Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Κριτήριο αξιολόγησης στην Έκθεση Γ΄ Λυκείου / Οικογένεια

Α΄. Κείμενο: Η βαριά φτερούγα της οικογένειας

            Παραμονή Πρωτοχρονιάς  συζητούσα με δύο εξαίρετους νέους, τέλος πάντων νεότερούς μου, ο ένας κοντά στα 30, ο άλλος κοντά στα 40. Συζητούσαμε σαν φίλοι, πολιτισμένοι και αλληλοεκτιμώμενοι, ανταλλάσσαμε ροκιές και κοπλιμέντα, δίναμε έναν τόνο εορταστικό και φιλλάληλο σε μια χρονιά που ανέτελλε σκυθρωπή όσο να’ ναι. Και ανακάλυπτα με ευχάριστη έκπληξη ότι, παρ’ όλη την πνευματική έλξη, δεν μοιραζόμασταν τα ίδια στερεότυπα.
            Το σημαντικότερο στερεότυπο, γύρω από το οποίο βουίζαμε σαν διψασμένες μέλισσες, ήταν η οικογένεια. Πολύ αδρά, σχεδόν απλουστευτικά: οι συνομιλητές μου υποστήριζαν ότι η ελληνική οικογένεια είναι καταπιεστική έως ευνουχιστική· εγώ υποστήριζα ότι η μεγαλύτερη καταπίεση που ασκεί η ελληνική οικογένεια είναι το παραχάϊδεμα των κανακάρηδων και των πριγκιπέσων, δηλαδή μια αντίστροφη καταπίεση, μια υπερπροσφορά ευκολιών και προστασίας, που πνίγει, μπουκώνει και καθηλώνει. Αλλά ποιος φταίει περισσότερο; Η υπερπροστατευτική και υπερταϊστική Ελληνίδα μάνα, η «σου άφησα σκεπασμένο το φαί, αν αργήσεις» και «βάλε το κασκόλ, γύρισε χιονιάς»; Ή ο μαντράχαλος και η μουλάρα των 25-30 χρόνων, που σιτίζονται από το χαρτζιλίκι των συνταξιούχων γονιών περιμένοντας τη μεγάλη καριέρα και την αναγνώριση των πριγκιπικών προσόντων;
            Το θέτω τόσο αδρά, για να φτάσουμε σε μερικές διαπιστώσεις. Ας πούμε, οι γονείς των σημερινών 20-40 ευθύνονται για την απόκρυψη των υλικών δυσχερειών του βίου από τους γόνους τους – όσοι τουλάχιστον γνώρισαν ένδεια και δυσκολία. Η ανάμνηση της φτώχειας τους οδήγησε να την αποκρύψουν και να υπερκαλύψουν τα μανάρια με πλησμονή υλικών αγαθών· να τα αναστήσουν σαν πρίγκιπες, με ιδιωτικά σχολεία, ιδιαίτερα, πολυτελή ρούχα και παιχνίδια, ταξίδια, σπουδές εξωτερικού, ακόμα και όταν αυτές οι δαπάνες στράγγιζαν το οικογενειακό βαλάντιο. Οι γονείς είχαν ξεπεράσει την ανέχεια και την ταπεινή καταγωγή, είχαν ενσωματωθεί στο Μεσαίο· οι γόνοι έπρεπε να απογειωθούν στο Ανώτερο, να εκπληρώσουν το όνειρο: κοσμοπολιτισμός, μετασπουδές, εκλέπτυνση. Μια αναδυόμενη αργόσχολη τάξη. Αλλά από πού θα αντλούσαν πόρους αυτοί οι δανδήδες;
            Ακόμη και χωρίς την κρίση, και πριν απ’ αυτήν, όλη αυτή η απόκρυψη και το παραχάιδεμα, οι προβολές των γονιών πάνω στους γόνους, η υπεραναπλήρωση, είχαν ήδη οδηγήσει στον φενακισμό και από κει απευθείας στη ματαίωση. Οι βλαστοί μεγάλωναν τρυφηλοί, υπερενημερωμένοι, ποπ, ευαίσθητοι και ανυπεράσπιστοι, σε έναν κόσμο αυξανόμενης σκληρότητας, ερημίας και ατομοκεντρισμού. Η κρίση είχε εμφανιστεί, δομική και αμείλικτη, στην εργασία και στις σχέσεις, πολύ πριν από το χρηματοπιστωτικό και εθνικό κραχ. Υπό μία έννοια, η ενδημική αμεριμνησία των πριγκιπικών γόνων και των υπερδανεισμένων οικογενειών τους προοικονομούσε την κατάληξη ενός λαού που ζούσε με δανεικά από το μέλλον, διαρρηγνύοντας τους δεσμούς με το παρελθόν, παραχώνοντας τη μισητή σβουνιά της καταγωγής.
            Η οικογένεια πέθανε. Υλικές προϋποθέσεις, κοινωνικοψυχολογικοί όροι, αισθητικά και φαντασιωσικά συμφραζόμενα. Και η ειρωνεία: η γενιά η πιο ποτισμένη, εκουσίως και ακουσίως, από τον ατομικισμό αποφεύγει την ατομική ευθύνη, την ενηλικίωση λ.χ., και κλαυθμυρίζει για τη βαριά φτερούγα της καταγωγικής οικογένειας. Μα ακριβώς αυτή η ειρωνεία είναι η πιο τρυφερή αντίφαση που τυλίγει τούτη τη γενιά, των αγαπημένων φίλων και των παιδιών μας.

        Άρθρο του Νίκου  Ξυδάκη από την Καθημερινή (ελαφρώς διασκευασμένο)



