται.

Πηγή: Φωτόδεντρο

Η Δεσποινιώ στο "Αμάρτημα της μητρός μου"


Στο διήγημα παρακολουθούμε τις απελπισμένες αλλά μάταιες προσπάθειες της  μητέρας του συγγραφέα Δεσποινιώς  να σώσει την άρρωστη κόρη της, την Αννιώ, η οποία τελικά πέθανε, και την υιοθεσία διαδοχικά δυο άλ­λων κοριτσιών. Συγχρόνως τη βλέπουμε να συμπεριφέρεται με προκλητική σχεδόν αδιαφορία στα υπόλοιπα παιδιά της, ενώ μόνο στο τέλος μαθαίνουμε πως όλες οι ενέργειες της απέρρεαν από τις ενοχές που τη βασάνιζαν, επειδή η ίδια είχε στο πα­ρελθόν, άθελά της, καταπλακώσει στον ύπνο της ένα από τα παιδιά της, το πρώτο της κορίτσι, και είχαν ως στόχο την εξιλέωση της, κάτι που θα εκμυστηρευτεί στο Γιωργή , το γιό της , στο τέλος του διηγήματος.
Ο Βιζυηνός, σ’ αυτό το αυτοβιογραφικό διήγημα –ψυχόδραμα, παρουσιάζει τη μητέρα του  σαν ένα τυπικό δείγμα γυναίκας της εποχής του. Η ίδια φαίνεται να έχει αποδεχτεί το ρόλο της, είναι υποταγμένη στις δεσμεύσεις της εποχής της, αλλά  μετά το θάνατο του άνδρα της θα αποδείξει το δυναμικό της χα­ρακτήρα, θα ξεφύγει από τις απαγορεύσεις που ο τόπος και ο χρόνος της επέβαλλαν, και θα δουλέψει δυναμικά  για να μεγαλώσει τα υπόλοιπα παιδιά της, χωρίς να εγκαταλείπει ούτε για μια στιγμή την απελπισμένη της προσπάθεια για εξιλέωση. Όταν θα αρρωστήσει βαριά η  μικρή της Αννιώ (που της έχει δώσει το όνομα του μωρού που αθέλητα σκότωσε),  θα επιστρατεύσει όλες τις δυνά­μεις της για να τη σώσει. Αν και θρησκόληπτη, δέχεται τη συνδρομή και της μαγείας για την αντιμετώπιση της ασθένειας της Αννιώς. Απέναντι στα παιδιά της η συμπεριφορά της φαίνεται εξαρχής προκλητική: από τη μια δείχνει μια μονοδιάστατη εμμονή απέναντι στο άρρωστο κορίτσι και από την άλλη μια διαρκώς εντεινόμενη αδιαφορία απέναντι στα αγόρια. Όταν η κατάσταση της Αννιώς  επιδεινωθεί θα βρεθεί μαζί με το άρρωστο κορίτσι και τον αφηγητή μας, το μικρό Γιωργή,  στην εκκλησία που θα αποτελέσει το τελευταίο της καταφύγιο. Στη προσευχή της ,ο αναγνώστης υποψιάζεται πως κάτι κρύβεται στο παρελθόν της αλλά ο μικρός Γιωργής το μόνο που καταλαβαίνει είναι η αδιαφορία της μητέρας του γι’ αυτόν.O Γιωργής ακούει «απαρατήρητος» την προσευχή της· η ίδια αγνοεί ότι ο γιος της την άκουσε (έχουμε εδώ μια χαρακτηριστική περίπτωση απάλειψης μιας κρίσιμης πληροφορίας, μιας «παράλειψης» όπως την ορίζει ο Genette, της πληροφορίας που αφορά στο αμάρτημα της καταπλάκωσης του μωρού της στο παρελθόν)
 «-Το βλέπω πώς είναι για να γένη. Ενθυμήθηκες την άμαρτίαν μου και  εβάλθηκες να μου πάρης τό παιδί, γιά νά μέ τιμωρήσης. Ευχαριστώ σε, Κύριε! Μετά τινας στιγμάς βαθείας σιγής, καθ' ην τά δάκρυα της ήκούοντο στάζοντα επί των πλακών ανεστέναξεν έκ βάθους καρ­δίας, εδίστασεν ολίγον, και έπειτα επρόσθεσεν - Σου έφερα δύο παιδιά μου στα πόδια σου... χάρισε μου το κορίτσι»
Η μητέρα το Θεό που πριν έβλεπε ως σωτήρα- αφού ήρθε στην εκκλησία ζητώντας τη βοήθειά του- τώρα τον βλέπει ως τιμωρό, γεγονός που δείχνει τον ενοχοποιημένο ψυχισμό της. Αυτό το αίτημά της προς  το Θεό είναι ένα νέο αμάρτημα, αφού διασαλεύει την ηθική τάξη και  αντιτίθεται πλήρως προς το μητρικό πρότυπο της ισόμετρης και αδέκαστης αγάπης προς όλα τα παιδιά. Άλλωστε  σ’ αυτό το αμάρτημα εμπεριέχεται και το συστατικό στοιχείο της επιθυμίας που το καθιστά σημαντικότερο από το πρώτο, τον ακούσιο φόνο του μωρού της.
Αυτή η ακατονόμαστη μητρική επιθυμία –που γίνεται ακόμη πιο τρομερή καθώς εκφέρεται υπό τύπον προσευχής– με άλλα λόγια η εθελούσια από τη μάνα προσφορά του ανήλικου αγοριού ως «ανθρωποθυσία» στον Θεό - αν ειδωθεί  σε ένα βαθύτερο επίπεδο ψυχολογικής ανάλυσης, επιχειρεί να καταστήσει το μικρό Γιωργή  «εξιλαστήριο θύμα» για το παλιό της αμάρτημα ∙  η προσφορά του Γιωργή  στο Θεό θα «αναστήσει» –κυριολεκτικά και μεταφορικά– την Αννιώ (μια που η δεύτερη κόρη έχει πάρει, επίτηδες, το ίδιο όνομα με την πρώτη Αννιώ)∙ ό, τι άκουσε όμως ο μικρός από τα χείλη της μητέρας του  ισοδυναμεί  γι αυτόν με ένα σοκ βίαιου απογαλακτισμού, του βιαιότερου που θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί, καθώς εισάγει στην ψυχή του παιδιού όχι απλώς την υποψία αλλά τη βεβαιότητα ότι η μάνα του δεν τον αγαπά, αφού επιθυμεί τον αφανισμό του: 
«Ω! είπον , η μητέρα μου δεν με αγαπά και δεν με θέλει!»
Δεν ξέρω αν πρέπει να δούμε με κατανόηση αυτήν την απίστευτη  «προσευχή – ανθρωποθυσία» της μητέρας, σίγουρα θα πρέπει να την κρίνουμε κάτω από το βάρος της ισόβιας ενοχής που νιώθει για τον αβούλητο θάνατο του πρώτου της παιδιού ,και να δούμε στη πράξη της  τη απελπισία και την ανάγκη για τιμωρία και εξιλέωση που την συντρίβουν.


«Έλα πατέρα – να με πάρης εμένα – για να γιάνη το Αννιώ! – ανεφώνησα εγώ διακοπτόμενος υπό των λυγμών μου. Και έρριψα επί της μητρός μου παραπονετικόν βλέμμα, διά να τη δείξω πως γνωρίζω, ότι παρακαλεί ν’ αποθάνω εγώ αντί της αδελφής μου»

Η μητέρα σιωπά, δεν αντιδρά καθόλου τη στιγμή που εκφέρεται αυτός ο λόγος, ο σπαρακτικός, από τα χείλη του παιδιού .Κι αν η σιωπή, καθώς λένε, ισοδυναμεί με συναίνεση, τότε αυτή η «απάθεια» της μάνας στα μάτια ενός ευαίσθητου αναγνώστη είναι μια τρομακτική αδιαφορία.Πόσο μάλλον  πιο τρομακτική φαντάζει στα μάτια του ίδιου του ανήλικου Γιωργή…
Το μόνο βέβαιο εδώ είναι πως η στερητική συμπεριφορά της μάνας επιφέρει μια επιθετικότητα, εκ μέρους του μικρού Γιωργή, με στόχο την ίδια.
Ας μη ξεχνάμε πως   η εικόνα , τα χαρακτηριστικά, το σύνολο της σχέσης με τη μητέρα εσωτερικεύεται και γίνεται ( κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας) το μορφοείδωλο της "καλής" ή της "κακής" μητέρας...
Μόνο που ο μικρός Γιωργής δεν "αντέχει" να μην την αγαπά! Ακόμη και το πλήθος των αναφορών του στη καλή πλευρά της μάνας του είναι μια απορροή της ενοχής του αφηγητή εξ' αιτίας των αρνητικών συναισθημάτων και των ενδοψυχικών συγκρούσεων που τον συνέχουν...


" ημείς εγνωρίζαμεν […] ήμεθα βέβαιοι, ότι αι εξαιρέσεις εκείναι δεν ήσαν παρά μόνον εξωτερικαί εκδηλώσεις φειστικωτέρας [= πιο ευσπλαχνικής] τινός ευνοίας προς το μόνον του οίκου μας κοράσιον [ας προσεχθεί η επανάληψη, η εμμονή σε αυτή τη δήλωση που είναι και δεν είναι αληθής]. Και [γι’ αυτό] όχι μόνον ανειχόμεθα τας προς αυτήν περιποιήσεις αγογγύστως, αλλά και συνετελούμεν προς αύξησιν αυτών, όσον ηδυνάμεθα."


Τελικά όμως η Αννιώ πεθαίνει.

Μετά το θάνατό  της  η Δεσποινιώ καταρρέει και εισπράττει το γεγονός ως τιμωρία της ίδιας από το Θεό, για το αμάρτημα του παρελθόντος της.

Στο δεύτερο μέρος του αφηγήματος μαθαίνουμε για τις συνθήκες γένεσης του τραύματος της μάνας (σκηνή της εξομολόγησής της του ακούσιο φόνου) στον ενήλικα πλέον Γιωργή, αλλά ως αναγνώστες δεν μαθαίνουμε τίποτε σχετικά με το αν η εξομολόγηση αυτή υπήρξε λυτρωτική για τον ίδιο τον Γιωργή, αν δηλαδή ξεπεράστηκε το παιδικό του τραύμα – πράγμα αναμενόμενο, αφού η εξομολόγηση της μάνας λογικά θα έπρεπε να άρει τις υποψίες του γιου για την έλλειψη αγάπης από μέρους της. Αντίθετα, έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι όλες οι σκέψεις του ενήλικα Γιωργή (του αφηγητή, ουσιαστικά), μετά τη σπαρακτική ομολογία της μητέρας του, αφορούν αποκλειστικά τον δικό της πόνο, το δικό της βάρος ενοχής και δεν μας λένε τίποτα απολύτως για τη δική του «επούλωση» ή όχι. Έχουμε δηλαδή και πάλι εδώ μια χαρακτηριστική «παράλειψη»:

«Αφ’ ης στιγμής έμαθον την θλιβεράν της ιστορίαν, συνεκέντρωσα όλην μου την προσοχήν εις το πώς ν’ ανακουφίσω την καρδίαν της, προσπαθών να παραστήσω εις αυτήν αφ’ ενός μεν το απρομελέτητον και αβούλητον του αμαρτήματος, αφ’ ετέρου δε την άκραν του Θεού ευσπλαχνίαν, την δικαιοσύνην αυτού, ήτις δεν ανταποδίδει ίσα αντί ίσων, αλλά κρίνει κατά τους διαλογισμούς και τας προθέσεις μας.» 

Όταν στο τέλος ο Γιωργής – έχοντας πια μάθει το μυστικό της μητέρας του-θα την οδηγήσει  στον Πατριάρχη, σε μια προσπάθεια ύστατη για ανακούφιση της ενοχοποιημένης της συνείδησης, βλέπουμε το  αδιέξοδο  που ορθώνεται μπροστά της. Ανακουφίζεται γιατί ο Θεός τη συγχωρεί, όμως δεν έχει τη δύναμη ψυχής που απαιτείται για να συγχωρέσει η ίδια τον εαυτό της:

«– Καλός άνθρωπος, τη είπον, αυτός ο Πατριάρχης. Ορίστε! Τώρα πια πιστεύω, ότι ήλθεν η καρδιά σου στον τόπον της. […]
– Τι να σε πω, παιδί μου! απήντησε τότε σύννους καθώς ήτον· ο Πατριάρχης είναι σοφός και άγιος άνθρωπος. Γνωρίζει όλαις ταις βουλαίς και τα θελήματα του Θεού, και συγχωρνά ταις αμαρτίαις όλου του κόσμου. Μα, τι να σε πω! Είναι καλόγερος. Δεν έκαμε παιδιά, για να μπορή να γνωρίση, τι πράγμα είναι το να σκοτώση κανείς το ίδιο το παιδί του!»

