Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Γ. Παυλόπουλος, Αντικλείδια

Ο Γιώργης Παυλόπουλος εντάσσεται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, μια γενιά που χαρακτηρίζεται από τις κοινές ιστορικές μνήμες και εμπειρίες της εποχής του εμφυλίου και της κατοχής. Το έργο του Γιώργη Παυλόπουλου συνδυάζει τα προσωπικά βιώματα με τα ιστορικά, κοινωνικά και ηθικά στοιχεία και προεκτάσεις και στη βάση της αναζήτησης των μηχανισμών κάτω από τους οποίους λειτουργεί η ποίηση. Σε μια πρώτη φάση της ποιητικής του δημιουργίας ασχολείται με την πολιτική – κοινωνική ποίηση, στη συνέχεια όμως περνάει σε ποιήματα με θέμα τη διαδικασία της ποιητικής σύνθεσης. Η προσπάθειά του (που αρχίζει με τη συλλογή «Αντικλείδια») είναι να καταγράψει όλα όσα αισθάνεται κατά τη στιγμή της ποιητικής δημιουργίας και λειτουργίας. Ο ποιητής συνεχώς προσπαθεί να προσεγγίσει τη βαθύτερη ουσία της ποίησης αλλά αυτή η προσπάθεια πέφτει συνεχώς στο κενό. 
Ο Γιώργης Παυλόπουλος από τις ιδέες του παρελθόντος καταλήγει στη διαμόρφωση ενός αλληγορικού σύμπαντος όπου το συγκεκριμένο και πραγματικό της ποίησης εμπλέκεται με το φανταστικό και ονειρικό που είναι πιο γνήσιο.
Ανάλυση του κειμένου
 
 

Με τα «Αντικλείδια» ξεκινά η δεύτερη φάση της δημιουργίας του ποιητή, όπου το θέμα είναι η ποίηση και η σχέση του δημιουργού με την ποιητική διαδικασία. Το ποίημα «Αντικλείδια», παρότι αναφέρεται σ’ ένα θέμα θεωρητικό, όπως «τι είναι η ποίηση;», παρουσιάζει εικόνες και καταστάσεις απτές και καθημερινές: η πόρτα, το κλειδί, τα αντικλείδια.
 Όλα αυτά τα στοιχεία χρησιμοποιούνται για να εξηγήσουν κάτι αφηρημένο και χρόνια δυσεπίλυτο πρόβλημα/έννοια: την ποίηση. Ο ομιλητής αφηγείται μια απλή ιστορία με γνωμικό χαρακτήρα. Έτσι η αφήγησή του λειτουργεί ως παραβολή με αλληγορικό χαρακτήρα και διδακτική προοπτική. Σύμφωνα μ’ αυτόν τον ποιητικό μύθο η ποίηση είναι μια ανοιχτή πόρτα. Κάποιοι ρίχνουν μια ματιά μέσα και προσπερνούν αδιάφοροι. Κάποιοι άλλοι όμως, οι ποιητές, μαγεύονται και προσπαθούν να μπουν από την πόρτα, όμως αυτή κλείνει. Εκείνοι προσπαθούν να μπουν φτιάχνοντας αντικλείδια (ποιήματα). Όμως η πόρτα και πάλι παραμένει κλειστή, όσα ποιήματα κι αν γραφούν. Υπάρχει λοιπόν μια συνεχής προσπάθεια να παραβιαστεί μια πόρτα φαινομενικά ανοιχτή. Η βασική εικόνα είναι η πόρτα. Αυτή συμπληρώνεται από δύο επιμέρους εικόνες, το κλειδί και το αντικλείδι. Ο συνδυασμός των εικόνων αυτών αποδίδει το βασικό θέμα του ποιήματος: η μοίρα της προσπάθειας για ποιητική έκφραση είναι να μένει ανολοκλήρωτη και το ποίημα είναι μια αλλεπάλληλη προσπάθεια που δεν έχει κατάληξη.
Ο ορισμός της Ποίησης, με τον οποίο αρχίζει το ποίημα, φαίνεται αρχικά απλός αλλά το εύρος του περιορίζεται με τους υπόλοιπους στίχους που δηλώνουν το άβατο της πόρτας της ποίησης. Ο ποιητής διακρίνει δύο ομάδες ανθρώπων μπροστά σ’ αυτή την πόρτα της ποίησης: η πρώτη ομάδα είναι οι «πολλοί» που κοιτάζουν αδιάφορα και προσπερνούν. Η δεύτερη ομάδα, που θα απασχολήσει και τη συνέχεια του κειμένου, είναι οι λίγοι, εκείνοι που αντιλαμβάνονται κάτι κοιτώντας μέσα από την πόρτα και μαγεύονται, θέλοντας να μπουν και να κατακτήσουν την ποίηση. Όταν όμως προσπαθούν να μπουν, τότε η πόρτα κλείνει. Από τη στιγμή αυτή αρχίζει ένας συνεχής αγώνας με σκοπό το άνοιγμα της πόρτας. Οι προσπάθειες δίνονται με κλιμακωτή μορφή και αύξουσα πορεία. Αρχικά χτυπούν την πόρτα όμως κανείς δεν υπάρχει πίσω από την πόρτα για να τους ανοίξει. Αμέσως μετά ψάχνουν να βρούνε το κλειδί αλλά δεν ξέρουν ποιος το έχει. Κανείς όμως δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια γιατί αυτό που τους μάγεψε μέσα από την πόρτα τους έχει αναστατώσει, τους έχει αποπροσανατολίσει και τους έχει γίνει έμμονη ιδέα. Το ερέθισμα που κάνει τους ποιητές να θέλουν να μπουν στην πόρτα της ποίησης είναι διαφορετικό και ποικίλλει. Ο καθένας αναζητά στην ποίηση τη χαρά, την ομορφιά, την ευτυχία, τη λύτρωση, τη φυγή από την πραγματικότητα, ένα μέσο επικοινωνία; Ή την παρηγοριά. Οι άνθρωποι αυτοί καταθέτουν ακόμα και την ίδια τους τη ζωή προκειμένου να βρουν ένα μυστικό τρόπο για να ανοίξουν την πόρτα. Ο αγώνας τους είναι σκληρός και αδυσώπητος. Στην κλιμάκωση των προσπαθειών τους το τελευταίο σκαλί είναι τα αντικλείδια, τα ποιήματα με τα οποία προσπαθούν να διεισδύσουν στο χώρο της ποίησης. Όμως όλες οι προσπάθειες καταλήγουν στο κενό,  αφού η πόρτα μπορεί να ανοίξει με το ένα και μοναδικό κλειδί που κανένα αντικλείδι δεν μπορεί να το αντικαταστήσει. Έτσι η πόρτα δεν μπορεί ν’ ανοίξει, αλλά όσοι έχουν μαγευτεί από το βάθος που διέκριναν μέσα από την πόρτα, εξακολουθούν να καταβάλλουν προσπάθειες φτιάχνοντας αντικλείδια.
Το ηθικό δίδαγμα του μύθου και ο αποσυμβολισμός του γίνεται στους στίχους 9 – 12. τα αντικλείδια συμβολίζουν τα ποιήματα και ο Παυλόπουλος αναφέρεται σε όλα τα ποιήματα του παρελθόντος, του παρόντος αλλά και του μέλλοντος, με τα οποία κάθε ποιητής ευελπιστεί ότι θα ανοίξει την πόρτα της ποίησης. Όλη η διαδικασία διαιωνίζεται, φτιάχνοντας συνεχώς αντικλείδια – ποιήματα με στόχο πάντα το άνοιγμα της πόρτας. Ο ποιητής ταυτίζεται με όλους εκείνους «τους λίγους» που έχουν μπει σ’ αυτή τη διαδικασία (για ν’ ανοίξουμε την πόρτα), όλους εκείνους που μαγεύτηκαν από το βάθος που υπήρχε μέσα από την πόρτα και φτιάχνουν αντικλείδια.
Το ποίημα, ακολουθώντας το σχήμα του κύκλου, τελειώνει με το στίχο με τον οποίο Άρχισε. Η διαφορά έγκειται στη χρήση του αντιθετικού συνδέσμου μα: «Μα η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή» παρά το γεγονός ότι τα ποιήματα – αντικλείδια δεν μπορούν ν’ ανοίξουν την πόρτα της ποίησης, ωστόσο ένας ατελείωτος κύκλος έχει ανοίξει: η πόρτα είναι ανοιχτή και όποιος δει μέσα από αυτή και μαγευτεί μπαίνει στη διαδικασία να την ανοίξει αφού τη βλέπει ερμητικά κλειστή.