Β΄.  Ερωτήσεις
1. Να γίνει η περίληψη του κειμένου σε 90-100 λέξεις   (Μονάδες 25)
2. α) Γιατί ο αρθρογράφος χρησιμοποιεί επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις στη 2η παράγραφο;    (Μονάδες 5)
     β) Να καταγράψετε τους τρόπους ανάπτυξης της ίδιας παραγράφου  (Μονάδες  5)
3. Ποιο μέσο πειθούς χρησιμοποιεί ο αρθρογράφος στην 3η παράγραφο; Γιατί επιλέγει τον συγκεκριμένο τρόπο πειθούς;  (Μονάδες  5)
4. α) Να δώσετε τρία (3) παραδείγματα συνυποδηλωτικού λόγου από το κείμενο
                                                                        (Μονάδες  3)
    β) Να ξαναγράψετε τις παρακάτω προτάσεις του κειμένου χρησιμοποιώντας απλούστερο λόγο:
          «όλη αυτή η απόκρυψη και το παραχάιδεμα, οι προβολές των γονιών πάνω στους γόνους, η υπεραναπλήρωση, είχαν ήδη οδηγήσει στον φενακισμό και από κει απευθείας στη ματαίωση»
           «Η κρίση είχε εμφανιστεί, δομική και αμείλικτη, στην εργασία και στις σχέσεις, πολύ πριν από το χρηματοπιστωτικό και εθνικό κραχ».
                                                                           (Μονάδες  5)
5. Να αναπτύξετε σε μια παράγραφο 80 λέξεων την άποψη του συγγραφέα: «Και η ειρωνεία: η γενιά η πιο ποτισμένη, εκουσίως και ακουσίως, από τον ατομικισμό αποφεύγει την ατομική ευθύνη, την ενηλικίωση λ.χ., και κλαυθμυρίζει για τη βαριά φτερούγα της καταγωγικής οικογένειας».    (Μονάδες 7)
6. Να δώσετε ένα συνώνυμο για κάθε μια από τις λέξεις που ακολουθούν: ένδεια, τρυφηλοί, φενακισμός, ενδημική, κλαυθμυρίζει.     (Μονάδες 5)
7. Ο Συμβουλευτικός Σταθμός Νέων της περιοχής σας οργανώνει μια ημερίδα με θέμα: «Η σύγχρονη οικογένεια σε κρίση». Εκπροσωπώντας το σχολείο σας καλείστε να εκφωνήσετε ένα λόγο (600 λέξεις) με τον οποίο αναφέρεστε στις μορφές με τις οποίες εμφανίζεται η κρίση στην οικογένεια σήμερα και στους τρόπους με τους οποίους μπορεί να ξεπεραστεί.   (Μονάδες 40)

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Κριτήριο αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου / Εκπαίδευση

Α. ΚΕΙΜΕΝΟ: Η εκπαίδευση τον 21ο αιώνα
Η  εκπαίδευσή μας δεν καταφέρνει συστηματικά να  προσθέσει την αξία και να διδάξει τις δεξιότητες που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία στην αγορά εργασίας. Αυτό είναι επικίνδυνο σε μια εποχή που υπάρχουν όλο και λιγότερες δουλειές με υψηλή αμοιβή και μέτριες απαιτήσεις δεξιοτήτων – το είδος της δουλειάς που συντήρησε τη μεσαία τάξη την προηγούμενη γενιά. Τώρα, κάθε δουλειά «μεσαίας τάξης» τραβιέται προς τα πάνω, προς τα κάτω ή προς τα έξω, με μεγάλη ταχύτητα. Δηλαδή, είτε απαιτεί μεγαλύτερες δεξιότητες ή μπορούν να την ασκήσουν πολύ περισσότεροι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ή «θάβεται» –καταργείται ως απαρχαιωμένη– γρηγορότερα παρά ποτέ.
Γι’ αυτό ο στόχος της εκπαίδευσης σήμερα δεν θα έπρεπε να είναι πώς να καταστήσει κάθε παιδί «έτοιμο για το πανεπιστήμιο», αλλά «έτοιμο για καινοτομία» – έτοιμο να προσθέσει αξία σε οτιδήποτε κάνει. Δύσκολο εγχείρημα. Σήμερα καθώς η γνώση είναι διαθέσιμη σε κάθε συσκευή συνδεδεμένη με το Ίντερνετ, αυτά που γνωρίζει κανείς  μετρούν λιγότερο από αυτά που μπορεί να κάνει με όσα γνωρίζει. Η ικανότητα για καινοτομία –η ικανότητα να λύνει δημιουργικά τα προβλήματα ή να φέρνει στο φως νέες δυνατότητες– και οι δεξιότητες όπως η κριτική σκέψη, η επικοινωνία και η συνεργασία είναι πολύ πιο σημαντικές από την ακαδημαϊκή γνώση.
Για τις παλιότερες γενιές ήταν εύκολο. Έπρεπε να «βρουν» μια δουλειά. Τα νέα παιδιά , όμως, θα πρέπει να «εφεύρουν» μια δουλειά. Σίγουρα, τα πιο τυχερά θα βρουν την πρώτη δουλειά τους, αλλά ακόμη και αυτά θα πρέπει να επανεφευρίσκουν και να αναδιοργανώνουν αυτήν τη δουλειά πολύ πιο συχνά από τους γονείς τους, αν θέλουν να προοδεύσουν στο πεδίο που διάλεξαν. Αν αυτό ισχύει, τι πρέπει να διδάσκονται σήμερα οι νέοι;
Κάθε νεαρό άτομο θα εξακολουθήσει να χρειάζεται τις βασικές γνώσεις, βέβαια.. Θα χρειάζεται όμως, ακόμα περισσότερο, δεξιότητες και κίνητρα, τα οποία έχουν ιδιαίτερα κρίσιμη σημασία. Οι νέοι που είναι εσωτερικά κινητοποιημένοι –περίεργοι, επίμονοι, πρόθυμοι να ρισκάρουν– θα μαθαίνουν νέες γνώσεις και δεξιότητες συνεχώς. Θα μπορούν να βρίσκουν νέες ευκαιρίες ή να δημιουργούν δικές τους – κάτι όλο και πιο σημαντικό, καθώς οι παραδοσιακές σταδιοδρομίες θα εξαφανίζονται.
Πού πρέπει λοιπόν να εστιάσει η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση σήμερα; Διδάσκουμε και εξετάζουμε πράγματα για τα οποία οι περισσότεροι σπουδαστές δεν ενδιαφέρονται και πληροφορίες που μπορούν να τις βρουν στο Google και θα τις ξεχάσουν μόλις τελειώσουν οι εξετάσεις. Πάνω από έναν αιώνα πριν, δημιουργήσαμε σχολεία–εργοστάσια για τη βιομηχανική οικονομία. Το να φανταστούμε εκ νέου τα σχολεία του 21ου αιώνα πρέπει να είναι μία από τις κυριότερες προτεραιότητές μας. Πρέπει να εστιάσουμε περισσότερο στο να διδάξουμε την ικανότητα και τη θέληση για μάθηση, αλλά και να φέρουμε μέσα στην τάξη του σχολείου τα τρία πιο ισχυρά συστατικά της εσωτερικής κινητοποίησης: παιχνίδι, πάθος, στόχευση.
                   Thomas Friedman, Καθημερινή, 7-4-2013 (ελαφρώς διασκευασμένο)
                                                   





Β. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Να γίνει η περίληψη του κειμένου σε 100 λέξεις  (Μονάδες 25)

2. Σε μια παράγραφο 80-90 λέξεων να αναπτύξετε την άποψη: «Η ικανότητα για καινοτομία και οι δεξιότητες όπως η κριτική σκέψη, η επικοινωνία και η συνεργασία είναι πολύ πιο σημαντικές από την ακαδημαϊκή γνώση».          (Μονάδες 10)

3. α. Ποια συλλογιστική πορεία ακολουθείται στην πρώτη παράγραφο;

     β. Να εξετάσετε την πρώτη παράγραφο ως προς τη συνοχή της.  (Μονάδες 5+8)

4. Να εξηγήσετε τη χρήση  των ακόλουθων σημείων στίξης:
     –καταργείται ως απαρχαιωμένη–
        «εφεύρουν»
       δεξιότητες και κίνητρα, τα οποία έχουν ιδιαίτερα κρίσιμη σημασία
                                                                                                    (Μονάδες 7)

5. Να δώσετε συνώνυμα των παρακάτω λέξεων: απαρχαιωμένη, εγχείρημα, κινητοποιημένοι, εστιάσει, ικανότητα.   (Μονάδες 5)

6. Ο δήμος σας διοργανώνει μια συζήτηση με θέμα «Εκπαίδευση και κοινωνία». Ως εκπρόσωπος του σχολείου σας εκφωνείτε ένα λόγο στον οποίο αναφέρεστε στον ρόλο  που πρέπει να έχει η εκπαίδευση στη σύγχρονη κοινωνία της πληροφορίας και στους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε  να συνδράμει στην πρόληψη του φαινομένου της ανεργίας,                                         (Μονάδες 40)


Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Κριτήριο αξιολόγησης: Γ. Ιωάννου, "Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς"


Ερωτήσεις

1. «Ο Γ. Ιωάννου απελευθερωμένος από τη δεσποτεία του κεντρικού μύθου και της πλοκής, συνθέτει τα περιστατικά που εξιστορεί και σκιαγραφεί τα πρόσωπά του,  θρυμματίζοντας τη χρονική και αφηγηματική αλληλουχία του κειμένου». Να αιτιολογήσετε την παραπάνω άποψη με αναφορές στο κείμενο.
                                                                                        (Μονάδες  25 )
2. Βασικά χαρακτηριστικά της πεζογραφίας του Ιωάννου είναι η μονοεστιακή αφήγηση, το προσωπικό βίωμα, ο μικροπερίοδος λόγος και οι παρεκβάσεις. Να δώσετε  ένα παράδειγμα μέσα από το κείμενο για κάθε ένα από τα παραπάνω και να αιτιολογήσετε τη χρήση του
                                                                                          (Μονάδες  20)
3. Να καταγράψετε τέσσερα (4) σχήματα λόγου που υπάρχουν στο κείμενο και να εξετάσετε τη λειτουργία τους.
                                                                                           (Μονάδες  15)
4. Ποια είναι η σημασία των παρακάτω όρων του κειμένου;
    ράτσα, ψυχή, πατρίδα, αρτηρίες
                                                                                             (Μονάδες   15)
5. Να δώσετε δύο(2) ομοιότητες και δύο (2)  διαφορές του κειμένου «Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς» και του αποσπάσματος που ακολουθεί.
Γιώργος Ιωάννου:  «Μοτοσικλέτας εγκώμιο»

«Η αλήθεια είναι πως σε στιγμές αδυναμίας λυπάμαι κάπως που δεν έχω κι εγώ αυτοκίνητο, αλλά αυτό το ύποπτο λύγισμα είναι πάντα κάτι το παροδικό και αρκετά εύκολα το αποτινάζω. Δε μου χρειάζεται κι άλλη απομόνωση φτάνει αυτή που έχω στο σπίτι. Δεν μπορώ να κουβαλώ την ατμόσφαιρα του σπιτιού μου πάνω σε τέσσερις ρόδες, ούτε να βλέπω διαρκώς τους άλλους μέσα απ’ τα τζάμια. Θέλω να ακουμπώ, να τρίβομαι, έστω και τυχαία, πάνω σε ανθρώπους, να τους ακούω, να παίρνω απ’ αυτούς κουράγιο ή απελπισία. Προπάντων θέλω να βλέπω ανθρώπους, να τους χαίρομαι από κοντά ή και να τους σιχαίνομαι, να τους μυρίζω.
...
Περπατάω λοιπόν όσο μπορώ και μάλιστα σε χώρους πολυσύχναστους, παίρνοντας το λεωφορείο μόνο όταν κάπου  πρέπει να προλάβω. Παλιότερα δεν μπορούσα να περιεργαστώ και τόσο τους διαβάτες. Περιοριζόμουν σε μια φευγαλέα ματιά κυρίως στο πρόσωπο. Τώρα διαπιστώνω ολοένα και μεγαλύτερη άνεση στον εαυτό μου. Θαρρείς και δεν προβάλλουν την ίδια αντίσταση στα βλέμματά μου, υποχωρούν. Μάλλον όμως δε με λογαριάζουν πια, ενώ, όταν ήμουν νεώτερος, μ’ αντιμετώπιζαν σαν αντίπαλο, διεκδικητή σε κάτι το άγνωστό μου ή όμοιόν τους, οπότε εγώ έχανα τα βήματά μου.
Περπατώ στους δρόμους και κάθε τόσο ενθουσιάζομαι. «Θεέ μου» λέω «γιατί να μη μας δίνεις περισσότερη ζωή και νιάτα;» Όσο βαριά στεναχώρια κι αν έχω, μ’ ένα καλό περπάτημα σε δρόμους εγγυημένους αλαφρώνει. Προσπαθώ, συνήθως, να κλείνω το βράδυ μου γυρνώντας στο σπίτι από την Εγνατία. Πολλές φορές, κι όταν ακόμα δεν μου ταιριάζει το δρομολόγιο, λοξοδρομώ προκειμένου να περάσω από κει. Και γιατί τάχατες να βιάζομαι να φτάσω στο σπίτι; Τι το σπουδαίο έχω να κάνω; Εκείνη την ώρα, βέβαια, πολλή κίνηση σε πεζούς ο δρόμος δεν έχει. Εκτός κι αν συμβαίνει κανένα έκτατο γεγονός: ματς ή κινητοποίηση. Κάτι άλλο υπάρχει όμως που μου παίρνει την ψυχή. Είναι οι πολλές μοτοσικλέτες που περνούν τρέχοντας αστραπιαία, ιδίως προς τα δυτικά, θαρρείς για να προλάβουν αυτοί που τις κυβερνούν τον έρωτα ή τον ύπνο. Κοντοστέκομαι στο πεζοδρόμιο θαυμάζοντας. «Όπου και να χτυπήσουν, θα τραυματιστούν», συλλογιέμαι. Κι αυτό δεν το λέω ούτε με φόβο, ούτε, φυσικά, με οίκτο, αλλά σχεδόν με βαθύ σεβασμό. Άλλωστε, κι αυτοί καλά ξέρουν τους κινδύνους. Πιάνω θέση δίπλα σε φανάρι της τροχαίας, περιμένοντας δήθεν για να περάσω. Όταν ανάβει το κόκκινο, όλοι μαζί σταματούν, ακόμα και μπροστά μου. Είναι συνήθως συμπαθέστατοι και πάντα γεροδεμένοι. Άλλοι είναι χωρικοί, κι άλλοι δικά μας σαΐνια, εργάτες. Ξέρω καλά τι έκαναν και που τώρα πηγαίνουν. Γι’ αυτό γυρνούν στα σπίτια τους σα μεθυσμένοι, κρατώντας γερά στα σκέλια τους τις μηχανές. Δεν τους περιμένει εκεί ούτε ξεραΐλα ούτε και μοναξιά.
Αυτό το πράγμα, μάλιστα –πολύ θα το ‘θελα. Αυτό τ’ αλλάζω με την τωρινή μου μοίρα. Με μια βαριά μοτοσικλέτα ν’ αλωνίζω πόλη και προάστια. Να περνώ σαν τη σαΐτα και να σταυροκοπιούνται με δέος όλοι οι νοικοκυράκηδες. Κι από πίσω να ‘ρχεται μ’ ορυμαγδό όλη η παρέα. Να ξεπεζεύουμε όπου μας κάνει κέφι, είτε στα πάρκα είτε στα σκυλάδικα, παραμερίζοντας σκληρά κάθε τι που εμποδίζει και πνίγει τους ανθρώπους που έχουν δυνάμεις για ξόδεμα.»
                                                                                    (Μονάδες 25)

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Απόψεις για τον Γιώργο Ιωάννου

« Ο Γιώργος Ιωάννου κομίζει ένα νέο «είδος» στην πεζογραφία μας
και έναν νέο ( δικό του) τρόπο ομιλίας. Το νέο είδος είναι
το μικρό αφήγημα, που σε μερικές περιπτώσεις γίνεται διήγημα
και σε κάποιες άλλες τείνει μάλλον προς το χρονογράφημα,
συνήθως «μεικτό» είδος αλλά πεζογραφικά νόμιμο,
χάρη στην τέχνη της ύφανσής του. Τόποι και τύποι ανθρώπινοι,
παλιότεροι και σύγχρονοι, γωνιές και μνήμες της Θεσσαλονίκης
και της Ανατολής, καημοί της προσφυγιάς, της Κατοχής
και του κυνηγημένου έρωτα, σκηνές ζωής και ιστορίας,
εμπειρίες και μαρτυρίες, περιγραφές, σκέψεις, σχόλια και «διδαχές»
διαποτίζουν τα κείμενά του. Ξεκινάει συνήθως από ένα απλό
περιστατικό που ανοίγει και απλώνεται, όπως ανοίγουν
το φύλλο οι νοικοκυρές. Η παρατήρηση ξυπνάει την ανάμνηση,
συναντά την ιστορία, διαπλέκεται με το στοχασμό,
προχωρεί συνειρμικά, συντίθεται σε γοητευτική αφήγηση,
περιγραφική, σχολιασμένη, συγκινημένη.
Αυτό είναι το μικρό αφήγημα, το είδος που καλλιέργησε ο Ιωάννου.
Η τεχνική δεν αλλάζει σε αφηγήματα μεγαλύτερης έκτασης.
Η ομιλία του είναι σε πρώτο πρόσωπο. Ο αφηγητής μιλάει μόνος του,
εις εαυτόν, σαν να μην ακούγεται. Παίρνει την αφόρμηση απέξω
και αμέσως στρέφεται προς τα μέσα, βυθίζεται και ξαναβγαίνει
στην επιφάνεια, παίρνει ανάσα και ξαναβουτάει μετατοπίζοντας
συνεχώς την εστία της ματιάς και του λόγου και αποτυπώνοντας
γεγονότα και καταστάσεις. Η εξωτερική απλότητα με το ρυθμό
και τη χάρη της προφορικότητας αποκαλύπτει τη συγκίνηση,
με τρόπο ελεγχόμενο και ποιητικά αφαιρετικό.
Στον εξομολογητικό τόνο της ομιλίας του το σοβαρό συχνά
συνδέεται με το αστείο, η αναφορά με τον υπαινιγμό
και το υποδόριο χιούμορ, ενώ η γλωσσική ευστοχία και ακρίβεια
ενισχύουν την αμεσότητα και την καθαρότητα της ομιλίας
σε μια γραφή μοντέρνα και παραδοσιακή μαζί.
(…) η αισθητηριακή εμπειρία κινητοποιεί τη συγκίνηση, τη μνήμη,
το στοχασμό και τον εσωτερικό μονόλογο του ομιλούντος υποκειμένου,
του αυτοδιηγητικού αφηγητή, ταυτισμένου με το συγγραφέα
και με τον «ήρωα» της αφηγηματικής πράξης».
(Κώστας Μπαλάσκας,  «Ξενάγηση στη νεοελληνική πεζογραφία»)

" Μια ευσέβεια για τα πράγματα και μια ευλάβεια για τους ανθρώπους διαποτίζουν το έργο του (…) Ο ίδιος βλέπει τα εγκόσμια με χιούμορ, αυτοσαρκασμό, μέσα σε μια φοβερή μοναξιά και ένα διαρκή φόβο του θανάτου, αυτής της δύσκολης ώρας, για να χρησιμοποιήσω τον τίτλο από ένα τελευταίο του διήγημα."
 (Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος - 18.02.1985, ΕΡΤ2 )

"Πολύ λίγα απ' αυτά τα πεζογραφήματα φέρουν τα γνωρίσματα του διηγήματος. Συνήθως αναπτύσσονται και ακούγονται, όπως η χαμηλόφωνη εξομολόγηση κάποιου γνωστού σου μέσα στη σιγαλιά της νύχτας. Κατά κανόνα, τα πεζογραφήματα αυτά είναι κατορθώματα μιας φαινομενικά φυσικής κι αβίαστης γραφής, που όμως συγκαλύπτει με πολύ μεγάλη τέχνη την επίπονη και επίμοχθη επεξεργασία"
( Αλέξανδρος Κοτζιάς- 18.02.1985, ΕΡΤ2 )

"Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος έγραφε χωρίς λογοτεχνικούς τρόπους, δηλαδή, έγραφε εκ βαθέων και με τρόπο που πολλές φορές μπορούσε να τον εκλάβει κανείς ως δημοσιογραφικό (…). Ο Ιωάννου είναι ένας κοινωνικός συγγραφέας, κατεξοχήν, ένας καταγραφέας αυτών που συνέβαιναν και συμβαίνουν στη Θεσσαλονίκη (…) "
( Μένης Κουμανταρέας- 18.02.1985, ΕΡΤ2 )

 «Δεν υπάρχει άλλο γιατρικό από την εξομολόγηση», σημειώνει κάπου ο Ιωάννου, που έγραφε για να λυτρωθεί. Το έργο του είναι μια θερμή ανθρώπινη φωνή, μια χαμηλόφωνη οικεία κουβέντα, για τα έλκη του έσω και του έξω κόσμου.

Πεζογραφία βιωματικής γλώσσας, κάτι μεταξύ δοκιμίου και αφηγήματος, έντονη στο ρεαλισμό της, συγκλονιστική στην ευθυβολία της είναι κατά το Λϊνο Πολίτη τα γραπτά του Ιωάννου, που απόρριπτε μύθο, πλοκή, πρόσωπα. Επιδιώκει ανόθευτη επαφή με τα πράγματα, με την ανθρώπινη μοίρα. (…)

Συνεχείς αφηγήσεις, χωρίς διάλογο, από εξομολογήσεις, από βιώματα, από σχόλια, από χρονικά, όπου προέχει συχνότατα το υποκειμενικό στοιχείο, η προσωπικότητα του συγγραφέα. (…) Η αφήγησή του, σφραγισμένη από τις οδυνηρές εμπειρίες του '40 - '50, είναι ζυμωμένη με τον ιδρώτα, τη μυρωδιά, τη γεύση της ζωής και δοσμένη με επίμοχθη, ψιλοδουλεμένη φράση, γράφει ο Αλέξανδρος Κοτζιάς.

Έδωσε, καθώς ο ίδιος έλεγε, τον παλμό της ζωής, την υπόκρουση του σημερινού κόσμου και την ανάσα του αγωνιώντος ανθρώπου.(…) Η ανθρωπιά στο περιεχόμενο και η απλότητα στη μορφή, χαρακτηρίζουν, κατά τον Απόστολο Σαχίνη, το έργο του Ιωάννου. Του Ιωάννου που πλησιάζει τον άνθρωπο πότε με συγκίνηση και πότε με χιούμορ. Ουσία των αφηγημάτων του η αγάπη και η κατανόηση του ανθρώπου, των καημών και του πόνου του, της λαχτάρας του. Η νεοελληνική πραγματικότητα βρίσκεται στο επίκεντρο των βιβλίων του Γιώργου Ιωάννου. (…)
Τα κείμενα είναι σφραγισμένα από μια βαθύτερη ευγένεια. Μέσα από τις αναμνήσεις του διοχετεύει τις απόψεις του, τις κρίσεις του, τις προτιμήσεις του τις εντυπώσεις του από τη ζωή. Αλλά είχε το χάρισμα να μετουσιώνει τα πιο ασήμαντα προσωπικά περιστατικά σε γνήσια τέχνη, καθώς αναγνώρισε η κριτική."
( Βαγγέλης Ψυράκης-24.02.1985, ΕΡΤ1)


Η Θεσσαλονίκη αποτελεί πηγή έμπνευσης και αντικείμενο εξύμνησης. Ο Ιωάννου την αποκαλεί γενέτειρα και τρέφει παθολογική αγάπη γι' αυτή. Επισημαίνει το κοσμοπολίτικο και πολυπολιτισμικό χρώμα της πόλης, που οφείλεται στην ιδιαιτερότητα των κατοίκων της, κυρίως των προσφύγων. Επιμένει στον ιστορικό χώρο τονίζοντας τη σημασία της Θεσσαλονίκης κατά τη βυζαντινή περίοδο.

"Το ανατολίτικο χρώμα της θεσσαλονίκης με το "χαμάμι", το "καφεσαντάν"κτλ, οι περιθωριακοί κι ο υπόκοσμος του Παλιού Σταθμού και άλλων χώρων, τα διάφορα παρα-επαγγέλματα της "φτωχομάνας",
το κοινό των λαϊκών σινεμά και οι λόγοι συνωστισμού σ' αυτά, οι ξεπεσμένοι μικρασιάτες άρχοντες και η κοινωνική αλλαγή την οποία υπέστησαν και επέφεραν, οι νέες βιοτεχνίες με τους πρόσφυγες, η αρχιτεκτονική των σπιτιών κτλ αποτελούν ζητήματα που παρουσιάζουν σοβαρό ενδιαφέρον για τον ερευνητή. Όπως επίσης σοβαρό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αντιπαράθεση των δύο κόσμων - του παλαιού και του νέου - που σαν θέμα προβάλλεται και από πολλούς άλλους σύγχρονους συγγραφείς".
( Θανάσης Σπήλιας  «Η Θεσσαλονίκη στο έργο του Γ.Ι", περ. Φιλόλογος, τ. 72»)

"Ο χώρος στα πεζογραφήματα του Ιωάννου είναι αναμφισβήτητα ένας βιωμένος χώρος. Ο χώρος, όμως, είναι το κατάλυμα του χρόνου. Που σημαίνει ότι ο βιωμένος χώρος συσσωματώνει και τον αντίστοιχο βιωμένο χρόνο. Η περιπλάνηση σ' αυτό τον αξεδιάλυτο χωροχρόνο πραγματώνεται μέσω της ανάμνησης. Η Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου είναι πρωταρχικά μια πόλη της μνήμης. Μέσω αυτής ο αφηγητής περιπλανάται στο χώρο και το χρόνο της. Το ταξίδι, άλλωστε, στο χρόνο (παρελθόν) είναι ουσιαστικά πάλι "ταξίδι στο χώρο". Ο αφηγητής, τον οποίο υποδύεται ο συγγραφέας, βλέπει την πόλη καθώς περιπλανάται σ' αυτή. Η οπτική του, οπτική ενός πλάνητα, δεν είναι παρά ενός ενήλικα, ο οποίος επιζητά ν' ανασυνθέσει τη χαμένη πόλη, τη χαμένη νιότη, τη χαμένη παιδικότητα και αθωότητα. Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη της αναζήτησης του "χαμένου χρόνου". Άλλωστε, ο ίδιος ο συγγραφέας έχει ομολογήσει πως "με τα κείμενα αυτά προσπαθώ περισσότερο το χρόνο να αιχμαλωτίσω κι όχι τον τόπο "., προχωρώντας στην επεξήγηση ότι "πόλεις βρίσκονται στο εντελώς πρώτο επίπεδο, ενώ εγώ σκοπεύω πολύ παρακάτω. Αυτό σημαίνει πως οι χώροι οι οποίοι εμφανίζονται στα κείμενα, όπως τους ανασυνθέτει ο αφηγητής μέσω της μνήμης του, είναι χώροι οι οποίοι λειτουργούν μεταφορικά με συνδηλώσεις, έτσι που να μετατρέπονται σε χώρους ποιητικούς.

(…) Το εγώ του αφηγητή μειώνει την ένταση της παρουσίας της πόλης, μιας και την αντιμετωπίζει και πάλι ως πρόφαση για τις διαθέσεις και εξομολογήσεις του, με αποτέλεσμα η πόλη να μετατρέπεται σε χώρο υποδοχής κάποιων οριακών, ψυχολογικών καταστάσεων του αφηγητή.(…) Δεν διασχίζει τους χώρους για να τους περιγράψει, αλλά για να αισθανθεί εκείνα τα βιώματα τα οποία οι χώροι αυτοί ανακαλούν στη μνήμη του. Λειτουργούν, δηλαδή, διάφορα σημεία της πόλης ως "δρομοδείκτες της μνήμης". (…) Βλέπουμε τον αφηγητή να περιπλανάται μόνος στους δρόμους της πόλης, παρατηρώντας και αποθησαυρίζοντας βλέμματα, χειρονομίες, κινήσεις. Η νωχέλεια και ο αργός ρυθμός της κίνησής του συμβαδίζουν με την έκπληξη με την οποία αντικρίζει τα πράγματα γύρω του (…) Προσωπική ιστορία και ιστορημένη πόλη συμπλέουν, φωτίζοντας η μια την άλλη. [Πολλές φορές] οι χώροι της εμφανίζονται ως σημεία απώλειας και θανάτου"
 (Έλενα  Χουζούρη  «Η Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου, περιπλάνηση στο χώρο και το χρόνο»)

"Κάθε φορά που απολαμβάνω κάποιο από τα κείμενά του, εδραιώνεται μέσα μου ακόμα περισσότερο η πεποίθηση πως ο Ιωάννου γράφει κυρίως για τον εαυτό του, για την ψυχή του. Επειδή όμως συμμετέχει και ο ίδιος στο κοινωνικό γίγνεσθαι και μοιράζεται με άλλους τις αγωνίες της εποχής του, μιλά τελικά γνήσια για όλους αντλώντας από τον εαυτό του".
 "Εξετάζοντας τη θεματική των έργων του και μελετώντας τα υφολογικά χαρακτηριστικά τους, θα στεκόμασταν στην απόλυτη προσήλωσή του στη Θεσσαλονίκη και στις ιδιαίτερες στιγμές των κατοίκων της που αντανακλούν συνειρμικά προσωπικές εντυπώσεις".
"Συχνά μάλιστα προκαλείται το απροσδόκητο και το ασυνήθιστο μέσα στις πιο συμβατικές καταστάσεις".
 "Τα πεζογραφήματα του Ιωάννου βασίζονται στην ανάμνηση και στην παρατήρηση".
 "Σε καμία όμως περίπτωση δεν γράφει ημερολόγιο ή χρονικό εποχής, τον απασχολεί περισσότερο η εσωτερική σύνδεση που θα κάνει, πώς θα καταφέρει στα γεγονότα".
 "Ο Ιωάννου αποστρέφεται τη σύγχρονη κοινωνία, γι’ αυτό και της ασκεί έντονη κριτική. Συχνά μας παρουσιάζει εικόνες μεγαλούπολης, στην οποία κυριαρχούν η μοναξιά, η αδιαφορία, η υποκρισία".
"Παράλληλα με τα εξωτερικά συμβάντα καταθέτει και τα όσα συμβαίνουν στη συνείδησή του ως εσωτερικές αντιδράσεις και διαχέονται μέσα από την ατμόσφαιρα της πόλης. Η περιπλάνηση μέσα στην πόλη αποτελεί πολλές φορές ένα μέσο αυτοεξομολόγησης και αυτογνωσίας".
 "Η δεσπόζουσα του έργου του (…) είναι το χιούμορ, το υπόγειο, το μελαγχολικό, αυτό που εκφράζει θλιμμένο παράπονο, που ξεκινά από το λογοπαίγνιο και καταλήγει ως το σαρκασμό του εαυτού του και των άλλων".

(Λέων Ναρ:  «Με τον ρυθμό της ψυχής»)

Η Θεσσαλονίκη που έζησε ο Γ. Ιωάννου


http://www.wow.gr/projects/thessaloniki/index.htm > επιλογή χρονικής περιόδου > 1922-1925
Με το τέλος της προβολής επιλέξτε «Αποκατάσταση των προσφύγων» και «Η πόλη στο μεσοπόλεμο»

Η Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου


«Για να εισχωρήσεις στην πόλη της Θεσσαλονίκης ερχόμενος από το Σταθμό, ανάγκη, σχεδόν απόλυτη, να περάσεις από την ερωτική πλατεία Βαρδαρίου, κάτι ανάλογο μα πολύ ευπρεπέστερο από την Ομόνοια, την οποία, άλλωστε, δεν είναι καθόλου απαραίτητο να διασχίσεις μπαίνοντας στην Αθήνα. Φτάνοντας με το τραίνο ή τη φαντασία μου στη Σαλονίκη τραβάω, μέσα από την Εγνατία, φυσικά, πάντοτε για το ψηλό σπίτι, όπου έζησα είκοσι πέντε χρόνια, το καλύτερο ψαχνό της ζωής μου, εκεί παραδίπλα στην πλατεία Χαλκέων και ας μην καθόμαστε πια σ’ αυτό, ας μην έχω κλειδί για ν’ ανοίξω την πόρτα, πίσω απ’ την οποία άλλοι τώρα αναπνέουν (…) »
«Το Βαρδάρι είναι χώρος ερωτικός, όλες τις ώρες της ημέρας, μα πιο πολύ το απόβραδο Τη νύχτα ερημώνει σχεδόν ή μάλλον τα πεζοδρόμιά του γίνονται απλά περάσματα»


«Είμαι θρήσκος και θέλω αυτό να το ομολογήσω στο πρώτο πρόσωπο. Φίλοι με θρησκευτική βαθύτητα με βρίσκουν ελαφρό στα θρησκευτικά μου. Αλλά ελαφρός ξελαφρός, είμαι πολύ σταθερός σ΄ αυτά μου τα ρηχά ίσως αισθήματα. Πάντα, όταν φέρνω στο νου μου αυτή την προστατευτική ομπρέλα των δέντρων, με το φίνο άρωμα, προχωρώ και πηγαίνω σε μια εκκλησία. Φυσικά μόνον σε εκκλησία βυζαντινή. Προτιμώ την Αχειροποίητο, αλλά μου αρέσει και η Αγία Σοφία. Οι μικρές, όπως η Παναγία Χαλκέων, οι Άγιοι Απόστολοι, με καταπιέζουν, δεν μπορώ. Βυθίζομαι μες στην εκκλησία και προσπαθώ να συλλάβω το θεό. Το θεό και την πατρίδα σκέφτομαι. Αν ξαναγυρίσω σ’ αυτή την πόλη, θα ξαναγυρίσω για τις βυζαντινές εκκλησίες της – καταδυτικές συσκευές πρώτης τάξεως.»

