Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Λόγια του Μ. Αναγνωστάκη και απόψεις γι'αυτόν


«Το ’71 ουσιαστικά σταματάει η ποιητική μου παραγωγή. Δεν γράφω καθόλου ποιήματα. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω ποιήματα, καθόλου. Συνεχίζω όμως εντατικά την πνευματική μου προσφορά με δοκίμια, με άρθρα, με ορισμένες μελέτες, με πολιτική δράση· αυτό που εγώ θεωρώ δημόσια παρέμβαση. (…) Γι’ αυτό αρνούμαι όλα αυτά περί «ποίηση της ήττας» και τα σχετικά. Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή. Όταν τελείωσε η εποχή τελειώνει κι η ποίηση. Δεν μπορείς να γράφεις συνεχώς ποίηση. Δεν είμαι επαγγελματίας ποιητής. Αισθάνομαι την ποίηση σαν τρόπο έκφρασης επειδή δεν μπορούσα να εκφραστώ διαφορετικά. Δηλαδή, ήταν η εποχή τόσο πιεσμένη, τόσο δύσκολη, που μόνο κανείς εκφράζοντας τον πόνο του μπορούσε ν’ αντέξει»

« Έγραφα από πολύ μικρός και πρέπει να ομολογήσω ότι για ένα διάστημα πίστευα πολύ στις δυνατότητες της ποίησης σα μέσου που μπορεί να εκφράσει τα πάντα με πληρότητα και να γίνει έρωτας και περιεχόμενο ζωής(…)»

« Η ποίηση είναι η μόνη δυνατή να αποκαλύψει τις αληθινές διαστάσεις του οποιουδήποτε θέματος»

«Πιστεύω, πάλι θα πω, πως η ποίηση της περιόδου εκείνης (του εμφυλίου πολέμου), ή για την περίοδο εκείνη, είναι, σα ντοκουμέντο μια από τις συγκλονιστικότερες μαρτυρίες – να τολμήσω να το πω; - σε παγκόσμιο επίπεδο. Γιατί σαφώς προηγείται από ό,τι μας ήρθε απ’ έξω σαν ποίηση κοινωνικής αμφισβήτησης, προβληματισμένης διαμαρτυρίας κλπ, μάλιστα κάποτε πολύ κραυγαλέα και εντυπωσιακά.»

(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)

Μιλώ

Μιλ γι τ τελευταα σαλπίσματα τν νικημένων στρατιωτν
Γι τ κουρέλια π τ γιορτινά μας φορέματα
Γι τ παιδιά μας πο πουλν τσιγάρα στος διαβάτες
Μιλ γι τ λουλούδια πο μαραθήκανε στος τάφους κα τ σαπίζει βροχ
Γι τ σπίτια πο χάσκουνε δίχως παράθυρα σν κρανία ξεδοντιασμένα
Γι τ κορίτσια πο ζητιανεύουν δείχνοντας στ στήθια τς πληγές τους
Μιλ γι τς ξυπόλυτες μάνες πο σέρνονται στ χαλάσματα
Γι τς φλεγόμενες πόλεις τ σωριασμένα κουφάρια σος δρόμους
Τος μαστρωπος ποιητς πο τρέμουνε τς νύχτες στ κατώφλια
Μιλ γι τς τέλειωτες νύχτες ταν τ φς λιγοστεύει τ ξημερώματα
Γι τ φορτωμένα καμιόνια κα τος βηματισμος στς γρς πλάκες
Γι τ προαύλια τν φυλακν κα γι τ δάκρυ τν μελλοθανάτων.
Μ πι πολ μιλ γι τος ψαράδες
Π᾿ φήσανε τ δίχτυά τους κα πήρανε τ βήματά Του
Κι ταν Ατς κουράστηκε ατο δν ξαποστάσαν
Κι ταν Ατς τος πρόδωσε ατο δν ρνηθκαν
Κι ταν Ατς δοξάστηκε ατο στρέψαν τ μάτια
Κι ο σύντροφοί τους φτύνανε κα τος σταυρναν
Κι ατοί, γαλήνιοι, τ δρόμο παίρνουνε π᾿ κρη δν χει
Χωρς τ βλέμμα τους ν σκοτεινιάσει ν λυγίσει

ρθιοι κα μόνοι μς στ φοβερ ρημία το πλήθους.