Συμπεράσματα
 
Ο ποιητής είναι φανερό ότι θέλει να δηλώσει πως η ποίηση είναι κάτι άπιαστο, ένας μαγικός κόσμος που ποτέ δεν πρόκειται να αποκαλυφθεί. Τα μυστικά της είναι ερμητικά φυλαγμένα και αν κανείς ποτέ τα κατακτούσε τότε ο κόσμος της θα απομυθοποιούνταν. Η ποίηση όμως είναι μια πόρτα ανοιχτή γιατί ανήκει σε όλους, χωρίς ποτέ κανείς να την κατακτήσει ατομικά.
Ο Δ. Μαρωνίτης γράφει: «Αν ό,τι λέμε ποίηση δεν είναι μόνο και τόσο το άθροισμα των εκατομμυρίων ποιημάτων που γράγφτηκαν πάνω στη γη, αλλά προπάντων ο ρυθμός που συνέχει τον μέσα και τον έξω κόσμο, τότε η τύχη του ποιήματος εξαρτάται από το κατά πόσο αναπολεί και ανακαλεί αυτόν τον κρυφό ρυθμό, που κάποτε γίνεται και ονειρικός εφιάλτης. Ας πούμε λοιπόν πως το κάθε ποίημα είναι ένα βέλος μοναχικό που σκοπεύει το ρυθμικό κέντρο του κόσμου και φαντάζεται πως είναι και μοναδικό, σημάδι και σύμβολο, εκείνης της κρυμμένης ποίησης. Αν καθ’ οδόν πολλαπλασιάζεται, τούτο συμβαίνει γιατί ο ποιητής αισθάνεται πως η βολή κάπως και κάπου αστόχησε, και ξαναδοκιμάζει. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι πως τα «Αντικλείδια» του Παυλόπουλου πρέπει πρώτα να ακουστούν μόνα τους: ως δοκιμές για να οριστεί το άπιαστο είδωλο της ποίησης και το φάντασμα του ενός ποιήματος. Κι αυτή είναι η πρώτη τους αρετή»
Πολλά έχουν γραφεί για το ποίημα. Αυτό όμως είναι εντελώς φυσικό, γιατί ένα ποίημα που έχει ως θέμα την υφή της ίδιας της ποίησης αναπόφευκτα θα τραβήξει το ενδιαφέρον των κριτικών και θεωρητικών της ποίησης. Αλλά το ποίημα δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις στα ερωτήματα για τη φύση της ποίησης που απασχολούν και τον ίδιο τον ποιητή. Οι δυσκολίες γίνονται μεγαλύτερες καθ’ όσον προσπαθούμε να διατυπώσουμε τις ιδέες του ποιητή για τη φύση της ποίησης ανεξάρτητα από το ποίημα. Έτσι πολλοί, στην προσπάθειά τους να ερμηνεύσουν τις ιδέες του ποιητή ανεξάρτητα από το ποίημα, έχουν αντιμετωπίσει ερωτήσεις που φαίνονται αναπάντητες. Αν η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, γιατί χρειαζόμαστε αντικλείδια; Αν η ποίηση είναι πόρτα, σε τι είναι πόρτα; Όταν κοιτάμε μέσα, σε τι κοιτάμε;
Ίσως όμως κάτι μπορεί να καταλάβουμε από το νόημα του ποιήματος χωρίς να απαντήσουμε όλες αυτές τις ερωτήσεις. Η ποίηση, μας λέει ο ποιητής, είναι μια πόρτα ανοιχτή. Μερικοί συναντούν την πόρτα και την προσπερνούν. Δεν κοιτάζουν για τίποτα, αλλά ούτε και βλέπουν τίποτα. Αυτοί όμως που βλέπουν κάτι και που συναρπάζονται από τη μαγεία του, προσπαθούν να μπουν μέσα – προσπαθούν να δουν περισσόετρα. Η πόρτα (η ποίηση) τότε κλείνει και δεν υπάρχει κλειδί για αυτήν. Αναπόφευκτα μερικοί χάνουν όλη τους τη ζωή ψάχνοντας για το ανύπαρκτο κλειδί που θα τους ανοίξει την πόρτα της ποίησης – θα τους επιτρέψει να εννοήσουν τη φύση της. Δυστυχώς ή ευτυχώς, το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς, είναι αντικλείδια – δηλαδή ποιήματα. Με άλλα λόγια, η κατανόησή μας του ποιητικού κόσμου, αυτό που προσπαθούμε να αρπάξουμε με το μάτι μας όταν κοιτάμε μέσα, μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τα ποιήματα που δημιουργούμε.
Η ποιητική δημιουργία είναι μια πράξη ερωτική και συνάμα μια υπέρτατη δοκιμασία, παλεύοντας στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου να φτάσεις στην αλήθεια της τέχνης σου. Η στιγμή αυτή της αλήθειας είναι απατηλή και πρόσκαιρη όπως η στιγμή κάθε ευτυχίας. Γρήγορα ξαναρχίζεις, πέφτοντας πάλι στην ίδια κατάσταση. Και η μόνη φιλοδοξία σου είναι να μην καταλάβει ποτέ κανείς την αγωνία σου όταν έγραφες το έργο σου, να μην φανεί ποτέ μέσα στο έργο το παραμικρό σημάδι αυτής της αγωνίας. Τα πράγματα που αγγίζουν σε βάθος τη ζωή μας, όπως η Ποίηση, μπορεί να ειπωθούν μονάχα μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες μας. Δεν ορίζονται μέσα από θεωρίες και αφηρημένες έννοιες. Δεν υπάρχει κανένας ορισμός για την Ποίηση. Ωστόσο μπορούμε να τη φανταζόμαστε και να την ονειρευόμαστε σαν μια πόρτα ανοιχτή.