Το αμάρτημά της  μητέρας  δεν εξαγοράζεται ούτε με  κοσμικές ποινές ούτε με θρησκευτικά επιτίμια και ούτε παραγράφεται όσος καιρός κι αν περάσει. Ξεφεύγει η μητέρα  από το φυσικό της προορισμό, που είναι να προστατεύσει το γόνο της με στοργή, να τον θρέψει για να επιβιώσει και να συνεχίσει τη ζωή. Αυτή η διολίσθηση από τη φυσική τάξη των πραγμάτων είναι  ρομφαία πύρινη που πληγώνει καίρια τα μητρικά σπλάχνα.
Η μητέρα του Βιζυηνού στο «Αμάρτημα της μητρός μου» μας θυμίζει ηρωίδα της Αττικής δραματουργίας αφού έχει τα δύο βασικά χαρακτηριστικά των τραγικών ηρώων:
1)       Καταστρατηγεί την αξία κάποιου ηθικού κώδικα και «υβρίζει», χωρίς να έχει άμεση επίγνωση της ενοχής της.
Είναι ένοχη χωρίς δική της ευθύνη ∙ αμάρτησε στα τυφλά , άβουλο όργανο στα χέρια μιας άγνωστης και πανίσχυρης θέλησης…
2)       Όταν  συνειδητοποιεί το μέγεθος της παραβάσεως καταρρέει ψυχικά και το πρώτο που συλλογιέται είναι να χαριστεί στις αδυσώπητες μυλόπετρες της αυτοτιμωρίας..
Ίαση  δεν υπάρχει , ούτε καν επούλωση.
Κουβαλά το αμάρτημα ως το θάνατο. Είναι η μοίρα της.
Ένα αμετάδοτο βίωμα ,γεμάτο ερημιά, που δεν θα προσπερασθεί ποτέ…
«φρικτή και αμείλικτη κόλαση» , που καταλήγει σε δάκρυα και σιωπή:
«οι οφθαλμοί της επληρώθησαν δακρύων κι εγώ εσιώπησα»

Πηγή: Φωτόδεντρο

Μια ανασκόπηση του "Αμαρτήματος της μητρός μου"

«Υπάρχει η ζέστα του υποκειμενικού στοιχείου στο Αμάρτημα της μητρός μου, καθώς η αφήγηση μας δίνεται ως ανάμνηση του συγγραφέα. Ένα οικογενειακό δράμα εξιστορεί στο διήγημα αυτό ο Βιζυηνός, με γνώ­ση της ψυχής και με αφηγηματική τέχνη. Από την αφήγηση δεν λείπουν ακόμα, εδώ κι εκεί, η ειρωνεία, η χάρη, το χιούμορ. Το θέμα είναι απλό, τα πρόσωπα λίγα: κυρίως η μητέρα και ο αφηγητής. Ωστόσο η επιμονή του συγγραφέα στον εσωτερικό κόσμο, η σωστή περιγραφή και απόδοση του ψυχικού δράματος της μητέρας, της Δεσποινιώς της Μιχαλιέσσας, η ηθική δοκιμασία της από τη συναίσθηση του αμαρτήματός της, υψώνουν το θέμα και το διήγημα σ’ ένα άλλο επίπεδο - όχι απλώς ρεαλιστικό. Γιατί όλα στο Αμάρτημα της μητρός μου υπηρετούν τον μέσα κόσμο, την αγωνία και το βάθος της ψυχής, τη συγκρατημένη έκφραση του πόνου της μητέρας. Έπει­τα οι σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα του διηγήματος είναι τόσο αληθινές, τόσο φυσικές, τόσο συγκινητικά και ουσιαστικά δοσμένες, ώστε το δράμα να υποβάλλεται αβίαστα, με ισορροπία και με μέτρο, χωρίς ακρότητες ή υπερβολές. Η πλαστική δύναμη του Βιζυηνού διακρίνεται επίσης εδώ: τα πρόσωπά του, και ιδίως η μητέρα, ζωντανεύουν θαυμάσια, μέσα σε λίγες γραμμές, ανάμεσα από ένα διάλογο που μπορεί και μας δίνει πάντα το καί­ριο - ό,τι αποκαλύπτει μια πτυχή της ψυχής. Η ευαισθησία του συγγραφέα συλλαμβάνει και τις παραμικρότερες κυμάνσεις της εσωτερικής ζωής, και η πλαστική και η αφηγηματική του ικανότητα τις μορφοποιούν και τις δικαιώνουν πεζογραφικά, κερδίζοντας και γοητεύοντας τον αναγνώστη. Το αμάρτημα της μητρός μου είναι ένα διήγημα με ζεστά συναισθήματα και πάθη, με ανθρωπιά και τρυφερότητα. Η τάση της μητέρας να υιοθετεί ολοένα μικρά κορίτσια δεν παρουσιάζεται ως έμμονη ιδέα, όπως γράφουν ο Αντώνης Γιαλούρης και ο Άλκης Θρύλος, δεν είναι δηλαδή απλή ιδιο­τροπία ή ψυχική ιδιομορφία ούτε «μονομανίας αποτέλεσμα», αλλά βαθύτατη ανάγκη της ψυχής».

Σαχίνη Α., «Το διήγημα του Γ. Βιζυηνού», Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Περίοδος Α΄, 1968, Τόμος Ι΄, σ. 346-347.

Απόψεις για το έργο του Βιζυηνού


 « Δεν τον ενδιαφέρει η επιφάνεια και η εξωτερική περιπέτεια. Ενδιαφέρεται περισσότερο για τη δραματική, ηθική και ψυχολογική δομή, συλλαμβάνοντας εκ των «έσω» τον άνθρωπο μέσα στις αμοιβαίες συγκρούσεις των αντίθετων χαρακτήρων των ηρώων του. Αυτή η μέθοδο των ψυχολογικών αντιθέσεων του είναι ιδιαίτερα αγαπητή και τη χειρίστηκε με μεγάλη επιτυχία (…)
( Κ. Θρακιώτης)

« Στις σελίδες των διηγημάτων του πάνε πλάι πλάι ο ηθογράφος κι ο ψυχογράφος σε μια συνεργασία κι ένα σφιχτό δέσιμο με το άφθονο αυτοβιογραφικό υλικό και παρουσιάζει υποδειγματική ενότητα.»
(Π. Χάρης)

« Κάθε ήρωας ζει το δικό του απόλυτα συνειδητό δράμα, πιο συγκεκριμένα ακόμα υποφέρει από κάποια βασανιστική σκέψη, που του καταντά τη ζωή μαρτύριο. Κι απ’ αυτή την έμμονη και βασανιστική σκέψη, δε βρίσκει στο τέλος τη λύτρωση, όσο κι αν προσπαθήσει. Γι’ αυτό διαβάζοντας κανείς τα διηγήματα του Βιζυηνού αισθάνεται λύπη και πόνο πολύ για την ανθρώπινη αδυναμία.»
( Κ. Μαμμώνη)

 
« Δεν είναι ο στενός ηθογράφος, φωτογράφος των ρηχών ψυχικών καταστάσεων του χωριού· είναι βέβαια ηθοποιός, κατορθώνει, δηλαδή, να υποκαθίσταται στο ύφος και στα ήθη των προσώπων που μας παρουσιάζει, μα μέσα στη δράση και τα αισθήματα των ηρώων, είτε ο άλλοτε εαυτός του είναι, είτε άλλος, νιώθουμε κατευθύνσεις και καϋμούς, ψυχικές ενέργειες και πάθη πανανθρώπινα.
( Κ. Κόντος)

 
« Στα διηγήματα του Βιζυηνού, όπως και στα ποιήματά του, είδαμε, βρίσκει κανείς την ελληνική ζωή. Στο Βιζυηνό αναπνέει κανείς ελληνικό αέρα, ξαναβρίσκει το ελληνικό χωριό, γνώριμους τύπους, ελληνικές συνήθιες. (…) Τα διηγήματα του Βιζυηνού είναι ψυχολογικά, γραμμένα στην καθαρεύουσα αλλά στα διαλογικά τους μέρη στη δημοτική. Κι επειδή σ’ ένα μεγάλο μέρος τους μιλάνε ή διηγούνται τα πρόσωπα, μπορεί να πη κανείς πως η δημοτική μπήκε στον πεζό λόγο από τον Βιζυηνό»
(Γ. Βαλέτας)

Ηθογραφία και λαογραφικά στοιχεία

Η  ηθογραφία αποτελεί το συνολικότερο τρόπο με τον οποίο στήνει την ιστορία του ο συγγραφέας, τον τρόπο που αντιμετωπίζει, περιγράφει, σκηνοθετεί την ιστορία του. Γι’ αυτό μέσα μπορούν να περνάνε και οι χαρακτήρες των ανθρώπων, οι ιστορίες τους, το περιβάλλον τους, οι σχέσεις τους.
Τα λαογραφικά στοιχεία  αποτελούν πληροφορίες που αφορούν στα ήθη και τα έθιμα, στην παραδοσιακή ζωή. Έτσι, στα ηθογραφικά διηγήματα θα μπορούμε να συναντάμε λαογραφικά στοιχεία, διάσπαρτα ή εμβόλιμα, οργανικά δεμένα με την πλοκή του έργου, άλλοτε στενότερα και άλλοτε χαλαρότερα.

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Ρεαλισμός, ηθογραφία και Βιζυηνός


 της Ανδρονίκης Μαστοράκη
 
" Στα μέσα του 19ου αιώνα εμφανίστηκε στην Ευρώπη ένα καλλιτεχνικό κίνημα που έμελλε να αποτελέσει αντικείμενο πολλών συζητήσεων. Το κίνημα αυτό, που ονομάστηκε ρεαλισμός, αποτέλεσε τον πρόδρομο του νατουραλισμού και πρότεινε, μέσα από την αντικειμενική παρατήρηση, την αντίδραση στις ρομαντικές υπερβολές της φαντασίας: την κυριαρχία του επιστημονισμού, του εμπειρισμού και του θετικισμού. Η εφαρμογή του θεμελιακού αιτήματος του ευρωπαϊκού ρεαλισμού, η πιστή αναπαράσταση της σύγχρονης πραγματικότητας, σε χώρες με καθυστερημένη βιομηχανική ανάπτυξη, δεν μπορούσε ν' αγνοήσει βέβαια μια βασική όψη της δικής τους πραγματικότητας: την αγροτική. Έτσι, δημιουργείται ένας ξεχωριστός κλάδος του ευρωπαϊκού ρεαλισμού που επικεντρώνεται στη ζωή μικρών, αγροτικών κοινωνιών.
Οι Έλληνες πεζογράφοι που εμφανίστηκαν στο τέλος της δεκαετίας του 1870 και στη δεκαετία του 1880 προσάρμοσαν στα ελληνικά τις συμβάσεις αυτού του είδους του ρεαλισμού που έγινε γνωστός με το συμβατικό όρο ηθογραφία.Μέσα σ' αυτό το πνεύμα οι νεοέλληνες συγγραφείς ηθογραφικών διηγημάτων αναλαμβάνουν ν' αναπαραστήσουν την ποιμενική ζωή κάποιας συγκεκριμένης περιοχής βασίζοντας την αναπαράσταση αυτή στην ιδιαίτερη διάλεκτο, στο λαϊκό πολιτισμό και στο συγκεκριμένο περιβάλλον. Η ηθογραφική πεζογραφία καταλήγει σε δύο βασικές κατευθύνσεις: α) ειδυλλιακή ωραιοποίηση της καθημερινής ζωής στην ύπαιθρο, και β) ενασχόληση και με τις σκοτεινές, σκληρές όψεις της καθημερινής ζωής στον ίδιο πάλι φυσικό χώρο.
Τον Βιζυηνό μπορούμε να κατατάξουμε σ’ αυτό που ο Βουτουρής ονομάζει ‘ρεαλιστική αγροτική ηθογραφία’. Χρησιμοποιεί μεν τις συμβάσεις του ρεαλισμού, αλλά ακραία με σκοπό να τις ανατρέψει. Από την μια μεριά χρησιμοποιεί τους νόμους του ρεαλισμού, κατά το πρότυπο του Balzac, την εξονυχιστική δηλαδή παρατήρηση και την φροντίδα για τεκμηρίωση έτσι ώστε να επιτυγχάνει την πειστική αναπαράσταση των πράξεων των ηρώων του, την επιτυχημένη σκιαγράφηση των χαρακτήρων και την επιτυχημένη ερμηνεία της συμπεριφοράς τους. Από την άλλη όμως, χρησιμοποιεί και «τους νόμους της αγωνίας και της πλάνης που θέτουν υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη μιας και μοναδικής πραγματικότητας, την οποία υποτίθεται ότι αποδίδει ο ρεαλισμός».

Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιεί όλες τις αφηγηματικές τεχνικές του ηθογραφικού διηγήματος, για διαφορετικό όμως σκοπό και με διαφορετικό αποτέλεσμα από τους σύγχρονούς του ηθογράφους. Για παράδειγμα, [μπορεί να αναφέρεται] σε γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν, η άμεση παρουσία όμως του αφηγητή, με την χρήση πρωτοπρόσωπης αφήγησης, «καθορίζει αυτόματα και τη φύση του αντικειμένου του, μεταβάλλοντάς το σε σύγχρονο και πραγματικό, δηλ. σε ντοκουμέντο». Επιτυγχάνεται με τον τρόπο αυτό, ταυτόχρονα, η απαίτηση για το σύγχρονο του θέματος και για την αληθοφάνεια της αφήγησης. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί και η υιοθεσία λόγιου λόγου –καθαρεύουσα– όταν απευθύνεται ο αφηγητής άμεσα στον αναγνώστη, και λαϊκού λόγου –δημοτική με στοιχεία ντοπιολαλιάς– όταν απευθύνεται έμμεσα σ’ αυτόν μέσω των διαλόγων των ηρώων
(…)
Εντούτοις, ο Βιζυηνός δεν εμμένει στη θεματολογία, στο να επιλέξει δηλαδή ένα σύγχρονο και αληθοφανές αντί ενός ιστορικού θέματος· αυτό που τον ενδιαφέρει πρώτιστα είναι να δείξει τις δύσκολες συνθήκες της ζωής ώστε να αφυπνίσει την συνείδηση του αναγνώστη. Στην ίδια λογική εντάσσεται και η χρήση των λοιπών λαογραφικών στοιχείων στα διηγήματά του. Φαινομενικά μόνο ανταποκρίνονται στο κάλεσμα της ηθογραφίας για απεικόνιση των ηθών και των εθίμων· στην ουσία συμφωνούν με τις ψυχολογικές αναλύσεις των ηρώων του. Αυτό στο οποίο επικεντρώνονται οι συνθέσεις του Βιζυηνού είναι, εν τέλει, η ψυχογράφηση των χαρακτήρων των ηρώων του και ο τρόπος με τον οποίο αυτοί συγκρούονται με τις δομές και τις προκαταλήψεις του περιβάλλοντός τους.
Συνακόλουθα και οι περιγραφές του φυσικού τοπίου, στοιχείο καθαρά ηθογραφικό, δεν έχουν σκοπό να αποδώσουν το ειδυλλιακό του περιβάλλοντος αλλά βρίσκονται «σε ανταπόκριση ή αντίθεση με ανθρώπινες ψυχικές καταστάσεις»
(…)
Ενδιάμεσα, εντούτοις, στην αφήγηση του συγγραφέα παρεμβάλλονται συχνά οι αφηγήσεις των ίδιων των ηρώων του. Η λειτουργία των εγκιβωτισμένων αυτών αφηγήσεων είναι διττή: αφενός εξυπηρετεί στην εξέλιξη της πλοκής και στη δημιουργία ρεαλιστικών ανατροπών και αφετέρου μετέχει στα αυτοβιογραφικά και αυτοαναφορικά στοιχεία των διηγημάτων.
(…)
Ένα άλλο χαρακτηριστικό μοτίβο, εκτός από τα αυτοβιογραφικά και αυτοαναφορικά στοιχεία, στα διηγήματα του Βιζυηνού είναι και το θέμα «της απατηλής συνείδησης και της πλάνης σχετικά με την πραγματικότητα». Οι ήρωες των διηγημάτων του δεν γνωρίζουν δηλαδή ακριβώς τα γεγονότα και τα πραγματικά περιστατικά. Η σύνθεση των διαφορετικών πραγματικοτήτων εκφράζεται μέσα από αντιθέσεις στο επίπεδο του φύλου, της οικογένειας και της εθνικότητας, «αφού οι χαρακτήρες έχουν δύο ταυτότητες ή εκφράζουν διαφορετικές, συχνά συγκρουόμενες, θέσεις».
(…)
Αντί επιλόγου, θα κλείσουμε τη συνοπτική αυτή μελέτη με την κατακλείδα του Beaton για τα διηγήματα του Βιζυηνού: «Πρόκειται για ψυχολογικές αινιγματικές ιστορίες, όχι μόνο ως προς το τι αποκαλύπτουν στον αναγνώστη για τους ήρωες, αλλά ως προς το τι αποκαλύπτουν οι ίδιοι οι ήρωες μέσα στο διήγημα. Ο συνταρακτικός επίσης τρόπος με τον οποίο ο αναγνώστης απορροφάται στο λαβύρινθο των αμφιλογιών οφείλεται στην άρτια τεχνική ικανότητα του Βιζυηνού να παίζει με τις συμβάσεις της ρεαλιστικής αφήγησης».

Τα λαογραφικά στοιχεία στο "Αμάρτημα της μητρός μου"


v Σελ.126 "
φ'του... κατ μρος": Στοιχεα για τη θση της γυνακας.
v Σελ.127-8 " Π
σα νσος... μεταμορφωμνος" : Λαϊκς αντιλψεις για το "εξωτικν". v Σελ.129 "Πτε πγαινε ... το νστημα" : Αντιλψεις για την αντιμετπιση και τη θεραπεα ασθενειν.
v Σελ.129 "
πρεπε λοιπν ... κατησχυμνον" : Αντιλψεις περ δαιμονων, σατανικο πθους, μαγικού αριθμού 40 κλπ.
v Σελ.132 " Κατ
τν λειτουργαν ... το χθρο κ.τ.λ" : Θρησκευτικ δρμενα κατ την παραμον ασθενος στην εκκλησα.
v Σελ.134 "
το τ ... ατοσχεδως" : Στοιχεα σχετικ με τα μοιρολγια.
v Σελ.135 Στοιχε
α για τρπο νδυσης (καλπτρα, σαλβρι), λαϊκ αρχιτεκτονικ (αυλπορτα, ανγι), σκεη (γανωμνα χλκινα σκεη), φιλοξενα.
v Σελ.136-7 " Μετ
τινας στιγμς ... ν πω" : Αντιλψεις για τη ζω, το θνατο, την ψυχ.
v Σελ.139 "
δη ατ ... παρ' μν" : Θρησκευτικ και λαϊκ δρμενα περ υιοθεσας
v Σελ. 141 "
γώ μέν πλανώμην ..ν τ ξέν.": Μετανάστευση ( +σελ. 144..)
v Σελ. 141, 142, 144, αναφορά στην προίκα.
v Σελ.145 " ..θα
μην πρόθυμος.. ες τούς γάμους της.": Λαϊκές γιορτές, προίκα, γάμος, θέση γυναίκας.
v Σελ. 147 "
ς τώρα…καί πνευματικός μου." Εξομολόγηση στον πνευματικό
v Σελ.147 "
μακαρτης ... μαζ" : Ο αριθμς σαρντα...
v Σελ.148 " Τ
πρωϊ ... πολτερα" : Λαϊκ δρμενα του γμου, θέση γυναίκας.
v Σελ.150 "
ταν πγεν ... σχωροχρτι" : Αντιλψεις για τη συγχρεση. Συμβολικοί αριθμοί 3, 12.

Το αμάρτημα της μητρός μου


Γενικά στοιχεία για το έργο του Βιζυηνού
            Το έργο του Γεωργίου Βιζυηνού διαμορφώνεται σε μια εποχή όπου το λογοτεχνικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από την υποκατάσταση του ρομαντισμού από το ρεαλισμό και του ιστορικού μυθιστορήματος από το ηθογραφικό διήγημα. Με το ηθογραφικό διήγημα ξεφεύγουμε από το χώρο της φαντασίας και περνάμε στο χώρο της παρατήρησης, ξεπερνάμε τις μεγάλες μυθιστορηματικές συνθέσεις και ερχόμαστε στο χώρο των μικρών αφηγηματικών κειμένων με καθημερινό περιεχόμενο και αφήνουμε το χώρο του ασυνήθιστου για το συνηθισμένο και το επαναλαμβανόμενο.
            Ο Βιζυηνός, παρά το γεγονός ότι έγραψε περισσότερα ποιήματα, διακρίθηκε στο χώρο που ένιωθε περισσότερο ελεύθερος: στο διήγημα. Αυτό συνέβη πρώτιστα επειδή άντλησε το υλικό του από τις παραδόσεις και τις προσωπικές του αναμνήσεις και δευτερευόντως επειδή δεν υπήρχε ελληνική διηγηματογραφική παράδοση που θα τον δέσμευε. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν πρωτοεμφανίστηκε ως διηγηματογράφος ο Βιζυηνός με το «Αμάρτημα της μητρός μου», το ελληνικό διήγημα είχε τη μορφή που του είχε δώσει ο Ραγκαβής (εξωτικοί μύθοι, απουσία πραγματικότητας, απίθανες ιστορίες), με τη μικρή συμβολή του Βικέλα. Έτσι, ο Βιζυηνός δημιουργεί μια επαναστατικότητα στο χώρο, καθώς εισάγει νέα στοιχεία στην πεζογραφία: η εσωτερική ζωή και η λειτουργία της συνείδησης, οι ψυχολογικές διακυμάνσεις και διεργασίες, τα ηθικά διλήμματα. Όλα αυτά τα στοιχεία δίνονται με αφηγηματική λιτότητα και συναισθηματική φυσικότητα. Παράλληλα, εισάγει την αφηγηματική τεχνική της εσωτερικής εστίασης, όπου ο αφηγητής περιορίζεται να παρουσιάσει εκείνο που σκέφτονται και αντιλαμβάνονται οι χαρακτήρες. Με αυτόν τον τρόπο, στρέφεται προς τον ψυχικό κόσμο των χαρακτήρων του και έτσι οδηγεί την ηθογραφία στο χώρο της ψυχογραφίας που είναι σημαντική, καθώς με αυτήν προσπαθεί να δώσει μια πραγματολογική διάσταση στο έργο του, να το στηρίξει στην πραγματικότητα. Η πραγματολογική διάσταση του έργου του στηρίζεται:
α) στην πραγματικότητα της προσωπικής ανάμνησης
β) στην πραγματικότητα της επιστήμης και κυρίως της ψυχολογίας
γ) στην πραγματικότητα των λαϊκών  μύθων, ηθών και παραδόσεων.
Άμεση σχέση με αυτή την πραγματολογική διάσταση έχει και ο τρόπος με τον οποίο οι χαρακτήρες επικοινωνούν με την κοινωνική πραγματικότητα. Έτσι, η ψυχολογική διάσταση της αφήγησης υποκαθιστά την κοινωνική και οι χαρακτήρες δεν είναι φορείς κάποιων μύθων αλλά ασυνείδητοι λειτουργοί κάποιων τελετουργιών που σχετίζονται με την καθημερινή ζωή και την προσπάθεια για επιβίωση. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα πρόσωπα λειτουργούν μόνο με την ψυχική τους υπόσταση και καθόλου με τη σωματική. Αν αυτό συμβεί, γίνεται παροδικά και ακολουθείται από αισθήματα ενοχής και την αυτοτιμωρία (η περίπτωση της μάνας που πλακώνει το παιδί και προκαλεί το θάνατό του). Ο συγγραφέας λειτουργεί έντονα συγκινησιακά απέναντι στους ήρωές του, μια συγκίνηση που γίνεται συμπάθεια που απευθύνεται σε πρόσωπα υπαρκτά και όχι μυθιστορηματικά.
            Η πλοκή του έργου του Βιζυηνού χαρακτηρίζεται από έκπληξη, αίνιγμα και αγωνία σε συνδυασμό με την πλήρη αληθοφάνεια, ενώ βασίζεται στην τριμερή διάταξη των συμβάντων ακολουθώντας το σχήμα: αρχική κατάσταση – ανατροπή της – νέα κατάσταση.
            Εκείνο επίσης που εναλλάσσεται στο έργο του Βιζυηνού είναι ο αφηγηματικός τρόπος της περίληψης όπου δίνεται η εντύπωση παρουσίασης γεγονότων στα οποία ο αναγνώστης δεν ήταν παρών και η σκηνική μέθοδος όπου ο συγγραφέας κρύβει την παρουσία του και χρησιμοποιεί το διάλογο κάνοντας τον αναγνώστη να αισθάνεται παρών στα γεγονότα. Πολλές φορές ο συγγραφέας – αφηγητής εξομοιώνεται ως πρόσωπο που δρα με τους άλλους χαρακτήρες του έργου.
            Από όλα τα παραπάνω βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο ρεαλισμός του Βιζυηνού είναι ιδιότυπος, ακριβώς επειδή είναι προσωπικός και δεν αποτέλεσε τμήμα καμιάς αφηγηματικής σχολής. Έτσι, δίνεται η εντύπωση ότι ο Βιζυηνός χρησιμοποίησε την ηθογραφία για να πάρει μια κριτική στάση απέναντι στα προσωπικά και αυτοβιογραφικά του στοιχεία. Πραγματικά, ο Βιζυηνός δεν περιορίζεται στο αυτοβιογραφικό στοιχείο. Χρησιμοποιεί συνήθως το πρώτο πρόσωπο, επειδή του χρειάζεται «ένας τρόπος εκφραστικής αμεσότητας, ένας τρόπος προσωπικής συναισθηματικής συμμετοχής». Μα σκοπός του δεν είναι να αυτοβιογραφηθεί και να αφηγηθεί τα ατομικά του παθήματα και τα παθήματα της οικογένειάς του, αλλά να συνθέσει έργα ικανά να δώσουν μια εικόνα του ανθρώπινου δράματος, όπου ο μύθος, η πλοκή και τα πρόσωπα να κινούνται και να συμπλέκονται με τη δύναμη του μοιραίου. Ιδιαίτερα πρέπει να εξαρθεί η δραματική πυκνότητα και οι επεμβάσεις της μοίρας, που φέρνουν τους χαρακτήρες αντιμέτωπους, καθώς από το ένα, το αρχικό μοιραίο γεγονός προκύπτουν στη συνέχεια άλλες δραματικές συνέπειες, με αντίχτυπο πάνω σε όλους. Η καταφυγή του σε αυτοβιογραφικό υλικό θα μπορούσε να αποτελεί εκδήλωση της προσπάθειάς του για διατήρηση κάποιων στοιχείων από το παρελθόν του και για την αναζήτηση ανάμεσα σε αυτά κάποιων βασικών στοιχείων της ύπαρξής του. Θα μπορούσε ακόμη να αποτελεί ένδειξη κάποιας πιθανής ευχαρίστησης του συγγραφέα να μιλά – έστω και χωρίς να το δηλώνει άμεσα – για τον εαυτό του, δηλαδή για τη ζωή του. Πέρα, όμως, από όλους αυτούς τους λόγους της καταφυγής του Βιζυηνού σε αυτοβιογραφικό αφηγηματικό υλικό, την κυριότερη αιτία αποτελεί η ανάγκη του να διαθέτει η διήγησή του μια πραγματολογική διάσταση.