«Όλοι θυμόμαστε ή γνωρίζουμε την παλιά μορφή της Θεσσαλονίκης, που είχε διατηρηθεί στην Πάνω Πόλη, αλλά και στις συνοικίες τις επάνω από την Αχειροποίητο, τον Άγιο Θανάση και την Καμάρα, σχεδόν αναλλοίωτη μέχρι τη δεκαετία του ’50. Και σήμερα ακόμα υπάρχουν τμήματα, που μας δίνουν σαφή εικόνα εκείνης της εποχής. Η παλιά αρχιτεκτονική και ρυμοτομική μορφή της Θεσσαλονίκης ήταν ιδιαίτερα γραφική (…)»

«Τα παλιά σπίτια, τα καμωμένα κατά τη βυζαντινή παράδοση, μερικά μάλιστα γνησίως βυζαντινά, υποκαταστάθηκαν από απρόσωπες πολυκατοικίες, άσχημες και όμοιες σχεδόν η μία με την άλλη, χωρίς ίχνος ελεύθερου χώρου, χωρίς ίχνος σχέσης, εξωτερικής μορφικής σχέσης, με ό,τι υποκατέστησαν ή με τον τόπο στον οποίο ανηγέρθησαν. Εκτός από τα σπίτια της οδού Αριστοτέλους

« Εγώ, τελευταία, έρχομαι από την Αθήνα σπάνια και πού και μάλιστα για πολύ λίγο. Ξαφνιάζομαι, λοιπόν, ευχάριστα ή δυσάρεστα με διάφορα πράγματα, που έχουν στο μεταξύ γίνει ή αλλάξει. Ένα που με ξαφνιάζει πάντοτε ευχάριστα, είναι τα δέντρα της Θεσσαλονίκης. Δεν είναι μονάχα πολύ περισσότερα από εκείνα της πρωτεύουσας, αλλά είναι και ιδιαίτερα θαλερά. Αυτό σου δημιουργεί αμέσως μια ευχάριστη, μια αισιόδοξη εντύπωση για την πόλη και τους κατοίκους της. Παλαιότερα όμως δε συνέβαινε αυτό με τις δεντροστοιχίες της Θεσσαλονίκης. Δεν έδιναν αυτή την εντύπωση. Και ο λόγος ήταν ότι συνήθιζαν να κλαδεύουν αγρίως τα δέντρα. Τέτοια ήταν η μόδα…Τώρα που τα άφησαν ήσυχα, έχουν δημιουργηθεί δρόμοι και γωνιές μοναδικοί στην Ελλάδα. Δεν ξέρω πόσοι το έχουν προσέξει, αλλά εκείνο το μικρό πάρκο, το πάρκο του Αγίου Νέστορος θα έλεγα, γιατί εκεί περίπου πρέπει να βρισκόταν το αφιερωμένο σ’ αυτόν χτίσμα-εκείνο, λοιπόν, το πάρκο, που απλώνεται μπροστά από τον Άγιο Δημήτριο, είναι εξαίρετο και διαθέτει δέντρα και σκιές, που ούτε και στα πιο χλοερά χωριά δεν τα βρίσκεις. Η θαλερότητα των δέντρων του κάθε φορά με εκπλήττει.
Ο Δήμος Θεσσαλονίκης διακρινόταν πάντοτε για τα εξαίρετα δέντρα που φύτευε στους δρόμους. Πολλές μιμόζες, πάρα πολλές ακακίες Κωνσταντινουπόλεως, με κείνα τα ροζέ ωσάν πινέλα άνθη τους, πολλά δέντρα του Ιούδα, αλλά εκείνα τα άλλα με τα πλατιά μωβ λουλούδια, που από την πρώτη στιγμή τους μοιάζουν σαν αποξηραμένα. Απ’ό,τι θυμάμαι πάντοτε είχαμε μιμόζες και ακακίες Κωνσταντινουπόλεως. Όσο για τις κοινές ακακίες, αυτές πάντοτε έπνιγαν την πόλη στο λουλούδι και στο άρωμα. Ιβίσκους όμως που να φυτρώνουν σαν δέντρα στους δρόμους δεν έχουμε. Ούτε νερατζιές. Δεν τα σηκώνει το κλίμα. Τα δέντρα αυτά τώρα μας κάνουν μεγάλη εντύπωση, γιατί πρώτα τα κουρεύανε και δε φαντάζαν. Με τα δέντρα συμβαίνει εντελώς το αντίθετο απ’ ό,τι με τους ανθρώπους ακούρευτα γίνονται ωραιότερα.
Η Αθήνα σήμερα δεν έχει δρόμο σαν την Τσιμισκή της Θεσσαλονίκης, που όταν το 1971 έφυγα ήταν ένας τυπικός, νοικοκυρεμένος και κομψός δρόμος μαγαζιών και γραφείων. Σήμερα τη βλέπεις και δεν την αναγνωρίζεις, ακριβώς από τα δέντρα αυτά που απλώθηκαν από πάνω της.
Αναπόσπαστα μέλη του σώματος της Θεσσαλονίκης είναι οι βυζαντινοί ναοί της και τα άλλα βυζαντινά κτίσματα. Για τα διεσπαρμένα αυτά ανά την πόλη κτίσματα, που όμως τη συνέχουν, δεν είναι ανάγκη να πούμε τίποτε άλλο, γιατί έχουν λεχθεί πολλά και ίσως σοφά».

«Στη Θεσσαλονίκη, ως γνωστόν, ο ήλιος ανατέλλει από τη μεριά που ορίζεται από τον Χορτιάτη και δύει πάνω από τις εκβολές των ποταμών, πίσω περίπου από τον Κίσσαβο. Αυτά, βέβαια, μέσα σ’ ένα τόξο ανάλογα με τις εποχές. Τα χρώματα και το φως της ανατολής είναι χρώματα ορεινά ή μάλλον ημιορεινά, καθώς τα όρη είναι πολύ μέτρια. Χρώματα απαλά, θέλω να πω, να δίνουν μια μάλλον δροσερή όψι προς τη μεριά της ανατολής. Η Θεσσαλονίκη δεν έχει βαριά χρωματισμένη ανατολή. Αντίθετα, έχει εξαιρετικά θεαματική δύση. Τα βουνά, πίσω από τα οποία δύει ο ήλιος, βρίσκονται πολύ μακριά, και εκτός αυτού έχουν μπροστά τους εκτάσεις μεγάλες με νερά, νερά της θάλασσας και νερά των ποταμών, που εκεί μεριά εκβάλλουν. Οι υδρατμοί τους, ακόμα και τις μέρες που δεν έχει συννεφιά, χρωματίζουν κατά τρόπο συναρπαστικό τον ορίζοντα. Αλλά το σπουδαιότερο μάλλον και το οποίο δίνει μια μυθική έννοια στην εικόνα της Θεσσαλονίκης είναι η αχλύς, η ελαφριά καταχνιά που πλανιέται»

Γιώργος Ιωάννου: «Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς» «Στου Κεμάλ το σπίτι»

Χαρακτηριστικά  και τεχνικές της γραφής του:
Ο Γιώργος Ιωάννου αγάπησε το συγκεκριμένο, ακολούθησε τον ρυθμό της ψυχής του, μίλησε καθαρά και κέρδισε τη λύ­τρωση περνώντας μέσα από τρομερές εσωτερικές πιέσεις, φοβίες και μοναξιές.
Όπως ο ίδιος έλεγε, έγραψε πρώτα για την ψυχή του. Τα κείμενα του μπορεί να βασίζονται σε βιώματα, όμως δεν είναι αυτοβιογραφικά. 
«Ξέρω να προσέχω, να αποθησαυρί­ζω, να διεισδύω και να πλάθω από το λίγο το πολύ. Από τη νύξη να φτάνω στην ολοκλήρωση», είχε πει το 1984 στον Αντώνη Φωστιέρη και στον Θανάση Νιάρχο.
 Οι ιστορίες του Γιώργου Ιωάννου δεν ακουμπούν σε έναν αφηγηματικό καμβά που να στηρίζε­ται σε μια πλοκή ή σε ένα μύθο. Μπορεί ο ίδιος να είναι παραμυθάς, και μάλιστα σπουδαίος, αλλά δεν είναι μυθο­πλάστης. Δεν κινεί πρόσωπα, δεν τα παρακολουθεί στην εξέλιξη τους. Τουλάχιστον όχι με τον παραδοσιακό πεζο­γραφικό τρόπο. Δεν είναι μυθιστοριογράφος. Εκείνος πίσω από το προσωπείο του χρονικογράφου μας ψιθυρίζει για τις μυστικές πλευρές μιας πόλης ή ενός ατόμου. Το άτομο αυτό δεν είναι ήρωας με την κλασική έννοια. Ο ήρωας στον Ιω­άννου είναι πάντα ένας: ο ίδιος. Ο εαυτός του. Ένας εαυτός που κινείται ράθυμα — άλλο ένα στοιχείο που διώχνει τον σημερινό αναγνώστη, τον εθισμένο στην ταχύτητα — και που εξομολογείται. Διαρκώς εξομολογείται και αυτοαναλύεται.
Εξετάζοντας συνολικά την πεζογραφία του Ιωάννου, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς παρατηρεί ,στη μελέτη του "Πεζογράφοι της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς'', πως τρία είναι τα ενοποιητικά της στοιχεία:
·        η εμπειρία του πολέμου, όπως αποτυπώνεται στη συνείδηση του συγγραφέα μέχρι το 1950, 
·        η παρουσία της Θεσσαλονίκης στα κείμενά του ως ζωτικού σκηνικού χώρου
·         το πρό­σωπο του αφηγητή του, που μιλάει κατά κανόνα σε πρώτο ενικό, χρησιμοποιώντας τον «άμορφο» συνειρμικό μονό­λογο. 
 Κοντά στην τελευταία παρατήρηση του Κοτζιά βρίσκεται και ο Γιώργος Αράγης όταν καταπιάνεται με τη σειρά του με το συνολικό έργο του Ιωάννου στην ανθολογία ''Η μεταπολεμική πεζογραφία ''των εκδόσεων Σοκόλη. Ο όρος στον οποίο καταφεύγει ο Αράγης προκειμένου να προσ­διορίσει τον ρόλο και τον τρόπο λειτουργίας του συγγραφι­κού εγώ ή του συγγραφικού προσώπου του Ιωάννου είναι,
      η μονομερής ή μονοεστιακή αφήγηση — μια αφήγηση στην οποία τα πάντα μας δίνονται από μία και μοναδική οπτική γωνία: μέσα από την όραση, τα συναισθήματα, τη σκέψη και την αίσθηση ενός μονάχα προσώπου.
     Ο κριτικός προ­σθέτει στα ενοποιητικά χαρακτηριστικά της τεχνικής του Ιωάννου δύο ακόμη παραμέτρους: τη διάσπαση του αφηγη­ματικού θέματος και τη σύνθεση του χρόνου
Με την πρώτη παράμετρο αναφέρεται στο γεγονός ότι το κάθε αφήγημα του Ιωάννου σχηματίζεται κατ' αρχάς από πολύ διαφορετι­κά μεταξύ τους θεματικά δεδομένα, τα οποία εντούτοις συ­γκλίνουν στην πορεία σε μιαν ενιαία (αδιαίρετη) ψυχική κα­τάσταση. Με τη δεύτερη παράμετρο ο Αράγης αναφέρεται σε κάτι το οποίο συμβαίνει κατά παρόμοιο τρόπο στη λει­τουργία του αφηγηματικού χρόνου, ο οποίος, αντί να κινεί­ται μονόδρομα, από το παρελθόν προς το παρόν ή από το παρόν προς το παρελθόν, αναπτύσσεται συνθετικά, με διαρ­κείς και ανάκατες μνημονικές ανακλήσεις (όταν ο αφηγητής είναι στο παρόν ανακαλεί το παρελθόν, αλλά και όταν με­ταβαίνει στο παρελθόν θυμάται το παρόν) και με συνεχή περάσματα από το ένα χρονικό επίπεδο στο άλλο.
Η τεχνική (ή τέχνη) του φενακισμού, σύμφωνα με τον Α. Κοτζιά ,
Ο εξομολογούμενος στα κρίσιμα σημεία υπεκφεύγει, κρατάει τον αναγνώστη σε απόσταση από τον μύχιο πυρήνα της ψυχής του, αφήνει μια απορία  μήπως τα όσα ειπώθηκαν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αφηγητή ,αλλά  τα χρησιμοποιεί  ως τεχνάσματα για να αφυπνίσει τη συνείδηση του αναγνώστη. Μετά από ατελείωτες εξομολογήσεις ο Ιωάννου- αφηγητής παραμένει για τον αναγνώστη πρόσωπο  μοναχικό και απρόσιτο. Συνεχής προβολή της εξομολογητικής προθυμίας και ταυτόχρονη άρση της.
η τεχνική του συγκερασμού: 
Η τεχνική του συγκερασμού υπάρχει στους Προσφυγικούς Συνοικισμούς  με την αναφορά στην εκμετάλλευση των προσφύγων από τους εγκληματίες των γραφείων. Είναι συγκερασμός παρελθόντος/παρόντος, της παλιάς αίγλης των προγόνων και της τωρινής τους κατάστασης. Στου Κεμάλ το σπίτι υπάρχει ανάλογο παράδειγμα στην τελευταία ενότητα με την αναφορά στην καταστροφή του ψηφιδωτού. Συγκερασμός του παλιού με το νέο.

(Επιμέλεια Αγάθης Γεωργιάδη, από το «Φωτόδεντρο»)