Ο Παυλόπουλος έχει ντύσει ένα ολόκληρο ποιητικό έργο, έναν πολυδιάστατο ποιητικό κόσμο. Δεν μας αναγκάζει να διαρρήξουμε τις πόρτες αυτού του κόσμου. Ούτε όμως αφήνει πάνατα τις πόρτες του ανοιχτές. Μας δίνει τα αντικλείδια για να μπούμε μέσα του, να τον αναγνωρίσουμε, να δούμε ότι οι πόρτες του είναι άπειρες και να ξαναβγούμε στο δικό μας κόσμο πολύ πιο πλούσιοι από πριν.
Η μετακίνηση του Παυλόπουλου από τη συμβολική διαστρωμάτωση του ποιητικού μύθου στην παραβολική διαχείρισή του, που ήδη αναγνωρίζεται εύκολα στα ποιήματα των «Αντικλειδιών» και στα επόμενα, σχετίζεται άμεσα με την ταυτόχρονη μετάβασή του από το ποίημα – γεγονός, έστω και αν αυτό λειτουργεί μέσα σε μια συστοιχία άλλων ομοειδών ποιημάτων, στο ποίημα εκείνο όπου η δοκιμασία του δημιουργού της ποιητικής σύνθεσης αποτελεί την κυρίως υπόθεση του ποιήματος.
Το ποίημα είναι αφήγηση ενός προσώπου – δεν ενδιαφέρει αν ταυτίζεται ή όχι με τον ποιητή. Η αφήγηση δεν αφορά ένα συγκεκριμένο συμβάν, αλλά μια επαναλαμβανόμενη ανά τους αιώνες διαδικασία απόπειρας να παραβιασθεί η ανοιχτή πόρτα της ποίησης. Το πρόσωπο που αφηγείται δεν εμφανίζεται στο ποίημα ως υποκείμενο ενός άμεσου πρώτου ρηματικού προσώπου. Τα όσα λέει διεκδικούν την εγκυρότητα  του αντικειμενικού, αυτού που αορίστως επαναλαμβανόμενο συμβαίνει και που περιγράφεται στο ποίημα από ένα πρόσωπο που διαθέτει μια συνολική εποπτεία στον χώρο – που είναι ο κόσμος – το σύμπαν – και στον χρόνο που είναι από τότε που υπάρχει ο κόσμος.
Αλλά  ας επιστρέψουμε στην αναζήτηση του κλειδιού. Το κλειδί είναι ένα – τα αντικλείδια πολλά, όμως. Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ για όσους μπόρεσαν να δουν τα βάθος. Το βάθος είναι απροσπέλαστο; Αυτό σημαίνει ότι η ποίηση δεν μπορεί να κατακτηθεί ως ουσία; Ας θυμηθούμε την πλατωνική αντίληψη για το σπήλαιο.Μόλις βγουν οι ψυχές από αυτό και αντικρύσουν το φως της ιδέας, τυφλώνονται από τη λάμψη του. Στιγμιαία μόνο μπορούν να το κοιτάξουν.
Τα ποιήματα είναι αντικλείδια δεν είναι κλειδιά.Είναι αντικλείδια – για να ανοίξουμε την πόρτα, που είναι ανοιχτή όσο δεν θέλουμε να τη διαβούμε και που κλείνει, όταν θελήσουμε να την περάσουμε - . Αναζητούμε τη μαγεία της ποίησης και μόλις θελήσουμε να γίνουμε κοινωνοί της, η πόρτα κλείνει, όπως όταν πας σε μια πηγή να ξεδιψάσεις και εκείνη στερεύει, όπως σε ένα εφιάλτη – επομένως ο ποιητής είναι ένας εξόριστος από τον κόσμο της ποιητικής μαγείας. Ανήκει όμως σε αυτόν. Γι’ αυτό και η αγωνιώδης προσπάθεια να διαβεί την κλειστή της πόρτα. Επομένως η Ποίηση δεν είναι το σύνολο των ποιημάτων που γράφτηκαν από τότε που υπάρχει ο κάσμος. Είναι αυτό που ποτέ δεν ειπώθηκε και ούτε ποτέ πρόκειται να ειπωθεί.
Το ποίημα τελειώνει όπως άρχισε (κύκλος). Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. Η πρόσκληση ανανεώνεται. Η περιπέτεια δεν έχει τέλος. Η πόρτα θα ξανακλείσει, αλλά θα παραμένει ανοιχτή. Αντίφαση λογική, όχι όμως ποιητική ούτε φιλοσοφική.  
Ο ποιητής παρότι ασχολείται με μι;α αφηρημένη έννοια όπως είναι η ποίηση, χρησιμοποιεί μια γλώσσα πολύ συγκεκριμένη, με λέξεις απλές και καθημερινές που αναφέρονται σε συγκεκριμένα αντικείμενα. Ο στίχος είναι ελεύθερος ενώ ο αφηγητής δεν παρουσιάζει μια εκτίμηση που προέρχεται από τις προσωπικές του απόπειρες αλλά δείχνει να γνωρίζει το αποτέλεσμα ως προσπάθεια όλων των ποιητών. Άρα έχει συνολική εποπτεία χώρου και χρόνου και λειτουργεί σαν «παντογνώστης αφηγητής»

Απαντήσεις στις ερωτήσεις του βιβλίου
 
 