«Το αμάρτημα της μητρός μου»
Το διήγημα «Το αμάρτημα της μητρός μου» είναι το πρώτο διήγημα που δημοσίευσε ο Βιζυηνός (Απρίλιος 1883) και με αυτό εγκαινιάζεται μια νέα εποχή στην ελληνική διηγηματογραφία. Τα χαρακτηριστικά του συνοψίζονται στα αυτοβιογραφικά στοιχεία (λόγω της κτητικής αντωνυμίας στον τίτλο, της πρωτοπρόσωπης αφήγησης και των ονομάτων του αφηγητή και της μητέρας του που ταυτίζονται με τα ονόματα του συγγραφέα και της μητέρας του), στη χρησιμοποίηση της λαϊκής παράδοσης, στη δημιουργία της πραγματολογικής διάστασης και στη λειτουργία του διηγήματος ως δράματος. Πρωτοεμφανίζεται η πρωτοπρόσωπη αφήγηση καθώς ο αφηγητής – συγγραφέας συμμετέχει στη δράση. Εμφανίζεται επίσης ένα θέμα που θα το συναντήσουμε και σε άλλα διηγήματα: η ασυνείδητη προσπάθεια επιβολής πάνω στα παιδιά ενός πολιτισμικού φύλου διαφορετικού από το βιολογικό φύλο τους (ο γιος που οι γονείς ήθελαν να είναι κορίτσι). Στο διήγημα αυτό επίσης έχουμε την εμφάνιση των μελών της οικογένειας και γίνεται η αρχή της εξιστόρησης της οικογενειακής ιστορίας που θα συνεχιστεί και σε άλλα διηγήματα. Τέλος, είναι φανερό ότι η ψυχολογική εμβάθυνση συνδυάζεται με την αυθεντικότητα και την έντονη προσωπικότητα της μητέρας.
Ανάλυση του κειμένου
Το κείμενο αρχικά μπορεί να διαιρεθεί σε δύο μεγάλα μέρη που αφορούν τη σκοπιά από την οποία γίνεται η αφήγηση. Το πρώτο μέρος σχετίζεται με την αφήγηση που γίνεται από τη σκοπιά του παιδιού (μέχρι τη σελίδα 142: «…που νάχη την ευχή μου!» και το δεύτερο μέρος αφορά την αφήγηση που γίνεται από τη σκοπιά του ενήλικου αφηγητή (μέχρι το τέλος του κειμένου). Τα μεγάλα αυτά τμήματα χωρίζονται στις παρακάτω ενότητες:
Α΄ Ενότητα: Η ασθένεια και ο θάνατος της Αννιώς (Άλλην αδελφήν δεν είχομεν … εγλύτωσεν από τα βάσανά του!).
Στην Α΄ ενότητα διακρίνουμε τις εξής υποενότητες:
α) Αρχικά έχουμε την παρουσίαση και τη γνωριμία με τα πρόσωπα. Ο αναγνώστης εισάγεται κατευθείαν στο βασικό θέμα και το βασικό πρόσωπο, την Αννιώ. Αντλούνται πληροφορίες σχετικά με τα μέλη της οικογένειας: η άρρωστη μοναχοκόρη Αννιώ που είχε άλλα τρία αδέλφια (αγόρια) και η μάνα που είχε μείνει χήρα χωρίς να είναι πολλά χρόνια παντρεμένη. Η Αννιώ είναι η πρωταγωνίστρια της α΄ ενότητας, ενώ ο αφηγητής που είναι ένα από τα αδέλφια της δίνει κάποια στοιχεία για το πρόσωπο αυτό χωρίς να εκθέτει εξαρχής την ασθενική κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Από την αρχή του κειμένου και με βάση την εξέλιξη των γεγονότων διακρίνει κανείς μια βασική αφηγηματική τεχνική του Βιζυηνού, την τεχνική της πλάνης. Σύμφωνα με αυτή κάθε χαρακτήρας βλέπει τα πράγματα από τη δική του οπτική γωνία και με βάση τη δική του γνώση των πραγμάτων. Έτσι, ο αφηγητής, ως αδελφός της Αννιώς, καταγράφει ό,τι ήξερε τότε που ήταν παιδί, αγνοώντας κάποια άλλα στοιχεία που ξέρει τώρα που αφηγείται. Αυτή η πλάνη οδηγεί στην τραγική ειρωνεία (ο θάνατος μιας κόρης που ο αφηγητής την αγνοούσε, ήταν το τραγικό σημείο που στιγμάτισε τη συμπεριφορά της μάνας).
            Το γεγονός ότι από τα πρόσωπα μόνο η Αννιώ παρουσιάζεται με το όνομά της, δηλώνει τη σημασία και την κυριαρχία του προσώπου αυτού στο συγκεκριμένο σημείο του διηγήματος. Είναι φανερό ότι πέρα από το οικογενειακό περιβάλλον που παρουσιάζεται και στο οποίο εντάσσονται τα πρόσωπα, μπορεί κανείς να παρακολουθήσει και τη συμπεριφορά των μελών της οικογένειας κυρίως σε δύο επίπεδα. Αρχικά, γίνεται αναφορά στη στάση της μητέρας απέναντι στα παιδιά και ιδιαίτερα απέναντι στην Αννιώ. Η αγάπη της και η αδυναμία της απέναντι στο κορίτσι ερχόταν σε αντίθεση με τη σχεδόν αδιάφορη στάση της απέναντι στα αγόρια. Τα αγόρια ωστόσο θεωρούν δικαιολογημένη αυτή τη συμπεριφορά της μητέρας τους καθώς η Αννιώ ήταν μοναχοκόρη. Το δεύτερο επίπεδο σχέσεων αφορά τη συμπεριφορά των αγοριών προς την Αννιώ, μια συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από αγάπη και στοργή, ιδιαίτερα λόγω του φιλάσθενου της κόρης αλλά και τη συμπεριφορά της Αννιώς απέναντι στα αγόρια που χαρακτηρίζεται από καλοσύνη και τρυφερότητα.
            Οι αόριστες νύξεις για την ασθένεια της Αννιώς προετοιμάζουν τη δεύτερη υποενότητα, όπου η αρρώστια γίνεται το κυρίαρχο μοτίβο.
β) Παρακολουθεί εδώ ο αναγνώστης την επιδείνωση της κατάστασης της Αννιώς σε παράλληλη παρουσίαση με τις προσπάθειες της μάνας να αντιστρέψει κάθε φορά το κλίμα. Η επανάληψη κάποιων φράσεων, κατά παραλλαγή, σχετικά με την ασθένεια και την κατάσταση της Αννιώς (εν τούτοις η ασθένεια της Αννιώς, ολοέν εδεινούτο, η κατάσταση έβαινεν ολοέν επί τα χείρω, το παιδίον εχειροτέρευεν αδιακόπως, η ασθένεια ήτον ανίατος) λειτουργεί τόσο σε επίπεδο περιεχομένου, αφού ο αναγνώστης παρακολουθεί με σαφήνεια τα διαφορετικά στάδια επιδείνωσης της αρρώστιας, όσο και σε επίπεδο δομής, καθώς οι παραλλαγές αυτές δίνουν αλληλουχία και ενότητα στο κείμενο. Σαφή είναι και η χρήση της επανάληψης με ποικίλο τρόπο ώστε να μη γίνεται κουραστική στον αναγνώστη.
            Παρατηρώντας τα στάδια επιδείνωσης της ασθένειας, βλέπει κανείς αρχικά τη μητέρα να εγκαταλείπει το σπίτι της, στο οποίο είχε κλειστεί ως χήρα και να προσπαθεί να βρει τρόπους θεραπείας της Αννιώς καταφεύγοντας ακόμα και στον κουρέα – ψευτογιατρό που την εκμεταλλεύεται. Αυτή η μορφή του γιατρού περιγράφεται με στοιχεία που προκαλούν το κωμικό, ενώ η αμοιβή του γίνεται τόσο σε είδος όσο και σε χρήμα. Αυτός πάντα βεβαίωνε ότι η ασθενής πήγαινε καλύτερα όταν τα αποτελέσματα έδειχναν το αντίθετο. Έτσι, ο αφηγητής παρουσιάζεται με ειρωνική διάθεση απέναντι στη συμπεριφορά και τη στάση του ψευτογιατρού. Σχολιάζοντας σε αυτό το σημείο την αντίληψη σχετικά με τη χήρα γυναίκα η οποία δεν μπορούσε να κυκλοφορεί ελεύθερα λόγω αρνητικών σχολίων της κοινωνίας, θα θεωρούσε κανείς ότι η θέση της γυναίκας εκείνη την εποχή ήταν υποβαθμισμένη. Ωστόσο, αναφέρεται ότι ακόμα και στην ανδροκρατούμενη Τουρκία, οι πολύτεκνες μητέρες μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα, ακόμα και χήρες, για να στηρίξουν την οικογένειά τους. Φαίνεται ότι η απόφαση της μητέρας του αφηγητή αφορούσε καθαρά προσωπικά της βιώματα και σχετίζονταν με την ανατροφή και τις αντιλήψεις που είχε σχηματίσει. Στο κείμενο υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι η θέση της γυναίκας δεν ήταν η καλύτερη δυνατή (τα αγόρια μόνο ονομάζονταν παιδιά, η γυναίκα έπαιρνε το όνομα του άντρα της – Μιχαλιέσσα) αλλά υπάρχει και η άλλη όψη: η δουλειά της γυναίκας σε εξωτερικές εργασίες, η υιοθέτηση παιδιών και μάλιστα από χήρα, η συμμετοχή της σε κουμπαριά και σε γλέντια.
            Επανερχόμενοι στα στάδια επιδείνωσης της ασθένειας της Αννιώς, παρατηρεί κανείς στη συνέχεια τη μητέρα να καταφεύγει στον ιερέα, αποδίδοντας τα αίτια της ασθένειας σε εξωλογικά στοιχεία.
            Ακολούθως, η μάνα αφήνει τα θρησκευτικά μέσα και καταφεύγει σε κομπογιαννίτες και μάγισσες. Καθώς παρατηρεί ότι δεν υπάρχει βελτίωση, επανέρχεται στο θεό και κάνει τάματα στις εκκλησίες. Στο έσχατο σημείο, εκεί που βλέπει ότι όλα είναι μάταια, θεωρεί ότι η τελευταία ελπίδα είναι ένα θαύμα.
            Μπορεί κανείς μέσα στο κείμενο να διακρίνει κάποια λαογραφικά στοιχεία αλλά και θρησκευτικές αντιλήψεις της εποχής. Είναι φανερό ότι οι ασθένειες είχαν αίτια φυσικά ή υπερφυσικά. Στην πρώτη περίπτωση η θεραπεία αφηνόταν σε κομπογιαννίτες ή γριές με υπερφυσικές δυνάμεις που δήθεν γιάτρευαν τις ασθένειες, οι οποίες απλώς έκλειναν τον κύκλο τους. Στη δεύτερη περίπτωση είχαμε την ανάμειξη του σατανά, οπότε η ασθένεια παρατείνοταν και οι τρόποι αντιμετώπισής της αφορούσαν είτε μαγεία είτε χριστιανικά μέσα με εξορκισμούς, αγιασμούς και ευχές. Είναι ευνόητο ότι η ανάπτυξη της ιατρικής εκείνη την εποχή ήταν μηδαμινή. Επιπλέον, σύμφωνα με τις θρησκευτικές αντιλήψεις, οι αθεράπευτες ασθένειες είναι έργα του σατανά και η εκκλησία προσπαθεί να τις θεραπεύσει με εξορκισμούς και ευχές. Η θρησκεία θεωρεί αμαρτία την καταφυγή σε μαγεία για αυτό και υπάρχει μια σύγκρουση στη μητέρα: να ακολουθήσει τη θρησκεία ή να φανεί αμαρτωλή χρησιμοποιώντας μαγικά; Γνώμονάς της ήταν η ίαση της κόρης της, για αυτό και μετέρχεται όλους τους τρόπους που πιστεύει ότι θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν.
            Σε αυτό το τμήμα του διηγήματος είναι έντονη η χρήση παρατατικού χρόνου δίνοντας μια επαναλαμβανόμενη δράση και αποδίδοντας κυρίως μια κατάσταση και όχι γεγονότα. Έτσι, σκιαγραφείται το κοινωνικό, οικογενειακό αλλά και συναισθηματικό πλαίσιο στο οποίο αναπτύσσεται η δράση.
            Στη γ΄ υποενότητα αυτή η γενική κατάσταση μετατρέπεται σε συγκεκριμένο γεγονός, στοιχείο που υποδηλώνεται με τη χρήση κυρίως αορίστου και την παρουσίαση του επεισοδίου της εκκλησίας.
γ) Η Αννιώ μεταφέρεται στην εκκλησία για να παραμείνει για σαράντα μερόνυχτα, αφού η αρρώστια οφείλεται σε υπερφυσικές δυνάμεις. Ωστόσο, η κατάσταση της Αννιώς επιδεινώνεται λόγω των δυσμενών συνθηκών στην εκκλησία και η μάνα αναγκάζεται να την πάρει στο σπίτι.
            Στο τμήμα αυτό του διηγήματος έχουμε τόσο αλλαγή στο χώρο, αφού η Αννιώ μεταφέρεται στην εκκλησία όσο και αλλαγή στο χρόνο, αφού οι ενδείξεις σχετικά με τις κινήσεις του αφηγητή (άναβε μαγκάλι, υπήρχε ψύχρα) παραπέμπουν στο χειμώνα. Συγχρόνως, η Αννιώ εξακολουθεί να είναι το βασικό πρόσωπο του ενδιαφέροντος αλλά οι πρωταγωνιστές είναι τώρα η μητέρα και ο αφηγητής.
            Η εικόνα της Αννιώς δίνεται από την αρχή ωχρή και μελαγχολική αλλά με καλή πνευματική κατάσταση σε κάποιες στιγμές. Διακρίνουμε πάλι τις θρησκευτικές αντιλήψεις σχετικά με τη θεραπεία της «διαβολεμένης» ασθένειας από το θεό: εκτός από το συμβολικό αριθμό 40, χρονικό διάστημα που έπρεπε να μείνει η Αννιώ στην εκκλησία και την πίστη για ύπαρξη δαιμονίων στον άνθρωπο, γίνεται αναφορά και σε κάποιες τελετουργίες όπως η απομάκρυνση των δαιμονίων κατά την ώρα της λειτουργίας και η εναπόθεση των αμφίων του ιερέα πάνω στο «δαιμονισμένο».
            Ενδιαφέρον έχει και η πολύχρονη παρουσία του αφηγητή στην εκκλησία, καθώς δεν άφηνε στιγμή την αδελφή του. Χαρακτηριστικές είναι οι σκηνές που περιγράφει για τις μέρες και τις νύχτες που πέρασε μέσα στο μυστηριακό χώρο της εκκλησίας. Γλαφυρές και φοβερές είναι οι εικόνες που περιγράφει κατά την πρώτη του νύχτα στην εκκλησία. Οι δύο εικόνες του άγιου που ζωντανεύει και κατεβαίνει στο έδαφος και των νεκρών που ζωντανεύουν καθώς και του σκελετού, παρουσιάζουν αντιθετικά στοιχεία μεταξύ τους. Και οι δύο εικόνες βέβαια είναι δημιουργήματα της φαντασίας, αλλά η εικόνα του άγιου ξεκινά από μια πραγματική παράσταση, ενώ η εικόνα των νεκρών είναι καθαρά φανταστική. Οι εικόνες είναι οπτικές και κινητικές, ενώ η δεύτερη είναι και ακουστική.
            Το βασικό επεισόδιο αυτού του τμήματος του διηγήματος είναι η προσευχή της μητέρας την οποία ακούει ο αφηγητής – γιος: η μητέρα ζητά από το θεό να σώσει το κορίτσι, παίρνοντας ως αντάλλαγμα ένα από τα δύο αγόρια της, το Χρηστάκη ή το Γιώργη (τον αφηγητή). Το επεισόδιο αυτό λειτουργεί εξελικτικά για το έργο, αφού δημιουργείται προς στιγμήν ένα ενδιαφέρον στον αναγνώστη με τη φράση της μητέρας: «ενθυμήθηκες την αμαρτίαν μου και εβάλθηκες να μου πάρεις το παιδί, για να με τιμωρήσεις». Η αναφορά στην αμαρτία και η ιδιότητα του θεού ως τιμωρού δημιουργούν απορία η οποία θα διατηρηθεί μέχρι το τέλος αφού γρήγορα το βλέμμα του αναγνώστη στρέφεται στην αντίδραση του αφηγητή, ο οποίος εγκαταλείπει πανικόβλητος την εκκλησία και περνά από μια κλιμάκωση συμπεριφορών και συναισθημάτων: φεύγοντας από την εκκλησία, σταδιακά, αποκτά την ψυχραιμία του, κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν για να θυμηθεί τη συμπεριφορά του απέναντι στη μάνα του, θεωρώντας ότι ήταν άψογος απέναντί της, ενώ εκείνη τον παραμελούσε και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτή δεν τον αγαπά και άρα δεν αξίζει να της δείχνει αγάπη και φροντίδα. Οι φάσεις από τις οποίες περνά συμπληρώνονται από αισθήματα πανικού και φόβου, αφού βλέπει ότι απειλείται η ζωή του αλλά και πικρίας, καθώς αισθάνεται ότι η μητέρα του δεν τον αγαπά. Παρατηρεί κανείς ότι εδώ αλλάζει η αρχική εντύπωση του αναγνώστη, όταν στην αρχή του διηγήματος τα παιδιά έδειχναν ότι δεν τους ένοιαζε η στοργή που έδειχνε η μάνα στην Αννιώ, βάζοντας αυτά σε δεύτερη μοίρα.
            Ο αφηγητής – γιος συμμετέχει στην ιστορία βλέποντας τα πράγματα από μια εσωτερική οπτική γωνία και λειτουργεί δραματοποιημένα αφού ζει και ο ίδιος κάποια έντονη στιγμή της ζωής του.
δ) Στην υποενότητα αυτή έχουμε στοιχεία τα οποία σταδιακά προοικονομούν το θάνατο της Αννιώς:το μοιρολόγι που έλεγαν για τον πατέρα, η αναφορά στο θάνατο του πατέρα, το σκηνικό θανάτου που είχε στήσει η μητέρα παρακαλώντας το νεκρό σύζυγό της να σώσει το Αννιώ.
            Η στάση της μητέρας εδώ απέναντι στον αφηγητή αλλάζει, αφού γίνεται τρυφερή, ίσως έχοντας καταλάβει ότι η φυγή του παιδιού οφειλόταν στο ότι άκουσε την προσευχή της. Ο αφηγητής βέβαια εξακολουθεί να είναι φοβισμένος και δεν του κολλούσε ύπνος
            Σημαντικό στοιχείο στο σημείο αυτό είναι το μοιρολόγι του πατέρα του που τραγουδούσε η μάνα του. Εδώ, με μια αναδρομική αφήγηση ο αφηγητής θυμάται ότι το μοιρολόγι αυτό το είχε συνθέσει ένας γύφτος – ραψωδός, περιπλανώμενος, που συνέθετε αυτοσχεδιάζοντας στίχους και μουσική. Πρόκειται για μια μορφή που είχε προκαλέσει εντύπωση και θαυμασμό στον αφηγητή γι’ αυτό και η περιγραφή του περιλαμβάνει πολλά επίθετα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εικόνα του Γύφτου που συνθέτει μοιρολόγια διαφοροποιείται από τις εικόνες και τις συνήθειες που έχουμε ως λαός για το μοιρολόγι και τη λειτουργία του: τα μοιρολόγια λέγονταν από γυναίκες την ημέρα της ταφής του νεκρού και το τραγουδούσαν οι ίδιες. Αντίθετα, σε αυτή την περίπτωση το μοιρολόγι συντέθηκε από άνδρα (Γύφτο), δεν το συνθέτει τη μέρα της ταφής του νεκρού αλλά μεταγενέστερα και δεν το τραγουδά ο ίδιος αλλά το μαθαίνει στη χήρα να το τραγουδά όποτε ήθελε.
            Οι εικόνες, ως κύριο μέσο έκφρασης, συνεχίζονται με το σκηνικό και την τελετουργία που στήνει η μητέρα ως ύστατη προσπάθεια να σώσει την Αννιώ: η τελετή είναι ένα λαϊκό δρώμενο, αποτελούμενο από θρησκευτικά στοιχεία και δοξασίες και παραπέμπει στην πανάρχαια θρησκευτική συνήθεια της λατρείας και θεοποίησης των νεκρών. Σύμφωνα με αυτή, οι νεκροί έχουν υπερφυσικές δυνάμεις και επανέρχονται κοντά στους ζωντανούς πετώντας στον τόπο που έζησαν. Η τελετή γίνεται τα μεσάνυχτα, ώρα που στις λαϊκές δοξασίες συνδέεται με τα φαντάσματα. Κατά τη διάρκεια της τελετής, που έχει τη μορφή μνημόσυνου, ο αφηγητής κάνει μια προσευχή με εκδικητικό ύφος προς τη μητέρα του («Έλα πατέρα – να με πάρης εμένα – για να γιάνη το Αννιώ»). Ο αφηγητής όμως, κρίνοντας τώρα τη στάση του, καθώς είναι μεγάλος, νιώθει ενοχές για εκείνη την προσευχή. Μέσα σε αυτό το τελετουργικό, εμφανίζεται η εικόνα της χρυσαλίδας, η οποία κατά τη μητέρα είναι ο φορέας της ψυχής του πατέρα. Η παρουσία της χρυσαλίδας (αρχ. ψυχή=πεταλούδα) εξηγείται λογικά από την ύπαρξη φωτός στο χώρο, που προσελκύει την πεταλούδα αλλά συγχρόνως δηλώνει και την πίστη των ανθρώπων να μη δέχονται ολοκληρωτικά το θάνατο αγαπημένων προσώπων, θεωρώντας ότι αυτοί επιστρέφουν με άλλη μορφή. Συγχρόνως, δείχνει και την απελπισμένη αντίδραση της μάνας που προσπαθούσε κάθε στοιχείο να το ερμηνεύσει ως μέσο σωτηρίας της Αννιώς.
            Άλλη μια εικόνα είναι στο σημείο που η μάνα δίνει στην Αννιώ να πιει από το νερό της τελετουργίας, το οποίο προς στιγμήν φαίνεται να ζωηρεύει τη μικρή. Πρόκειται για την τελευταία αναλαμπή της ετοιμοθάνατης λίγο πριν ξεψυχήσει και συγχρόνως δηλώνει την πικρή ειρωνεία του αφηγητή («έμελλε τω όντι να την ιατρεύση») δείχνοντας την αποτελεσματικότητα όλων εκείνων των θεραπευτικών μέσων αλλά και την εντύπωση ότι τελικά η μικρή γιατρεύτηκε – γλίτωσε από τα βάσανα.
            Η σκηνή του θανάτου της Αννιώς αποδίδεται με πολύ λιτό και απλό τρόπο, φορτισμένο συναισθηματικά αλλά και με λογική.
            Τέλος, μπορεί κανείς να επισημάνει κάποια λαογραφικά στοιχεία όπως το μοιρολόγι, η χρήση χάλκινων σκευών και το γάνωμά τους, η λύρα, η καλύπτρα του κεφαλιού των γυναικών, το ανώγι, η φιλοξενία με παράθεση γεύματος, το μοίρασμα των ρούχων του νεκρού σε ξένους.