" Πιστεύω, και δεν είναι η πρώτη φορά που το λέω, πως δεν έχει γραφτεί ή μάλλον δεν έχει εικονογραφηθεί με κάθε εκφραστικόν μέσο η ιστορία της περιόδου 1946-1950 και λίγο μετά. Δεν πρόκειται μόνο για τα γεγονότα που κι αυτά κηλιδώνονται, ωραιοποιούνται ή ξαναπλάθονται με τα σημερινά μέτρα - όσο το κλίμα, η ατμόσφαιρα, η καθημερινότητα που είναι πράγματα "άπιαστα" και για τον πιο ευσυνείδητο, αλλά μεταγενέστερο μελετητή ή ιστορικό.Πιστεύω πως η περίοδος του εμφύλιου στην Ελλάδα υπήρξε η πιο σκληρή, η πιο τραγική, η πιο άγρια, θα πρόσθετα και πολλά άλλα επίθετα ακόμη, όπως ταπεινωτική ή ανέντιμη μέσα σ' όλη τη νεοελληνική ιστορία. Μ' όλη τη δραματικότητά της η κατοχή ήταν και μια εποχή έξαρσης, ανάτασης, ελπίδας. Τα ανθρωπάκια έγιναν ξαφνικά Άνθρωποι, ο μικρός κι ανώνυμος τεντώθηκε στα όρια του μεγαλείου. Στην περίοδο του εμφύλιου οι άνθρωποι εκβιάστηκαν να γίνουν ανθρωπάκια, οι μεγάλοι να σκύψουν, να ταπεινωθούν, να τσακίσουν, να γίνουν ανώνυμος πολτός.