1)      «Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα», αναφέρεται σ’ εκείνους που περνούν από την ανοιχτή πόρτα της ποίησης, αλλά κοιτώντας μέσα, δείχνουν μια αδιαφορία. Κοιτούν χωρίς να βλέπουν τίποτα γιατί λειτουργούν μηχανικά, χρησιμοποιώντας τα μάτια αλλά όχι και το νου. Να βλέπω χωρίς να κοιτάζω, φυσιολογικά δεν μπορεί να ισχύσει αφού πρέπει πρώτα να δείξουμε προσοχή σε κάτι για να το διακρίνουμε και μετά να βάλουμε σε ενέργεια το μυαλό μας. Αυτό το «βλέπω χωρίς να κοιτάζω» θα μπορούσε να  ισχύσει μόνο σε περιπτώσεις επίδρασης έντονων συναισθημάτων κατά τις οποίες ο άνθρωπος φτάνει σε οριακές ψυχικές καταστάσεις, και αυτές αφορούν τους ποιητές.
2)      Αυτό που παρακινεί τους μαγεμένους ποιητές να μπουν στην πόρτα της ποίησης είναι κάτι απροσδιόριστο και διαφορετικό για τον καθένα. Ο καθένας αντιλαμβάνεται διαφορετικά τη γοητεία της ποίησης: άλλος τη βλέπει ως διέξοδο από την πραγματικότητα, άλλος ως ψυχική λύτρωση, άλλος ως χώρα ευτυχίας, ελπίδας και αγάπης. Ο καθένας, επίσης, από εμάς μπορεί να  δει ένα όραμα ή ένα ελπιδοφόρο μήνυμα, ένα συναίσθημα μαγείας.
3)      Η πόρτα κλείνει για όσους μπόρεσαν να δουν στο βάθος γιατί έτσι δοκιμάζονται για να αποδείξουν τη δύναμή τους να  διακρίνουν, να αντιλαμβάνονται και να εξηγούν στους άλλους, κάνοντας μια συνεχή προσπάθεια να γνωρίσουν τα μυστικά της ποίησης. Η ποίηση είναι ο μαγικός κόσμος που παραμένει άπιαστο όνειρο και δε θα αποκαλύψει ποτέ τα μυστικά του γιατί διαφορετικά θα χάσει τη γοητεία και την αξία του.
4)      Ομοιότητες ανάμεσα στο παραμύθι και στον ποιητικό μύθο: (α) υπάρχει μια κλειστή πόρτα που φυλάσσει έναν κλειστό χώρο ο οποίος περιέχει κάτι πολύτιμο (β) οι άνθρωποι  προσπαθούν να ανοίξουν την πόρτα για να γευτούν τους θησαυρούς.
Διαφορές ανάμεσα στο παραμύθι και στον ποιητικό μύθο: (α) στο παραμύθι ο θησαυρός που κρύβεται πίσω από την πόρτα είναι υλικός ενώ στον ποιητικό μύθο πνευματικός (β) στο παραμύθι υπάρχει μια μαγική λέξη η οποία ανοίγει την πόρτα ενώ στον ποιητικό μύθο δεν υπάρχει μαγικός τρόπος για να ανοίξει η πόρτα, παρά ο καθένας πλάθει το δικό του «αντικλείδι» για να προσπαθήσει, μάταια, να μπει (γ) στο παραμύθι οι άνθρωποι φτάνουν στους θησαυρούς ενώ στον ποιητικό μύθο ο θησαυρός είναι κάτι άπιαστο.
5)      Τα ποιήματα ορίζονται ως «μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης». Πρόκειται για τις προσπάθειες των ποιητών να πλησιάσουν το ποιητικό τους όραμα. Τα ποιήματα δεν ταυτίζονται με την Ποίηση, αφού η ποίηση είναι η πόρτα που δεν ανοίγει με τα αντικλείδια, έχει ένα μοναδικό κλειδί. Έτσι η ποίηση δεν είναι το σύνολο των ποιημάτων που έχουν γραφτεί, αλλά οτιδήποτε δεν έχει ειπωθεί και είναι αδύνατο να ειπωθεί.
6)      Το σχήμα του κύκλου χρησιμοποιείται για δύο λόγους: (α) Ο ποιητής στην αρχή χρησιμοποίησε τον εναρκτήριο του ποιήματος  στίχο ως μια δήλωση. Μετά την επεξεργασία που υπέστη ο στίχος αυτός μέσα από τον ποιητικό μύθο, καταλήγει στον τελευταίο, ίδιο με τον πρώτο, στίχο, ως διαπίστωση/συμπέρασμα. Άρα ο μύθος του ποιήματος επαληθεύει την αρχική δήλωση: «Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή» (β) Ο ποιητής δείχνει ότι όλη η ποιητική διαδικασία είναι συνεχόμενη, χωρίς να ολοκληρώνεται ποτέ αλλά ανανεώνεται. Η ποίηση είναι μια διαδικασία δίχως τέλος και κανείς δεν μπορεί να παραβιάσει την πόρτα. Όμως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει αφού οι «ανοιχτές πόρτες» όπως η Ποίηση, δεν παραβιάζονται.

Μ. Αναγνωστάκης, Στον Νίκο Ε... 1949 - Προβληματισμοί

1. Ποια είναι τα γενικά χαρακτηριστικά της ποιητικής φυσιογνωμίας του Αναγνωστάκη;

2. Να επαληθεύσετε την άποψη ότι η παρένθεση στον Αναγνωστάκη έχει ουσιαστική σημασία και περικλείει μια από τις κύριες ιδέες ή και το βασικό θέμα του ποιήματος.

3. Με ποιες τεχνικές και με ποιους εκφραστικούς τρόπους πετυχαίνει ο συγγραφέας να δώσει στο ποίημα δραματικό τόνο;

4. Να σχολιάσετε τους στίχους: «Εφιάλτες / Στα σιδερένια κρεβάτια / Όταν το φως λιγοστεύει / Τα ξημερώματα»

5. Να σχολίασετε το ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη «Το Πρωί» από τη συλλογή «Εποχές 3».

Το Πρωί
Στις 5
Ο ξηρός
Μεταλλικός ήχος
Ύστερα από τα φορτωμένα καμιόνια
Που θρυμματίζουνε τις πόρτες του ύπνου.
Και το τελευταίο «αντίο» της παραμονής
Και οι τελευταίοι βηματισμοί στις υγρές πλάκες
Και το τελευταίο σου γράμμα
Στο παιδικό τετράδιο της αριθμητικής
Σαν του μικρού παραθυριού το δίχτυ
Που τεμαχίζει με κάθετες μαύρες γραμμές
Του πρωινού χαρούμενου ήλιου την παρέλαση.

Λόγια του Μ. Αναγνωστάκη και απόψεις γι'αυτόν


«Το ’71 ουσιαστικά σταματάει η ποιητική μου παραγωγή. Δεν γράφω καθόλου ποιήματα. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω ποιήματα, καθόλου. Συνεχίζω όμως εντατικά την πνευματική μου προσφορά με δοκίμια, με άρθρα, με ορισμένες μελέτες, με πολιτική δράση· αυτό που εγώ θεωρώ δημόσια παρέμβαση. (…) Γι’ αυτό αρνούμαι όλα αυτά περί «ποίηση της ήττας» και τα σχετικά. Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή. Όταν τελείωσε η εποχή τελειώνει κι η ποίηση. Δεν μπορείς να γράφεις συνεχώς ποίηση. Δεν είμαι επαγγελματίας ποιητής. Αισθάνομαι την ποίηση σαν τρόπο έκφρασης επειδή δεν μπορούσα να εκφραστώ διαφορετικά. Δηλαδή, ήταν η εποχή τόσο πιεσμένη, τόσο δύσκολη, που μόνο κανείς εκφράζοντας τον πόνο του μπορούσε ν’ αντέξει»

« Έγραφα από πολύ μικρός και πρέπει να ομολογήσω ότι για ένα διάστημα πίστευα πολύ στις δυνατότητες της ποίησης σα μέσου που μπορεί να εκφράσει τα πάντα με πληρότητα και να γίνει έρωτας και περιεχόμενο ζωής(…)»

« Η ποίηση είναι η μόνη δυνατή να αποκαλύψει τις αληθινές διαστάσεις του οποιουδήποτε θέματος»

«Πιστεύω, πάλι θα πω, πως η ποίηση της περιόδου εκείνης (του εμφυλίου πολέμου), ή για την περίοδο εκείνη, είναι, σα ντοκουμέντο μια από τις συγκλονιστικότερες μαρτυρίες – να τολμήσω να το πω; - σε παγκόσμιο επίπεδο. Γιατί σαφώς προηγείται από ό,τι μας ήρθε απ’ έξω σαν ποίηση κοινωνικής αμφισβήτησης, προβληματισμένης διαμαρτυρίας κλπ, μάλιστα κάποτε πολύ κραυγαλέα και εντυπωσιακά.»

(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)

Μιλώ

Μιλ γι τ τελευταα σαλπίσματα τν νικημένων στρατιωτν
Γι τ κουρέλια π τ γιορτινά μας φορέματα
Γι τ παιδιά μας πο πουλν τσιγάρα στος διαβάτες
Μιλ γι τ λουλούδια πο μαραθήκανε στος τάφους κα τ σαπίζει βροχ
Γι τ σπίτια πο χάσκουνε δίχως παράθυρα σν κρανία ξεδοντιασμένα
Γι τ κορίτσια πο ζητιανεύουν δείχνοντας στ στήθια τς πληγές τους
Μιλ γι τς ξυπόλυτες μάνες πο σέρνονται στ χαλάσματα
Γι τς φλεγόμενες πόλεις τ σωριασμένα κουφάρια σος δρόμους
Τος μαστρωπος ποιητς πο τρέμουνε τς νύχτες στ κατώφλια
Μιλ γι τς τέλειωτες νύχτες ταν τ φς λιγοστεύει τ ξημερώματα
Γι τ φορτωμένα καμιόνια κα τος βηματισμος στς γρς πλάκες
Γι τ προαύλια τν φυλακν κα γι τ δάκρυ τν μελλοθανάτων.
Μ πι πολ μιλ γι τος ψαράδες
Π᾿ φήσανε τ δίχτυά τους κα πήρανε τ βήματά Του
Κι ταν Ατς κουράστηκε ατο δν ξαποστάσαν
Κι ταν Ατς τος πρόδωσε ατο δν ρνηθκαν
Κι ταν Ατς δοξάστηκε ατο στρέψαν τ μάτια
Κι ο σύντροφοί τους φτύνανε κα τος σταυρναν
Κι ατοί, γαλήνιοι, τ δρόμο παίρνουνε π᾿ κρη δν χει
Χωρς τ βλέμμα τους ν σκοτεινιάσει ν λυγίσει

ρθιοι κα μόνοι μς στ φοβερ ρημία το πλήθους.


" Πιστεύω, και δεν είναι η πρώτη φορά που το λέω, πως δεν έχει γραφτεί ή μάλλον δεν έχει εικονογραφηθεί με κάθε εκφραστικόν μέσο η ιστορία της περιόδου 1946-1950 και λίγο μετά. Δεν πρόκειται μόνο για τα γεγονότα που κι αυτά κηλιδώνονται, ωραιοποιούνται ή ξαναπλάθονται με τα σημερινά μέτρα - όσο το κλίμα, η ατμόσφαιρα, η καθημερινότητα που είναι πράγματα "άπιαστα" και για τον πιο ευσυνείδητο, αλλά μεταγενέστερο μελετητή ή ιστορικό.Πιστεύω πως η περίοδος του εμφύλιου στην Ελλάδα υπήρξε η πιο σκληρή, η πιο τραγική, η πιο άγρια, θα πρόσθετα και πολλά άλλα επίθετα ακόμη, όπως ταπεινωτική ή ανέντιμη μέσα σ' όλη τη νεοελληνική ιστορία. Μ' όλη τη δραματικότητά της η κατοχή ήταν και μια εποχή έξαρσης, ανάτασης, ελπίδας. Τα ανθρωπάκια έγιναν ξαφνικά Άνθρωποι, ο μικρός κι ανώνυμος τεντώθηκε στα όρια του μεγαλείου. Στην περίοδο του εμφύλιου οι άνθρωποι εκβιάστηκαν να γίνουν ανθρωπάκια, οι μεγάλοι να σκύψουν, να ταπεινωθούν, να τσακίσουν, να γίνουν ανώνυμος πολτός.

Αν στην κατοχή, εμείς οι τότε νέοι αποκτήσαμε συνείδηση της ανθρωπιάς, στα κατοπινά χρόνια υποχρεωθήκαμε να πιούμε ως τον πάτο το δηλητήριο της απανθρωπίας. Στην κατοχή το χαμόγελο δεν έλειψε από τα χείλη, το ανέκδοτο έπαιρνε και έδινε, οι αναμνήσεις μας σήμερα μπλέκονται με πικρές νοσταλγίες και ήχους από ακκορντεόν. Κανείς δεν αποπειράθηκε - γιατί δεν μπορεί - να μιλήσει με χιούμορ για τα χρόνια του 1946 - 1950. Η κατοχή είναι ένας πολύχρωμος πίνακας όπου το μαύρο δένει παράδοξα αρμονικά με το κόκκινο, με το γαλάζιο, με όλα τα χρώματα της ίριδας. Το χρώμα του εμφύλιου είναι το μαύρο, ένα απέραντο απ' άκρη σ' άκρη μαύρο κι η μνήμη δεν μπορεί να ρίξει πουθενά μια ευφρόσυνη ματιά.
[…]
Από ιστορική και γραμματολογική άποψη, όλοι οι ποιητές της γενιάς αυτής, αν ψάξεις κάτω από την επιφάνεια, θα βρεις ότι άλλος υπαινικτικά, άλλος πιο ανοιχτά, άλλος "ενσυνείδητα", άλλος διαισθητικά, εξέφρασαν - θέλοντας και μη θέλοντας - οδυνηρά βιώματα και καταστάσεις που υπήρχαν ή διαμορφώνονονταν αλλά που είτε ήσαν ακόμα πρόωρα προς γενική παραδοχή, είτε από πολιτική άποψη θεωρούνταν ασύμφορο να ομολογηθούν και που παρερμηνεύτηκαν εσκεμμένα ή μη, από καλή πίστη ή από στυγνή σκοπιμότητα, σαν μορφές ηττοπάθειας, έλλειψης πίστης, συμβιβασμών και αντιδραστικότητας ακόμα. Υπάρχουν ποιητές που εξέφρασαν τις επιπτώσεις μιας ήττας ( που δεν είναι βέβαια απλά "στρατιωτική"), που συνειδητοποίησαν πρώιμα μια πραγματικότητα, που "προφήτεψαν" ακόμη ό,τι έμελλε να συμβεί - αλλά που οι ίδιοι δεν υπήρξαν "ηττημένοι", ούτε πολύ περισσότερο εγκατέλειψαν τον αγώνα ( στην πιο πλατια΄και ανθρώπινη ουσία του).Πιστεύω, πάλι θα πω, πως η ποίηση της περιόδου εκείνης, ή για την περίοδο εκείνη, είναι, σα ντοκουμέντο μια από τις συγκλονιστικότερες μαρτυρίες, - να τολμήσω να το πω;- σε παγκόσμιο επίπεδο
[…]
- ΄Ενας στίχος σας λέει:"Αυτοί που θα μιλούσανε πέθαναν όλοι νέοι". Όταν τον γράφατε είχατε συγκεκριμένους ανθρώπους στο μυαλό σας ή ήταν μια γενική αίσθηση διαμαρτυρίας για τους θανάτους που είχαν προηγηθεί;
- Φυσικά είχα στο μυαλό μου και συγκεκριμένους ανθρώπους αλλά ταυτόχρονα ήθελα να εκφράσω μια γενικότερη αίσθηση του χαμού των πιο εκλεκτών παιδιών της στρατιάς της κατοχής, της αντίστασης, του εμφυλίου, που εξοντώθηκαν όχι μόνο φυσικά αλλά και ηθικά και πολιτικά και, κυρίως, ανθρώπινα.
(Από μια συνομιλία που είχε ο Μανόλης Αναγνωστάκης με τον Αντώνη Φωστιέρη και το Θανάση Νιάρχο, η οποία δημοσιεύεται στο περιοδικό "Λέξη", τ. 186, οκτ-δεκ. 2005)


 «Είναι εκ προοιμίου συναιρέτης, γιατί ξεκινά όχι από το αίσθημα ούτε απεναντίας απ’ τη νόηση. Μέθοδός του είναι μια διάμεσος: η αισθαντική περίσκεψη. Η διάμεσος αυτή τον προφυλάσσει και από τη διάχυση του αισθήματος και από τη αφαίρεση της νόησης».
 «Αρχικά, στις Εποχές σημειώνεται η διάθεση ενός εφήβου για επικοινωνία και για πλήρωση ζωής, για φιλία και για έρωτα, για ταξίδια και άλλα όνειρα φυγής. Στις Εποχές 2 και στις Παρενθέσεις, η διάθεση από μετεφηβική διαθεσιμότητα παίρνει τη μορφή του ποιητικού ημερολογίου μιας ανήσυχης νεότητας σε κρίσιμη εποχή (…) Και ενώ ρομαντικά η ποίησή του παρενέβαλλε ως τώρα τα μοτίβα της συμμετοχής στα δρώμενα, τώρα ενσωματώνεται σε αυτήν οργανικά και η εμπειρία της ιστορικής στιγμής. Αλλά και αυτή ενσωματώνεται ως δοκιμασία της νεότητας και ακούγεται ως μοίρα μιας ολόκληρης γενιάς».
 «Από ομιλία εις εαυτόν η γλώσσα του γίνεται κατόπιν έμμονη συνομιλία με τα πρόσωπα της πρώτης του νεότητας. Μια υποθετική συνομιλία με τους ίδιους πάντοτε βωβούς συμπαραστάτες του κοινού ‘συντροφικού’ πεδίου δράσης».
(Γιάννη Δάλλα, «Μανόλης Αναγνωστάκης, ποίηση και ιδεολογία»)

Μ. Αναγνωστάκης: Στον Νίκο Ε... 1949


      Τα χαρακτηριστικά του Αναγνωστάκη:
1)  Η πεζολογία ( πελώριοι, άμετροι στίχοι)

2) Η πικρά ειρωνική, η σαρκαστική συμπαράταξη έντονα αντίθετων θεματικών στοιχείων ή διαθέσεων.

3) Διαλογικός τόνος, διατυπώσεις «κουβεντιαστές».

4) Αποχρώσεις φρίκης σε κάποιες περιγραφές.

5) Ακριβείς τοπογραφικές αναφορές.

6) Η αίσθηση ότι ο αγώνας δεν τελειώνει που συνοδεύεται από την προσπάθεια να συντηρηθεί το παρελθόν μέσα στην προσδοκία του μέλλοντος. ( Αλλού: «Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα. (…) Όρθιος και μόνος σαν και πρώτα π ε ρ ι μ έ ν ω». Κι αλλού: « Κάτω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή / Όταν όλα περάσουν / Σε περιμένω»).

7) Η περιγραφή του συμβιβασμού με τις πραγματικές συνθήκες ζωής.

8) Αυτή η προσαρμογή στις ευτελείς συνθήκες της ζωής είναι που ενοχλεί τον Αναγνωστάκη, αν και γνωρίζει ότι η εμμονή στη διατήρηση των παλιών ιδεών και στη συντήρηση του νικημένου οράματος τον οδηγεί στη μόνωση. (« Όχι δεν πιάνω το χέρι σου. Δε θα κλέψεις το σχήμα του δικού μου»). Εκεί θα συναντήσουμε και

9) την παραίνεση, τον τόνο διδαχής προς εαυτόν, «διαδικασίες που συναποτελούν τη συνειδητή προσπάθεια αντίστασης απέναντι στην προσαρμογή», αλλά και τον

10) αυτοσαρκασμό « κάθε φορά που ο ποιητής βλέπει τον εαυτό του ανάμεσα στους προσαρμοσμένους στις τωρινές συνθήκες: «Μ’ αυτή την επώδυνη στάση απέναντι στον εαυτό του ο ποιητής συντηρεί, αποτελεσματικά, φωλιές νερού μέσα στις φλόγες, όπως έχει πει, κρατάει την περασμένη του ύπαρξη σε εγρήγορση τόση, όση χρειάζεται ώστε, όταν παρουσιαστεί η ανάγκη, να μπορεί να την ανασύρει από το βυθό τής κατά συνθήκην ζωής". (Ξ. Κοκόλης)

Ν. Εγγονόπουλος: Ποίηση 1948 - Προβληματισμοί

1. Πόσο πιστός στο πρόγραμμα του ευρωπαϊκού ποιητικού υπερρεαλισμού υπήρξε ο Εγγονόπουλος ως προς τη γεφύρωση ποίησης και πράξης;

2. Το ποίημα του Εγγονόπουλου «Ποίηση 1948» διαφέρει από τα υπόλοιπα ποιήματά του σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη θεωρείται αντιπροσωπευτικό της υπερρεαλιστικής ποιητικής του. Παράλληλα όμως, είναι ένα από τα ποιήματα που αγάπησε περισσότερο το κοινό και η κριτική. Σε τι διαφέρει το συγκεκριμένο ποίημα από το υπόλοιπο έργο του και ποιοι  νομίζετε πως είναι οι λόγοι α) της διαφοροποίησής του αλλά και β) της αναγνωστικής του επιτυχίας;

3. Με ποια σημασία είναι δυνατό το ποίημα «Ποίηση 1948» να θεωρηθεί πολιτικό;

4. Σχολιάστε τους στίχους «σαν πάει κάτι … αγγελτηρίων θανάτου». Είναι δυνατό σε μια εποχή κατά την οποία ο ποιητής είτε δεν έχει τη διάθεση να γράψει, είτε έχει συνειδητοποιήσει πως η συγγραφή ποιημάτων είναι άσκοπη, να οδηγείται ασυνείδητα προς τη γραφή;

5. Ανάμεσα στο ποίημα του Εγγονόπουλου και στα ποιήματα του Γουίλφρεντ Όουεν και του Μπέρτολτ Μπρέχτ υπάρχουν αναλογίες ως προς τη θέση που εκφράζεται για τη σχέση της ποίησης με το σύγχρονο με τα ποιήματα ιστορικό περιβάλλον;

«Πάνω απ’ όλα δεν ασχολούμαι με την Ποίηση.
  Το θέμα μου είναι ο Πόλεμος, και το έλεος του Πολέμου.
  Η ποίηση είναι σε έλεος»
                                                         (Wilfred Owen)

Σ΄αυτούς που γεννήθηκαν αργότερα
Αληθινά, ζω σε σκοτεινούς καιρούς!
Η χωρίς δόλο λέξη είναι αποκοτιά.
Το αρυτίδωτο μέτωπο σημαίνει αναισθησία.
Ο άνθρωπος που γελά
απλώς δεν έχει μάθει ακόμη τα τρομερά νέα.

Τι είδους καιροί είναι αυτοί, όταν
μια συζήτηση γύρω απ’ τα δέντρα αποτελεί σχεδόν έγκλημα
γιατί υποδηλώνει την αποσιώπηση τόσων τρόμων;
Που ο άνθρωπος που ήρεμα διασχίζει το δρόμο
βρίσκεται ήδη ίσως πολύ μακριά από τους φίλους του
που έχουν ανάγκη.
                                                  (Bertolt Brecht) 

Ν. Εγγονόπουλος, Ποίηση 1948 - Παράλληλα κείμενα


Εγγονόπουλος Nίκος

Nέα περί του θανάτου του Iσπανού ποιητού
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Aυγούστου του 1936
μέσα στο χαντάκι του Kαμίνο Nτε Λα Φουέντε



                              ...una accion vil y disgraciado.


η τέχνη κι’ η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε

περιφρόνησις απόλυτη
αρμόζει
σ’ όλους αυτούς τους θόρυβους
τις έρευνες
τα σχόλια επί σχολίων
που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν
αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες
γύρω από τις μυστηριώδικες κι’ αισχρές συνθήκες
της εκτελέσεως του κακορρίζικου του Λόρκα
υπό των φασιστών

μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει
πως
από καιρό τώρα
― και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα ―
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητάς
(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977) 

 
Tίτος Πατρίκιος

                                                           Στίχοι, 2
Στίχοι που κραυγάζουν
στίχοι πού ορθώνονται τάχα σαν ξιφολόγχες
στίχοι που απειλούν την καθεστηκυία τάξη
και μέσα στους λίγους πόδες τους
κάνουν ή ανατρέπουν την επανάσταση,
άχρηστοι, ψεύτικοι, κομπαστικοί,
γιατί κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα
κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες.
(Ποιες μάζες; Μεταξύ μας τώρα –
ποιοι σκέφτονταί τις μάζες;
Το πολύ μια λύτρωση ατομική, αν όχι ανάδειξη.)
Γι’ αυτό κι εγώ δε γράφω πια για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια
όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια.
Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω
να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή.
Όσο μπορώ, κι όσο κρατήσω


Νίκος Εγγονόπουλος: "Ποίηση 1948"

" (...)Είναι γεγονός ότι η μεγάλη μεταβατική περίοδος, που διήνυε η ανθρωπότητα σταθερά από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, είχε ήδη αρχίσει να πραγματοποιείται σταδιακά πριν το πόλεμο, στοιχείο που διαφαίνεται καθαρά στην ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου, από τις πρώτες ποιητικές του συλλογές, όπου το ανατρεπτικό πνεύμα και το απαράμιλλο ύφος διακατέχει το έργο του μέσα στην εποχή της μεταξικής δικτατορίας. Το ποίημα "Μπολιβάρ", γράφεται υπό διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες και αντιπροσωπεύει ως σήμερα την πεμπτουσία της ποιητικής του γραφής. Ο Εγγονόπουλος διαπλάθει εκεί έναν νέο ύμνο για την ελευθερία όπου με επικολυρικό κυρίως ύφος υμνεί το πνεύμα της συνειδησιακής ελευθερίας και της αντίστασης, ενώ θέτει ερωτήματα για την καθολικότερη μοίρα της ανθρωπότητας.

Μετά το "Μπολιβάρ" [1942] ο ποιητής συνέχισε το έργο του με το ίδιο πνεύμα ανατρεπτικότητας, η οποία διαποτιζόταν, ωστόσο, από το όραμα ενός ευαίσθητου στοχασμού που εκφράστηκε στη γλώσσα του υπερρεαλισμού. Η γλώσσα του υπερρεαλισμού είναι από τη φύση της ανατρεπτική και επαναστατική, δηλώνει την αέναη επανάσταση και ενεργεί ώστε να επιφέρει μια "κρίση συνείδησης". Έτσι την εποχή αυτή η υπερρεαλιστική γραφή του Εγγονόπουλου δίνει έκφραση στον αγώνα εναντίον της επιβολής κάθε καταπίεσης και επιστρέφει, μετά τον "Μπολιβάρ", στο πρώιμο υπερρεαλιστικό του ύφος με σκοπό να δηλώσει με τρόπο κωδικοποιημένο για τα πολιτικά τεκταινόμενα της εποχής. Η γραφή αυτή θεωρήθηκε απαραίτητη τη μεταπολεμική και μετεμφυλιακή εποχή, όχι μόνο για να σκιαγραφήσει το περιβάλλον, τις ιστορικές συνθήκες και την κοινωνική, τραγική πραγματικότητα, αλλά για να δηλώσει το χάος και τον κατακερματισμό των συνειδήσεων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν τη συγκεκριμένη αυτή εποχή.
(…)
Ο Εγγονόπουλους, είναι γνωστό πλέον, υπήρξε αντισυμβατικός τόσο στη ζωή, όσο και στην τέχνη εφόσον τον χαρακτήριζε μια έντονη αντίθεση προς τους αποδεκτούς και συμβατικούς κανόνες, η οποία εκδηλώθηκε και εκφράστηκε πειστικά σε όλη τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας, τόσο ως ποιητή όσο και ως ζωγράφου. Βέβαια δεν συμμετείχε ενεργά στη διεξαγωγή του ένοπλου αντιστασιακού αγώνα, αλλά η στάση του απέναντι στις πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις μπορεί να θεωρηθεί, μέσω της τέχνης, ως μαρτυρία μιας παθητικής αντίστασης στην οποία αναγνωρίζεται ο έμμεσος αντίκτυπος της ιστορικής στιγμής. Ο Νίκος Εγγονόπουλος, εξάλλου, σύμφωνα με μαρτυρία της Λένας Εγγονοπούλου, ήταν ο πρώτος που υιοθέτησε και καθιέρωσε στη λογοτεχνία τη λέξη "εμφύλιος" για τον ένοπλο αγώνα μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων ομάδων, την ίδια στιγμή που όλοι γύρω του μιλούσαν για "ανταρτοπόλεμο" και "συμμοριτοπόλεμο", στοιχείο, βέβαια, που σηματοδοτεί και την πολιτική του θέση.
(…)
Το αποκορύφωμα της ευαισθησίας, της αποδοκιμασίας, και της αυτοσυνειδησίας, στοιχεία που δηλώνουν ακόμα μια φορά τη πολιτική ηθική του Νίκου Εγγονόπουλου, αποτελεί το ποίημα "Ποίηση 1948", όπου σημειώνει την αδυναμία του να εκφράσει με λόγια την τραγωδία που ξετυλίγεται γύρω του και έτσι παραβολικά εξομοιώνει τη διαδικασία της ποιητικής γραφής με τη διαδικασία γραφής αγγελτηρίων θανάτου.



Τούτη εποχή
του εμφύλιου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
και άλλα παρόμοια:
σαν πάει κάτι
να
γραφή
είναι
ως να
γραφόταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων
θανάτου

γι' αυτό και
τα ποιήματά μου
είν' τόσο πικραμένα
(και πότε — άλλοτε — δεν ήταν)
κι είναι
— προ πάντων —
και
τόσο
λίγα.

Η μείωση της ποιητικής παραγωγής σε ώρες κρίσιμες και τραγικές για τον ελληνισμό, υπήρξε αντίληψη ζωής για τον Νίκο Εγγονόπουλο". 


Γράφει ο ίδιος ο Εγγονόπουλος:
" Αν η ζωή μου είναι αφιερωμένη στη ζωγραφική και στην ποίηση, είναι γιατί η ζωγραφική και η ποίησις με παρηγορούν και με διασκεδάζουν. Έτσι και τότε, παρ’ όλη την απογοήτευσή μου, εξακολουθούσα ανελλιπώς να ζωγραφίζω, «να γράφω» ποιήματα … Ο πρώτος ποιητής που μ' επηρέασε ήταν ο Σολωμός, που παιδιόθεν μου τον γνώρισαν, για άλλους βέβαια λόγους. Εγώ όμως τον είδα πολύ λίγο ως εθνικό ποιητή. Μ' επηρέασε πολύ κι ο Μπωντλαίρ, ένας αγνός ποιητής, μ' αυτή την τάση προς την αγάπη, προς το όνειρο. Στο μάθημα της γερμανικής ανακάλυψα ένα πολύ μεγάλο ποιητή, τον Χαίλντερλιν, νεώτερο αδελφό του Διονυσίου Σολωμού, μ' αυτά τα γερμανικά νεφελώματα μέσα του, αν και δε μ' αρέσουν οι Γερμανοί και αποφεύγω να τους διαβάζω. Επίσης, δίπλα σ' αυτούς τους μεγάλους δασκάλους, θα προσθέσω και τον Τουρκαλβανό Χατζή-Σεχρέτ. Όταν διάβασα την Αληπασιάδα του, είπα πως αυτό είναι το ars poetica το ελληνικό. Λέει ο Χατζή - Σεχρέτ: "Με πιάνει η ζούρλα κι ο ζεβντάς μία γραφή ν' αρχίσω. Αποπέμπει την ψυχρή λογική,  στηρίζεται στην έλλειψη λογικής και επικαλείται τον έρωτα, τη φαντασία. Τι είναι λογική; Σήμερα υπάρχουμε αύριο δε θα υπάρχουμε. Η μόνη λογική είναι ότι κάποτε δε θα υπάρχουμε. "Και μου μαυρίζει ο ντουνιάς κι αράδα παλαβώνω" λέει ο Χατζή-Σεχρέτ. Όλα τα άλλα είναι παραλογισμός. Κατηγορούν τον υπερρεαλισμό ότι δεν έχει σχέση με τη ζωή, ότι είναι ασυνάρτητος. Μα η ζωή είναι συναρτημένη; Ασυνάρτητη δεν είναι κι αυτή;
Βέβαια δε σταμάτησα σ' αυτούς τους μεγάλους ( Σολωμός, Χαίλντερλιν, Μπωντλαίρ, Χατζή - Σεχρέτ), αλλά κι ο Μαλλαρμέ με γοήτευσε ένα καιρό. "Οι Γάλλοι ξέρουν να προσδίνουν στα στιγμιαία μια αιωνιότητα", έλεγε ο Γκαίτε. Αλλά πρέπει να πω ότι πέρα απ' αυτούς τους δασκάλους με δίδαξαν πολλά ο Απολλιναίρ, ο Λωτρεαμόν, ο Καρυωτάκης, ο Καβάφης, ο Εμπειρίκος. Όλοι αυτοί μού ομόρφηναν το νυχτερινό μου ουρανό, μού έκαναν τη νύχτα μέρα"
( "Συνομιλία")


                                                        (Ελισάβετ Κεφαλληνού)