Β΄.  Ενότητα: Μετά το θάνατο της Αννιώς και οι υιοθεσίες των άλλων κοριτσιών. («Πολλοί είχον κατηγορήσει … Ας έχη την ευχή μου!»)
Το πρώτο βασικό στοιχείο που παρουσιάζεται εδώ είναι η κατάσταση που επικρατεί μετά το θάνατο της Αννιώς. Αρχικά, η μητέρα στέκεται παθητικά και εγκαταλείπει τη φροντίδα των υπολοίπων παιδιών της, όμως με τις προτροπές της εκκλησίας και των συγχωριανών συνέρχεται. Το πέρασμα από την κατάσταση της αδιαφορίας στο «Ξύπνημα» της μητέρας, γίνεται με μια αναδρομή που αφορά τα τεράστια οικονομικά έξοδα που είχαν γίνει για να θεραπευτεί η Αννιώ και η τωρινή άθλια οικονομική κατάσταση. Παρά τις αντίξοες συνθήκες, η μητέρα αρχίζει να δουλεύει και να δείχνει θάρρος στην αντιμετώπιση της κατάστασης, φροντίζοντας και για τη μόρφωση των παιδιών της.
            Τα καινούργιο στοιχείο που προστίθεται σε αυτό το σημείο είναι η υιοθεσία από τη μητέρα, ενός μικρού κοριτσιού παρά τις δυσκολίες για επιβίωση. Εδώ παρουσιάζονται κάποια στοιχεία σχετικά με τη διαδικασία της υιοθεσίας, η οποία φαίνεται αρκετά απλή και περνά από ένα τελετουργικό, αρχικά θρησκευτικό (με την παράδοση του παιδιού μέσα στην εκκλησία) και στη συνέχεια κοινωνικο – λαϊκό (όταν ζητείται η συγκατάθεση όλων των χωριανών). Πολύ απλά και διακριτικά παρουσιάζονται από το συγγραφέα τόσο η σκηνή της υιοθεσίας όσο και τα συναισθήματα των εμπλεκόμενων προσώπων με τη θλίψη της φυσικής μάνας, το βουβό πόνο του πατέρα και την ανησυχία της θετής μάνας. Η μητέρα του αφηγητή έδειξε ιδιαίτερη φροντίδα για το κορίτσι αυτό, διοχετεύοντας σε αυτό όλη την αγάπη της και θεωρώντας το ως αντικαταστάτης της Αννιώς. Η δυσαρέσκεια των υπολοίπων παιδιών ήταν έκδηλη και όταν τελικά το κορίτσι αυτό παντρεύτηκε η χαρά τους ήταν μεγάλη.
            Γρήγορα όμως ανέκυψε καινούργιο πρόβλημα, καθώς η μητέρα αποφασίζει να υιοθετήσει ένα άλλο κοριτσάκι, μωρό ακόμα. Η μητέρα θέτει επιχειρήματα ηθικής για να καθησυχάσει τις αντιδράσεις των γιών της (το βρέφος ήταν κοιλιάρφανο). Επιπλέον, στις απειλές των γιών της ότι δε θα τη βοηθούσαν, αυτή επικαλείται την υπόσχεση του ξενιτεμένου Γιώργη (αφηγητή) ότι θα θρέψει το ψυχοπαίδι. Στην πραγματικότητα η υπόσχεση του Γιώργη αφορούσε το πρώτο ψυχοπαίδι αλλά η μητέρα τη χρησιμοποιεί τώρα για να αμυνθεί απέναντι στους γιούς της και συγχρόνως αποτελεί μια προοικονομία για την επιστροφή του Γιώργη από την ξενιτιά, στοιχείο απαραίτητο για την εξέλιξη του μύθου, καθώς θα ακολουθήσει η αποκάλυψη του μυστικού.
            Η ενότητα κλείνει με μια αναδρομή στη σκηνή κατά την οποία ο αφηγητής έφτασε στο σημείο να δώσει την υπόσχεση, καθώς και κάποια στοιχεία για τη ζωή του στην ξενιτιά.
            Στην ενότητα αυτή αντλούμε περισσότερα στοιχεία για το χαρακτήρα της μάνας που φαίνεται δυναμική και εργατική στην προσπάθειά της να σώσει την οικογένειά της αλλά και επίμονη, αποφασιστική στην υιοθέτηση των κοριτσιών και συγχρόνως άδικη στην άνιση αντιμετώπιση των άλλων παιδιών. Εδώ προστίθονται κάποια στοιχεία που αφορούν τη σχέση της μάνας με τον αφηγητή, αφού αυτή τον σώζει από πνιγμό και εκείνος, αισθανόμενος υποχρέωση, υπόσχεται ότι θα αναλάβει τα έξοδα διατροφής της ίδιας και της ψυχοκόρης της, ώστε να σταματήσει να δουλεύει.
            Στην ενότητα αυτή ο αφηγητής είναι δραματοποιημένος, συμμετέχει στα γεγονότα και αφηγείται σε α΄πρόσωπο έστω και αν έλειπε για ένα διάστημα στην ξενιτιά. Υπάρχουν αναδρομικές αφηγήσεις (δες παραπάνω) αλλά και πρόδρομες («Δεν ήξεραν ακόμη … ήλπιζον να την ανακουφίσω»). Ο χρόνος της αφήγησης είναι μικρότερος από το χρόνο της ιστορίας, αφού κάποια γεγονότα συμπυκνώνονται (η περίοδος ζωής του πρώτου κοριτσιού).

Γ΄. Ενότητα: Η επιστροφή του Γιώργη από την ξενιτιά και η αποκάλυψη του μυστικού από τη μάνα (Ευτυχώς αι κακαί εκείναι ειδήσεις … Ετελείωσε)
Ο Γιωργής επιστρέφει από τα ξένα και εκφράζει την απογοήτευση και τις αντιρρήσεις του για τη δεύτερη θετή του αδελφή, την Κατερινιώ. Ο Γιώργης θέλει να έχει αδελφή αλλά τα χαρακτηριστικά που αυτός προτιμά είναι διαφορετικά από την καχεκτική Κατερινιώ. Η παρουσίαση των στοιχείων που ο Γιώργης θέλει για την αδελφή του αποτελεί επιβράδυνση της εξέλιξης του μύθου. Παράλληλα, η αντίθεσή του αυτή λειτουργεί ως προοικονομία για την εκμυστήρευση της μητέρας του αργότερα.
            Η μητέρα προσπαθεί με κάποια σαθρά επιχειρήματα να αλλάξει τη γνώμη του Γιώργη: «Δεν είναι ξένο το παιδί! Είναι δικό μου!» αφού το πήρε 3 μηνών, το βύζαινε, το τύλιξα στα σπάργανα των παιδιών της και το κοίμησε στην κούνια τους. Όλα αυτά τα στοιχεία βέβαια δεν μπορούν να στηρίξουν την άποψή της ότι το παιδί είναι δικό της, αφού απλά δεν το γέννησε αυτή. Ο Γιώργης δεν αντιδρά απέναντι στην απέλπιδα προσπάθεια της μάνας του να τον πείσει, αφού δε θέλει να τη στεναχωρήσει άλλο. Η ίδια η μάνα, νιώθοντας ότι δεν είναι πειστικά τα λόγια της, αισθάνεται την ανάγκη να ανοίξει την καρδιά της και να αποκαλύψει το μυστικό της, το λόγο για τον οποίο έδειχνε τόση επιμονή στο κορίτσι.
            Η αποκάλυψη του μυστικού γίνεται με αναδρομική αφήγηση και προοικονομείται με τη φράση: «η αμαρτία μου δεν εσώθηκεν ακόμη» που συμπληρώνει εκείνη που είχε πει κατά την προσευχή της στην εκκλησία πριν πεθάνει η Αννιώ. Ο συγγραφέας προδιαθέτει τον αναγνώστη, δίνοντας τη βαρύτητα του μυστικού (είναι βαρύ, το γνωρίζουν μόνο ο Θεός και ο πνευματικός) και την ελπίδα της μητέρας ότι ο Γιώργης θα την παρηγορήσει, θα τη λυπηθεί και θα δεχτεί το Κατερινιώ. Η μητέρα αφηγείται το ότι είχε αποκτήσει ένα κοριτσάκι που πλάκωσε στον ύπνο της μετά από ένα γαμήλιο γλέντι. Η αφήγηση γίνεται με χρονική σειρά και πολλές λεπτομέρειες που λειτουργούν ως επιβράδυνση, αφού κλιμακώνουν σταδιακά τα συναισθήματα και την αγωνία. Η μητέρα ζει συνεχώς κάτω από το βάρος της ενοχής για την «παιδοκτονία» και θεωρεί ότι όλα τα πλήγματα της ζωής της αποτελούν τιμωρία του Θεού για το αμάρτημά της. Έτσι, υιοθετεί κοριτσάκια για να εξιλεωθεί και να αναπληρώσει το κενό του νεκρού κοριτσιού, απομακρυνόμενη από τις τύψεις. Γι’αυτό και όταν τελειώνει την αφήγησή της αιτιολογεί τις υιοθεσίες και ζητά την κατανόηση του Γιωργή, η οποία βέβαια επιτυγχάνεται, καθώς ο Γιωργής υπόσχεται να αγαπά το Κατερινιώ σαν πραγματική του αδελφή και ερμηνεύει τη συμπεριφορά της μητέρας του στο παρελθόν. Συγχρόνως, λύνεται και η απορία του αναγνώστη για το «αμάρτημα» της μητρός.
            Στην ενότητα αυτή αποκαθίστανται οι σχέσεις του αφηγητή με τη μητέρα του, καθώς την κατανοεί πλήρως μετά την εξομολόγησή της. Παρά την αίσθηση που δόθηκε στην αρχή ότι τα αγόρια δε ζήλευαν την Αννιώ, εδώ η μητέρα εμφανίζει το Γιώργη να τη ζηλεύει, αφού για χάρη της τον είχε απογαλακτίσει νωρίς. Πρόκειται όμως για βρεφική ζήλια και όχι για την παιδική συμπεριφορά που περιγράφει στην αρχή ο αφηγητής. Άλλο ένα πρόσωπο που εμφανίζεται έντονα εδώ είναι και ο πατέρας που παρουσιάζεται ως τρυφερός σύζυγος, ακριβοδίκαιος απέναντι στα παιδιά του και άνθρωπος ανοιχτόκαρδος, κοινωνικός, ευαίσθητος αλλά και δέσμιος των κοινωνικών συμβάσεων.
            Τέλος, κάποια λαογραφικά στοιχεία που παρουσιάζονται είναι η ξενιτιά, η προίκα, ο σαραντισμός των μωρών, ο χορός και το γλέντι, τα τάματα στους αγίους, η κουμπαριά, η άποψη για τους πνευματικούς, ο φόβος της μεταθανάτιας τιμωρίας, η άποψη ότι η Τύχη επηρεάζει τη ζωή των ανθρώπων.

Δ΄ Ενότητα: Η μάνα εξομολογείται από τον πατριάρχη (Η εκμυστήρευσις ταύτη … και εγώ εσιώπησα)
Ο αφηγητής μέσα από μια αναδρομή και ξέροντας πια την αιτία του «αμαρτήματος» προσπαθεί να αξιολογήσει και να ερμηνεύσει τη στάση της. Εξηγεί τη συμπεριφορά της μέσα από τρία στοιχεία: «η συναίσθησις του αμαρτήματος (το βάρος που αυτό είχε), η ηθική ανάγκη της εξαγνίσεως (που θα την ανακούφιζε) και το αδύνατον της εξαγνίσεως (το αδιέξοδο που βίωνε)».Ο ίδιος αναλαμβάνει να ανακουφίσει την καρδιά της, θεωρώντας ότι το «δυστύχημα» (όπως ο ίδιος το αποκαλεί υποβιβάζοντας τη σημασία του) δεν έγινε εκ προμελέτης ούτε με τη θέληση της μητέρας του και επίσης ότι ο Θεός είναι δίκαιος και επιεικής, αναγνωρίζοντας την ειλικρινή μεταμέλεια. Με τα επιχειρήματα αυτά ο αφηγητής προσπαθεί αφενός μεν να απαλλάξει τη μητέρα του από τις τύψεις και να την απομακρύνει από το φόβο για τιμωρία από το Θεό, αφετέρου δε να επισημάνει τα χαρακτηριστικά της απλότητας και της ηθικότητας της προσωπικότητας της μάνας.
            Κατόπιν υπάρχει ένα κενό δύο ετών στο χρόνο της αφήγησης, οπότε ο Γιώργης ξενιτεύεται ξανά. Επειδή δεν είναι σίγουρος για την αποτελεσματικότητα των λόγων του απέναντι στη μητέρα του, όταν αυτή τον επισκέπτεται στην Κων/πολη, αυτός τη φέρνει σε επαφή με τον πατριάρχη Ιωακείμ, ο οποίος την εξομολογεί. Ενώ αρχικά φαίνεται ότι ο σκοπός έχει επιτευχθεί και η μητέρα έχει ανακουφισθεί, τελικά με τα τελευταία λόγια της: «Είναι καλόγερος. Δεν έκαμε παιδιά, για να μπορή να γνωρίση, τι πράγμα είναι το να σκοτώση κανείς το ίδιο το παιδί του!», φαίνεται ότι βαθιά μέσα της η ανησυχία εξακολουθεί να υπάρχει. Ο φόβος για την τιμωρία από το Θεό φαίνεται να έχει εξαλειφθεί αλλά ο πόνος και οι τύψεις  παραμένουν. Το τέλος του κειμένου είναι απότομο και θλιβερό, χωρίς να δίνεται διέξοδος ή ελπιδοφόρο μήνυμα: τα μάτια της μητέρας γεμίζουν δάκρυα και ο αφηγητής σιωπά.

Συμπεράσματα
Στο διήγημα παρουσιάζεται μια γλωσσική ποικιλία και πολυμορφία: η κυρίως αφήγηση και ιδιαίτερα όταν ο αφηγητής είναι σε ώριμη ηλικία, γίνεται σε καθαρεύουσα με τύπους αρχαιοπρεπείς, ενώ οι διάλογοι περιέχουν λαϊκή – δημοτική γλώσσα με αρκετούς ιδιωτισμούς (μου άνοιγεν η καρδιά μου). Το γεγονός ότι ο Βιζυηνός προσαρμόζει τη γλώσσα του κάθε χαρακτήρα ανάλογα με την ηλικία ή τη μόρφωση δείχνει την προσπάθειά του να κινηθεί με κριτήριο την αληθοφάνεια.
            Το ύφος του κειμένου είναι φυσικό, άμεσο, απλό και διαυγές, χωρίς περιττά σχήματα λόγου και με λογική χρήση διαλόγου και άλλων τεχνικών της αφήγησης.
            Τα σχήματα λόγου είναι λιτά και εντάσσονται στη φυσική ροή του λόγου. Μπορεί κανείς να διακρίνει παρομοιώσεις, μεταφορές, εικόνες και αντιθέσεις ακόμα και στην οπτική γωνία αφηγητή – μητέρας ή στην οπτική γωνία ανήλικου αφηγητή – ενήλικου αφηγητή.
            Η βασική αφηγηματική τεχνική του διηγήματος είναι η τεχνική της πλάνης, δηλαδή οι χαρακτήρες έχουν συνείδηση μιας διαφορετικής ή αντίθετης πραγματικότητας ο καθένας. Ο αφηγητής είναι δραματοποιημένος δηλ. είναι παρών στην αφήγηση, συμμετέχει στα δρώμενα και αφηγείται σε α΄  πρόσωπο (πρωτοπρόσωπη αφήγηση). Η εστίαση είναι εσωτερική δηλ. ο αφηγητής αποκαλύπτει όσα γνωρίζει ο ίδιος αλλά δεν περιορίζεται μόνο στην προσωπική του αντίληψη, αφού διεισδύει στον ψυχισμό των χαρακτήρων χωρίς όμως να γίνεται παντογνώστης αφηγητής (μηδενική εστίαση). Αρχικά, ο αφηγητής μιλώντας για τη μητέρα του εμφανίζεται να γνωρίζει λιγότερα από όσα γνωρίζει η πρωταγωνίστρια αλλά ακολούθως αναμειγνύει τη φωνή του με εκείνη της μητέρας, χρησιμοποιώντας την τεχνική του ελεύθερου πλάγιου λόγου. Με αυτή την τεχνική μιλά ο αφηγητής αλλά στην πραγματικότητα αποδίδει το λόγο και τις σκέψεις της μητέρας χωρίς να βάζει τα λόγια της σε εισαγωγικά. Επισημαίνουμε ακόμα τις τεχνικές του διαλόγου, της περίληψης, όπου ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι δεν υπήρξε παρών και της σκηνικής μεθόδου, όπου ο αναγνώστης έχει την ψευδαίσθηση ότι είναι παρών στα διαδραματιζόμενα. Η περιγραφή δεν αποτελεί παρέμβλητο «ξένο σώμα» αλλά οργανικό μέρος του κειμένου και της αφήγησης. Ο ρόλος της είναι πολλαπλός: να συμπληρώσει τα κενά, να δημιουργήσει αντιθέσεις, να εντείνει τις δραματικές καταστάσεις, να στήσει μυστικές γέφυρες ανάμεσα στους ανθρώπους και τα πράγματα.
            Ως προς τη χρονική σειρά της αφήγησης, τα γεγονότα παρουσιάζονται κυρίως με αναδρομικές αφηγήσεις, με μία μόνο πρόδρομη αφήγηση (η αναχώρηση του Γιώργη στα ξένα – σελ. 144), με προοικονομίες, με συμπύκνωση ,ώστε ο χρόνος της αφήγησης να είναι μικρότερος από το χρόνο της ιστορίας, με αφηγηματικά κενά (κυρίως ανάμεσα στη δεύτερη και τρίτη ενότητα) και με επιβραδύνσεις.
            Στην οργάνωση της πλοκής χρησιμοποιούνται 3 νόμοι: ο νόμος της αληθοφάνειας, ο νόμος της έκπληξης και ο νόμος της αγωνίας. Οι δύο τελευταίοι σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα που επικρατεί, δίνουν έμφαση στο αίνιγμα: ποιο είναι το αμάρτημα;
            Ο ευρύτερος χώρος  στον οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα είναι η πατρίδα του συγγραφέα, ενώ οι κύριοι χώροι δράσης είναι το σπίτι, η εκκλησία και η ύπαιθρος. Υπάρχει αντίθεση κλειστού και ανοιχτού χώρου. Χωρίς να είναι απόλυτος ο διαχωρισμός, ο κλειστός χώρος παρουσιάζεται κυρίως ως χώρος δυσάρεστων γεγονότων και ο ανοιχτός ως χώρος ευχάριστων γεγονότων.
            Στο διήγημα διακρίνουμε και αρκετά θεατρικά στοιχεία., όπως η συμμετοχή πολλών προσώπων, ο διάλογος, η εναλλαγή σκηνών και χώρων και οι αυτοτελείς ενότητες.
            Τα πρόσωπα παρουσιάζονται με πληθώρα και ποικιλία, τόσο αυτά της οικογένειας όσο και αυτά που είναι εκτός οικογένειας. Από τα πρόσωπα μόνο δύο ολοκληρώνονται ως χαρακτήρες: ο αφηγητής και η μητέρα του. Οι άλλοι είναι δευτερεύοντες χαρακτήρες που παρουσιάζονται με λίγες ιδιότητες και χαρακτηριστικά. Έτσι, η δυαδική αφηγηματική δομή προσφέρει δύο δυνατότητες εισόδου: από την οπτική γωνία του αφηγητή ή από την οπτική γωνία της μητέρας. Η οπτική γωνία της μητέρας παραμένει αμετάβλητη σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης, ενώ η οπτική γωνία του αφηγητή μεταβάλλεται, καθώς κατανοεί καλύτερα τόσο το τι έχει συμβεί όσο και από ποια αιτία διέπεται η συμπεριφορά της μητέρας. Η μεταβολή της οπτικής γωνίας του αφηγητή υποβοηθείται από τη μεγάλη διάρκεια της αφήγησης και από το γεγονός ότι αυτός δεν αφηγείται από ένα ορισμένο χρονικό σημείο αλλά παρακολουθεί τα γεγονότα αφηγούμενος ταυτόχρονα, από μικρό παιδί ως ώριμος άνδρας. Πολλά πρόσωπα, χάρη στη πλοκή του έργου, συγκρούονται μεταξύ τους. Η παρουσίαση των προσώπων γίνεται με τη δραματική μέθοδο, δηλαδή μέσα από τα λόγια και τις συμπεριφορές τους, ενώ οι αντιδράσεις τους είναι ανθρώπινες και δικαιολογημένες, αποτέλεσμα της αληθοφάνειας που επιδιώκει να πετύχει ο συγγραφέας. Το διήγημα, ήδη στην πρώτη του σελίδα, προσδιορίζει τα αντιθετικά ζεύγη που θα καθορίσουν το νόημα: το πρώτο ζεύγος, ο ενικός και ο πληθυντικός αριθμός. Το δεύτερο, το κορίτσι και τα αγόρια. Το τρίτο, ο νεκρός πατέρας (που τα ρούχα του ντύνουν τα αγόρια) και οι ζωντανοί (μητέρα και παιδιά).Το τέταρτο, το συναίσθημα ή η πρόθεση (η αδέκαστος ενδόμυχος στοργή της μητρός) και οι πράξεις, που φυσικά γεννούν ζηλοτυπίες. Το πέμπτο, η γνώση και οι απορίες. Τα πέντε αυτά ζεύγη θα οροθετήσουν την αναζήτηση του νοήματος, τον προσδιορισμό δηλαδή του αμαρτήματος, που προεξαγγέλλεται ήδη με τον τίτλο του διηγήματος.
            Δύο είναι τα κεντρικά θέματα του διηγήματος: το θέμα της αναζήτησης της μητρικής αγάπης από το γιο, ένα θέμα που αποτελείται από τα μοτίβα της ζήλιας, της αδελφικής αγάπης, του φόβου, της στέρησης και το θέμα της ενοχής της μητέρας που αποτελείται από τα μοτίβα της προσήλωσης στην κόρη, της αρρώστιας της Αννιώς, της χειροτέρευσης της στάσης της μητέρας και των υιοθεσιών. Στο πρώτο μέρος του διηγήματος, ο λόγος του αφηγητή περιστρέφεται γύρω από την εμπειρία του από την αδελφή του την Αννιώ. Στο δεύτερο μέρος, ο λόγος του αφηγητή, ο οποίος επιστρέφει «μετά μακράν απουσίαν», ασχολείται με το λόγο της μητέρας που περιστρέφεται γύρω από την εμπειρία της από την πρώτη κόρη της την Αννιώ. Η χρονικά πρότερη εμπειρία στο επίπεδο της ιστορίας παρουσιάζεται μετά τη χρονικά ύστερη (ανάληψη). Όμως ο αναχρονισμός αυτός λειτουργεί ερμηνευτικά ως προς τον αναγνώστη, διότι του δείχνει ότι ο λόγος του αφηγητή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, ο λόγος της αυθεντίας δηλαδή, έχει διαμορφωθεί με βάση την πλάνη. Ο αναγνώστης καλείται να βρει ο ίδιος ποιος είναι αξιόπιστος και να μην αρκείται στις συμβάσεις.
            Το αμάρτημα ορίζεται ως παράβαση του ηθικού ή του θείου νόμου. Στο διήγημα η μητέρα αναφέρεται στην αμαρτία της, όταν εξηγεί στον αφηγητή πως, έχοντας περάσει ένα βράδυ χορού και διασκέδασης, πήγε να θηλάσει το παιδί της, την πήρε ο ύπνος από την κούραση, το «πλάκωσε» κι όταν ξύπνησε «ήταν απεθαμένο». Η αμέλειά της οδήγησε στο θάνατο του παιδιού της, διότι παρέβη τον ηθικό νόμο που καθορίζει τα μητρικά της καθήκοντα. Αυτό είναι το αμάρτημα της μητέρας, ή μα΄λλον το πρώτο της αμάρτημα στο χρόνο της ιστορίας. Είναι όμως το δεύτερό της αμάρτημα στο χρόνο – και στο χώρο – της αφήγησης. Η εκπεφρασμένη επιθυμία της μητέρας να πάρει ο Θεός τα αγόρια της και να της αφήσει το κορίτσι συνιστά αμάρτημα. Το δεύτερο, ως προς τον ιστορικό χρόνο, αμάρτημα είναι το πρώτο ως προς τον αφηγηματικό χρόνο, διότι μόνο έτσι γίνεται σαφής η σημασία της επιθυμίας ως συστατικού στοιχείου του αμαρτήματος.

Απαντήσεις στις ερωτήσεις του βιβλίου
1) Αρχικά, η στοργή που δείχνει η μητέρα στην Αννιώ φαντάζει ως φυσιολογική στα μάτια των αγοριών, αφού αυτή ήταν μοναχοκόρη. Αυτή η εντύπωση θα ανατραπεί από τη στιγμή της προσευχής της μάνας στην εκκλησία και τις αποκαλύψεις για τον πρόωρο απογαλακτισμό του Γιώργη και την αδιαφορία προς τα αγόρια, καθώς και την υιοθεσία των θετών κοριτσιών. Η αποκατάσταση των πραγμάτων θα έρθει με την αποκάλυψη του μυστικού της μάνας.

2) Ο Γιώργης και τα αδέλφια του δε δείχνουν ζήλια για τις περιποιήσεις της Αννιώς από τη μητέρα. Η μητέρα λέει ότι ο Γιώργης «ζούλευε» αφού τον είχε απογαλακτίσει νωρίς και τον παραμελούσε. Η συμπεριφορά αυτή του Γιώργη αφορούσε τη βρεφική ηλικία, ενώ αυτή που ο ίδιος παρουσιάζει στην αρχή αφορούσε την παιδική του ηλικία. Άρα δεν υπάρχει αντίθεση στην οπτική γωνία της μητέρας και του αφηγητή.
3) Σημεία στα οποία φαίνεται η διάσταση ανάμεσα στον ώριμο αφηγητή και στην παιδική αντίληψη:
- οι επισκέψεις του ψευτογιατρού καταγράφονται από την πλευρά της παιδικής συνείδησης, τα σχόλια όμως είναι του ώριμου αφηγητή
- η προσευχή του Γιώργη, όταν η μητέρα καλούσε την ψυχή του πατέρα: «Έλα πατέρα – να πάρης εμένα – για να γιάννη το Αννιώ!... και δεν ηδυνάμην να εννοήσω την καρδίαν της».
- κατά το ξεψύχισμα της Αννιώς υπάρχει η φράση: «το οποίον έμελλε τω όντι να την ιατρεύσει». Η φράση εξηγείται ποικίλα από την άποψη της παιδικής συνείδησης και τη σκοπιά του ώριμου αφηγητή.
- ο διάλογος γιου – μάνας όταν αυτός ξενιτεύεται σε ηλικία 10 χρονών: «Μη κλαίγης μητέρα … δε δύναται να θρέψη».

4) Οι γλωσσικές επιλογές του παιδιού ή εφήβου λόγω του συναισθηματισμού που τον διακατέχει, χαρακτηρίζονται από αυθορμητισμό και λαϊκές φόρμες. Σε αντίθεση, οι γλωσσικές επιλογές του ώριμου χαρακτηρίζονται από λόγιους και αρχαιοπρεπείς τύπους. Υπάρχει στο κείμενο μια γλωσσική ποικιλία και όχι διγλωσσία, με παράλληλη παρουσία της δημοτικής και της καθαρεύουσας (η κυρίως αφήγηση σε καθαρεύουσα, οι διάλογοι σε δημοτική). Χαρακτηριστική είναι και η χρήση ιδιωτισμών (δες και Συμπεράσματα – Η γλώσσα).

5) – «Αφ’ ότου απέθανεν ο πατήρ μας … πολύτεκνον μητέρα»: η χήρα δεν μπορούσε να κυκλοφορεί ελεύθερα μετά το θάνατο του άντρα της παρά μόνον αν ήταν πολύτεκνη. Ο λόγος που η Δεσποινιώ δε βγαίνει, παρ’ ότι πολύτεκνη, ήταν λόγω της αυστηρότητας των αρχών με τις οποίες είχε μεγαλώσει.
- «Πολλοί είχον κατηγορήσει … πολύ νέα»: πολλοί την κατηγόρησαν επειδή θρηνούσε χαμηλόφωνα και όχι μεγαλόφωνα, αυτή όμως το έκανε από σεμνότητα.
- Η κοινωνική εικόνα είναι πιο σημαντική από τον προσωπικό πόνο, καθώς όταν καταλαβαίνει ότι έχει σκοτώσει το παιδί της, ο άντρας της της κλείνει το στόμα για να μην ακουστούν οι φωνές της.
- Επιπλέον, μόνο τα αγόρια ονομάζονταν παιδιά, ενώ η γυναίκα έπαιρνε το όνομα του άνδρα της: Δεσποινιώ η Μιχαλιέσσα.
Βέβαια υπάρχουν και θετικά στοιχεία στη συμπεριφορά απέναντι στη γυναίκα: εξωτερική δουλειά, υιοθεσία, διασκέδαση με τον άνδρα της, σεβασμός από τα παιδιά της. Η στάση της Δεσποινιώς απέναντι στον κοινωνικό έλεγχο είναι στάση συμμόρφωσης και συμβιβασμού εκτός από την περίπτωση που αρρώστησε η Αννιώ και βγήκε από το σπίτι για να τη σώσει, αφήνοντας κατά μέρος τη ντροπή.

6) Το αρχικό μοιραίο γεγονός είναι το ότι η μητέρα πλάκωσε ακούσια στον ύπνο της το κοριτσάκι της, βρέφος ακόμα, το οποίο πέθανε από ασφυξία. Αυτό το γεγονός προκαλεί ποικίλες δραματικές καταστάσεις λόγω των τύψεων της μάνας και της ανάγκης της για λύτρωση. Αυτές οι καταστάσεις αφορούν τόσο το θάνατο της Αννιώς, όσο και τις υιοθεσίες των ξένων κοριτσιών. Επίσης, ως συνέπεια, έρχονται τα συναισθήματα των αγοριών που τους φέρνουν σε σύγκρουση με τη μάνα τους, καθώς αυτή δείχνει ιδιαίτερη αγάπη για τα υιοθετημένα κορίτσια. Ειδική αναφορά μπορεί να γίνει για τη στάση του αφηγητή μετά την προσευχή της μητέρας στην εκκλησία.

7) α) Η μητέρα θεωρεί ότι κάθε κακό που τη βρίσκει στη ζωή της είναι θεϊκή τιμωρία για το «αμάρτημά» της. Επιπλέον, επιτείνει αυτή την αίσθηση με πράξεις αυτοτιμωρίας, υιοθετώντας ξένα κορίτσια για να βασανίζεται αλλά και για να απαλλαγεί από τις τύψεις. Άρα πρόκειται πραγματικά για πράξεις εξιλέωσης απέναντι στο Θεό και στον εαυτό της.
     β) Μετά την συνάντηση με τον Πατριάρχη, η μητέρα φαίνεται ευχαριστημένη και προσωρινά ήρεμη, όμως σε λίγο, με τα τελευταία λόγια της, θα φανεί ότι στη συνείδησή της υπάρχουν ακόμα τύψεις και ενοχές και η πληγή της ψυχής της είναι τόσο μεγάλη που δεν επουλώνεται.
     γ) Στη συνείδηση του αναγνώστη η μητέρα δεν είναι ενοχοποιημένη, αφού όλα προήλθαν από ένα ατύχημα. Ωστόσο, το γεγονός και μόνο ότι η ενοχή της θα τη συνοδέψει μέχρι και το θάνατό της, αποτελεί τη μεγαλύτερη τιμωρία που τη εξιλεώνει στη συνείδησή μας.

8) Το διήγημα βασίζεται σε αυτοβιογραφικά στοιχεία τα οποία αναπλάθονται και συνιστούν πραγματικά στοιχεία της ζωής του συγγραφέα. Το αφηγηματικό αυτό υλικό όμως δεν περιορίζεται σε ατομικά γεγονότα αλλά διευρύνεται και παρουσιάζεται με τη σημασία που έχει για κάθε άνθρωπο. Η γενίκευση των καταστάσεων είναι στοιχείο της τεχνικής του Βιζυηνού, καθώς τα πρόσωπα και η συμπεριφορά τους αποκτούν σημασία που αφορά τους ανθρώπους σε όλες τις εποχές.

9) α) Οι πρώτες νύξεις για την κατάσταση της Αννιώς δίνονται με τις φράσεις: «Η Αννιώ ήτο κατά δυστυχίαν ανέκαθεν καχεκτική και φιλάσθενος» και λίγο παρακάτω «η προς ημάς τρυφερότης του κορασίου, αντί να ελαττούται προ»ιούσης της ασθενείας, απεναντίας ηύξανεν». Η εξέλιξη όμως της ασθένειας της Αννιώς δίνεται ολοκληρωμένα με τη φράση – κλειδί: «η ασθένεια της Αννιώς ολοέν εδεινούτο». Οι παραλλαγές της φράσης είναι:
- «η κατάσταση της Αννιώς έβαινεν αργά μεν και απαρατηρήτως, αλλ’ ολονέν επί τα χείρω».
- «η κατάστασις της ασθενούς εδεινούτο»
- «το παιδίον εχειροτέρευεν αδιακόπως»
- «η ασθένεια της πτωχής μας αδελφής ήτον ανίατος».
β) Η λειτουργικότητα της φράσης εντοπίζεται τόσο σε επίπεδο περιεχομένου, αφού δείχνει τα στάδια εξέλιξης της αρρώστιας και κλιμακώνει τη δραματική ένταση, όσο και σε επίπεδο δομής, αφού λειτουργεί συνδετικά ανάμεσα στις θεματικές ενότητες που καταγράφουν τις αντιδράσεις της μάνας απέναντι στην επιδείνωση της κατάστασης.

10) Αρχικά, η προσευχή αυτή της μάνας δημιουργεί στην ψυχή του αφηγητή τρόμο και φόβο, διότι νιώθει άμεσα την απειλή του θανάτου. Γι’ αυτό και φεύγει πανικόβλητος από την εκκλησία, νιώθοντας ότι κάποιος τον κυνηγάει. Όταν ανακτά την ψυχραιμία του, καταλαμβάνεται από πικρία και παράπονο, καθώς διαπιστώνει ότι η μητέρα του δεν τον αγαπά, την ίδια στιγμή που αυτός κατά το παρελθόν ήταν άψογος απέναντί της.

11) α) Η ειρωνική απόχρωση στη «φωνή» του αφηγητή διακρίνεται κυρίως στην παρουσίαση κάποιων δευτερευόντων χαρακτήρων: στην παρουσίαση του κουρέα – ψευτογιατρού, στην περιγραφή του Γύφτου – ραψωδού, στο «αγιασμένο νερό» που έμελλε να γιατρέψει την Αννιώ, στις διαβεβαιώσεις της μαμής ότι το παιδί θα είναι κορίτσι, στα λόγια της μητέρας μετά την εξομολόγησή της από τον Πατριάρχη (λανθάνουσα ειρωνεία).
      β) Ο αφηγητής χρησιμοποιεί την ειρωνεία κυρίως για να αποφορτίσει το κλίμα και να εκτονώσει συγκινησιακά την ιστορία.

12) Η μητέρα και ο αφηγητής είναι πολυσύνθετοι και πολυδιάστατοι χαρακτήρες γι’αυτό και η δυσκολία στην εξασφάλιση της αληθοφάνειάς τους είναι μεγαλύτερη. Στον αφηγητή, η αληθοφάνεια εξασφαλίζεται με την οπτική γωνία του ώριμου και την οπτική γωνία του παιδιού. Η μια οπτική παρεμβάλλεται μέσα στην άλλη και έτσι η πολύπλοκη ψυχοσύνθεση του αφηγητή μπαίνει στη σωστή βάση.
Η αληθοφάνεια στην περίπτωση της μάνας επιτυγχάνεται με το δυναμισμό που τη διακρίνει, την αυθεντικότητα και τον αυθορμητισμό της. Σημαντικό ρόλο παίζει και ο λόγος της μητέρας, προσαρμοσμένος στα δεδομένα της.

13) Τα θεατρικά στοιχεία του κειμένου είναι:
- η συμμετοχή πολλών προσώπων
- ο διάλογος
- η εναλλαγή των σκηνών και των χώρων
- οι αυτοτελείς ενότητες

14) Διακρίνεται πράγματι μια αντίθεση ανάμεσα στον κλειστό και στον ανοιχτό χώρο, η οποία μάλιστα γίνεται πιο έντονη μέσα από τη διαδοχή αυτών των χώρων. Συγκεκριμένα, η εναλλαγή των χώρων σχετίζεται: αρχικά με την εκκλησία που δημιουργεί φόβο στον αφηγητή και σε συνδυασμό με την προσευχή της μάνας καταφεύγει στον ανοιχτό χώρο όπου αισθάνεται ανακούφιση. Στη συνέχεια με τη σκηνή στο σπίτι όπου η μητέρα καλεί το πνεύμα του πατέρα και ο αφηγητής αισθάνεται το θάνατο γύρω του και με την ανάμνηση δραπετεύει στον ανοιχτό χώρο, φέρνοντας στο μυαλό του το Γύφτο που συνέθεσε το μοιρολόγι του πατέρα του. Αντίθεση έχουμε και στη σκηνή του γλεντιού του πατέρα και της μάνας στο γάμο, σκηνή που λαμβάνει χώρα στην ύπαιθρο και η οποία αντικαθίσταται από τη σκηνή του «πλακώματος» του παιδιού στο σπίτι – κλειστός χώρος. Είναι φανερό ότι ο κλειστός χώρος είναι χώρος συγκρούσεων, δραματικών εντάσεων και θανάτου, ενώ ο ανοικτός χώρος είναι χώρος εκτόνωσης, ανάμνησης και περισυλλογής.

15) Οι υπαινιγμοί βρίσκονται σε δύο σημεία: α) στη διάρκεια της προσευχής στην εκκλησία: «Ενθυμήθηκες την αμαρτίαν μου και εβάλθηκες να μου πάρης το παιδί, για να με τιμωρήσης». β) λίγο πριν αρχίσει την αποκάλυψη του μυστικού: «Η αμαρτία μου, βλέπεις, δεν εσώθηκεν ακόμη».

16) Ο αφηγητής – πρόσωπο του Βιζυηνού απέχει εξίσου από τον αφηγητή – παντογνώστη και τον αφηγητή – πρωταγωνιστή. Αυτό επιτυγχάνεται με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση από έναν αφηγητή ομοδιηγητικό (συμμετέχει στη δράση) που η αφηγηματική του σκοπιά δεν είναι τόσο περιορισμένη ώστε να εξιστορεί μόνο όσα γνωρίζει ως πρόσωπο (εσωτερική εστίαση) ούτε όμως τόσο απεριόριστη ώστε να γνωρίζει ακόμα και όλες τις σκέψεις των χαρακτήρων (μηδενική εστίαση). Η ίση αυτή απόσταση επιτυγχάνεται με την τεχνική της σκηνικής μεθόδου (ο συγγραφέας καλύπτει την παρουσία του αφηγητή και παρουσιάζει τη δράση με σκηνική αναπαράσταση, χρησιμοποιώντας διάλογο και δίνει την ψευδαίσθηση στον αναγνώστη ότι δεν ακούσει μια φωνή που διηγείται αλλά ότι ο ίδιος είναι παρών στα γεγονότα) και την τεχνική του ελεύθερου πλάγιου λόγου («Επί πολύν χρόνον … ξύλον απελέκητον» (σελ. 139, «Το τελευταίον τούτο … μετ’ολίγον μετέβαλε γνώμην» (σελ. 127-128), «Όλος ο κόσμος το έλεγεν … πώς αισθάνεται τον εαυτόν της» (σελ. 129-130).

17) Αναδρομικές αφηγήσεις:
- Στο επεισόδιο της προσευχής της μάνας ο Γιώργης φέρνει στο νου του το παρελθόν για να δείξει ότι ήταν άψογος απέναντί της.
- Στη σύνθεση του μοιρολογιού για τον πατέρα από τον Γύφτο.
- Στο νερό – αγιασμό που το συνήθιζε η μητέρα από παλιά.
- Η αναδρομή στο σιωπηλό θρήνο της μάνας κατά το θάνατο του πατέρα.
- Η οικονομική ανέχεια της οικογένειας λόγω των εξόδων για τη θεραπεία.
- Το επεισόδιο με τη μητέρα που σώζει από πνιγμό τον Γιώργη.
- Η αποκάλυψη του μυστικού.

Πρόδρομες αφηγήσεις:
- Η αναχώρηση του Γιώργη για τα ξένα.