Αν στην κατοχή, εμείς οι τότε νέοι αποκτήσαμε συνείδηση της ανθρωπιάς, στα κατοπινά χρόνια υποχρεωθήκαμε να πιούμε ως τον πάτο το δηλητήριο της απανθρωπίας. Στην κατοχή το χαμόγελο δεν έλειψε από τα χείλη, το ανέκδοτο έπαιρνε και έδινε, οι αναμνήσεις μας σήμερα μπλέκονται με πικρές νοσταλγίες και ήχους από ακκορντεόν. Κανείς δεν αποπειράθηκε - γιατί δεν μπορεί - να μιλήσει με χιούμορ για τα χρόνια του 1946 - 1950. Η κατοχή είναι ένας πολύχρωμος πίνακας όπου το μαύρο δένει παράδοξα αρμονικά με το κόκκινο, με το γαλάζιο, με όλα τα χρώματα της ίριδας. Το χρώμα του εμφύλιου είναι το μαύρο, ένα απέραντο απ' άκρη σ' άκρη μαύρο κι η μνήμη δεν μπορεί να ρίξει πουθενά μια ευφρόσυνη ματιά.
[…]
Από ιστορική και γραμματολογική άποψη, όλοι οι ποιητές της γενιάς αυτής, αν ψάξεις κάτω από την επιφάνεια, θα βρεις ότι άλλος υπαινικτικά, άλλος πιο ανοιχτά, άλλος "ενσυνείδητα", άλλος διαισθητικά, εξέφρασαν - θέλοντας και μη θέλοντας - οδυνηρά βιώματα και καταστάσεις που υπήρχαν ή διαμορφώνονονταν αλλά που είτε ήσαν ακόμα πρόωρα προς γενική παραδοχή, είτε από πολιτική άποψη θεωρούνταν ασύμφορο να ομολογηθούν και που παρερμηνεύτηκαν εσκεμμένα ή μη, από καλή πίστη ή από στυγνή σκοπιμότητα, σαν μορφές ηττοπάθειας, έλλειψης πίστης, συμβιβασμών και αντιδραστικότητας ακόμα. Υπάρχουν ποιητές που εξέφρασαν τις επιπτώσεις μιας ήττας ( που δεν είναι βέβαια απλά "στρατιωτική"), που συνειδητοποίησαν πρώιμα μια πραγματικότητα, που "προφήτεψαν" ακόμη ό,τι έμελλε να συμβεί - αλλά που οι ίδιοι δεν υπήρξαν "ηττημένοι", ούτε πολύ περισσότερο εγκατέλειψαν τον αγώνα ( στην πιο πλατια΄και ανθρώπινη ουσία του).Πιστεύω, πάλι θα πω, πως η ποίηση της περιόδου εκείνης, ή για την περίοδο εκείνη, είναι, σα ντοκουμέντο μια από τις συγκλονιστικότερες μαρτυρίες, - να τολμήσω να το πω;- σε παγκόσμιο επίπεδο
[…]
- ΄Ενας στίχος σας λέει:"Αυτοί που θα μιλούσανε πέθαναν όλοι νέοι". Όταν τον γράφατε είχατε συγκεκριμένους ανθρώπους στο μυαλό σας ή ήταν μια γενική αίσθηση διαμαρτυρίας για τους θανάτους που είχαν προηγηθεί;
- Φυσικά είχα στο μυαλό μου και συγκεκριμένους ανθρώπους αλλά ταυτόχρονα ήθελα να εκφράσω μια γενικότερη αίσθηση του χαμού των πιο εκλεκτών παιδιών της στρατιάς της κατοχής, της αντίστασης, του εμφυλίου, που εξοντώθηκαν όχι μόνο φυσικά αλλά και ηθικά και πολιτικά και, κυρίως, ανθρώπινα.
(Από μια συνομιλία που είχε ο Μανόλης Αναγνωστάκης με τον Αντώνη Φωστιέρη και το Θανάση Νιάρχο, η οποία δημοσιεύεται στο περιοδικό "Λέξη", τ. 186, οκτ-δεκ. 2005)


 «Είναι εκ προοιμίου συναιρέτης, γιατί ξεκινά όχι από το αίσθημα ούτε απεναντίας απ’ τη νόηση. Μέθοδός του είναι μια διάμεσος: η αισθαντική περίσκεψη. Η διάμεσος αυτή τον προφυλάσσει και από τη διάχυση του αισθήματος και από τη αφαίρεση της νόησης».
 «Αρχικά, στις Εποχές σημειώνεται η διάθεση ενός εφήβου για επικοινωνία και για πλήρωση ζωής, για φιλία και για έρωτα, για ταξίδια και άλλα όνειρα φυγής. Στις Εποχές 2 και στις Παρενθέσεις, η διάθεση από μετεφηβική διαθεσιμότητα παίρνει τη μορφή του ποιητικού ημερολογίου μιας ανήσυχης νεότητας σε κρίσιμη εποχή (…) Και ενώ ρομαντικά η ποίησή του παρενέβαλλε ως τώρα τα μοτίβα της συμμετοχής στα δρώμενα, τώρα ενσωματώνεται σε αυτήν οργανικά και η εμπειρία της ιστορικής στιγμής. Αλλά και αυτή ενσωματώνεται ως δοκιμασία της νεότητας και ακούγεται ως μοίρα μιας ολόκληρης γενιάς».
 «Από ομιλία εις εαυτόν η γλώσσα του γίνεται κατόπιν έμμονη συνομιλία με τα πρόσωπα της πρώτης του νεότητας. Μια υποθετική συνομιλία με τους ίδιους πάντοτε βωβούς συμπαραστάτες του κοινού ‘συντροφικού’ πεδίου δράσης».
(Γιάννη Δάλλα, «Μανόλης Αναγνωστάκης, ποίηση και ιδεολογία»)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου