Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Απόψεις για τον Γιώργο Ιωάννου

« Ο Γιώργος Ιωάννου κομίζει ένα νέο «είδος» στην πεζογραφία μας
και έναν νέο ( δικό του) τρόπο ομιλίας. Το νέο είδος είναι
το μικρό αφήγημα, που σε μερικές περιπτώσεις γίνεται διήγημα
και σε κάποιες άλλες τείνει μάλλον προς το χρονογράφημα,
συνήθως «μεικτό» είδος αλλά πεζογραφικά νόμιμο,
χάρη στην τέχνη της ύφανσής του. Τόποι και τύποι ανθρώπινοι,
παλιότεροι και σύγχρονοι, γωνιές και μνήμες της Θεσσαλονίκης
και της Ανατολής, καημοί της προσφυγιάς, της Κατοχής
και του κυνηγημένου έρωτα, σκηνές ζωής και ιστορίας,
εμπειρίες και μαρτυρίες, περιγραφές, σκέψεις, σχόλια και «διδαχές»
διαποτίζουν τα κείμενά του. Ξεκινάει συνήθως από ένα απλό
περιστατικό που ανοίγει και απλώνεται, όπως ανοίγουν
το φύλλο οι νοικοκυρές. Η παρατήρηση ξυπνάει την ανάμνηση,
συναντά την ιστορία, διαπλέκεται με το στοχασμό,
προχωρεί συνειρμικά, συντίθεται σε γοητευτική αφήγηση,
περιγραφική, σχολιασμένη, συγκινημένη.
Αυτό είναι το μικρό αφήγημα, το είδος που καλλιέργησε ο Ιωάννου.
Η τεχνική δεν αλλάζει σε αφηγήματα μεγαλύτερης έκτασης.
Η ομιλία του είναι σε πρώτο πρόσωπο. Ο αφηγητής μιλάει μόνος του,
εις εαυτόν, σαν να μην ακούγεται. Παίρνει την αφόρμηση απέξω
και αμέσως στρέφεται προς τα μέσα, βυθίζεται και ξαναβγαίνει
στην επιφάνεια, παίρνει ανάσα και ξαναβουτάει μετατοπίζοντας
συνεχώς την εστία της ματιάς και του λόγου και αποτυπώνοντας
γεγονότα και καταστάσεις. Η εξωτερική απλότητα με το ρυθμό
και τη χάρη της προφορικότητας αποκαλύπτει τη συγκίνηση,
με τρόπο ελεγχόμενο και ποιητικά αφαιρετικό.
Στον εξομολογητικό τόνο της ομιλίας του το σοβαρό συχνά
συνδέεται με το αστείο, η αναφορά με τον υπαινιγμό
και το υποδόριο χιούμορ, ενώ η γλωσσική ευστοχία και ακρίβεια
ενισχύουν την αμεσότητα και την καθαρότητα της ομιλίας
σε μια γραφή μοντέρνα και παραδοσιακή μαζί.
(…) η αισθητηριακή εμπειρία κινητοποιεί τη συγκίνηση, τη μνήμη,
το στοχασμό και τον εσωτερικό μονόλογο του ομιλούντος υποκειμένου,
του αυτοδιηγητικού αφηγητή, ταυτισμένου με το συγγραφέα
και με τον «ήρωα» της αφηγηματικής πράξης».
(Κώστας Μπαλάσκας,  «Ξενάγηση στη νεοελληνική πεζογραφία»)

" Μια ευσέβεια για τα πράγματα και μια ευλάβεια για τους ανθρώπους διαποτίζουν το έργο του (…) Ο ίδιος βλέπει τα εγκόσμια με χιούμορ, αυτοσαρκασμό, μέσα σε μια φοβερή μοναξιά και ένα διαρκή φόβο του θανάτου, αυτής της δύσκολης ώρας, για να χρησιμοποιήσω τον τίτλο από ένα τελευταίο του διήγημα."
 (Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος - 18.02.1985, ΕΡΤ2 )

"Πολύ λίγα απ' αυτά τα πεζογραφήματα φέρουν τα γνωρίσματα του διηγήματος. Συνήθως αναπτύσσονται και ακούγονται, όπως η χαμηλόφωνη εξομολόγηση κάποιου γνωστού σου μέσα στη σιγαλιά της νύχτας. Κατά κανόνα, τα πεζογραφήματα αυτά είναι κατορθώματα μιας φαινομενικά φυσικής κι αβίαστης γραφής, που όμως συγκαλύπτει με πολύ μεγάλη τέχνη την επίπονη και επίμοχθη επεξεργασία"
( Αλέξανδρος Κοτζιάς- 18.02.1985, ΕΡΤ2 )

"Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος έγραφε χωρίς λογοτεχνικούς τρόπους, δηλαδή, έγραφε εκ βαθέων και με τρόπο που πολλές φορές μπορούσε να τον εκλάβει κανείς ως δημοσιογραφικό (…). Ο Ιωάννου είναι ένας κοινωνικός συγγραφέας, κατεξοχήν, ένας καταγραφέας αυτών που συνέβαιναν και συμβαίνουν στη Θεσσαλονίκη (…) "
( Μένης Κουμανταρέας- 18.02.1985, ΕΡΤ2 )

 «Δεν υπάρχει άλλο γιατρικό από την εξομολόγηση», σημειώνει κάπου ο Ιωάννου, που έγραφε για να λυτρωθεί. Το έργο του είναι μια θερμή ανθρώπινη φωνή, μια χαμηλόφωνη οικεία κουβέντα, για τα έλκη του έσω και του έξω κόσμου.

Πεζογραφία βιωματικής γλώσσας, κάτι μεταξύ δοκιμίου και αφηγήματος, έντονη στο ρεαλισμό της, συγκλονιστική στην ευθυβολία της είναι κατά το Λϊνο Πολίτη τα γραπτά του Ιωάννου, που απόρριπτε μύθο, πλοκή, πρόσωπα. Επιδιώκει ανόθευτη επαφή με τα πράγματα, με την ανθρώπινη μοίρα. (…)

Συνεχείς αφηγήσεις, χωρίς διάλογο, από εξομολογήσεις, από βιώματα, από σχόλια, από χρονικά, όπου προέχει συχνότατα το υποκειμενικό στοιχείο, η προσωπικότητα του συγγραφέα. (…) Η αφήγησή του, σφραγισμένη από τις οδυνηρές εμπειρίες του '40 - '50, είναι ζυμωμένη με τον ιδρώτα, τη μυρωδιά, τη γεύση της ζωής και δοσμένη με επίμοχθη, ψιλοδουλεμένη φράση, γράφει ο Αλέξανδρος Κοτζιάς.

Έδωσε, καθώς ο ίδιος έλεγε, τον παλμό της ζωής, την υπόκρουση του σημερινού κόσμου και την ανάσα του αγωνιώντος ανθρώπου.(…) Η ανθρωπιά στο περιεχόμενο και η απλότητα στη μορφή, χαρακτηρίζουν, κατά τον Απόστολο Σαχίνη, το έργο του Ιωάννου. Του Ιωάννου που πλησιάζει τον άνθρωπο πότε με συγκίνηση και πότε με χιούμορ. Ουσία των αφηγημάτων του η αγάπη και η κατανόηση του ανθρώπου, των καημών και του πόνου του, της λαχτάρας του. Η νεοελληνική πραγματικότητα βρίσκεται στο επίκεντρο των βιβλίων του Γιώργου Ιωάννου. (…)
Τα κείμενα είναι σφραγισμένα από μια βαθύτερη ευγένεια. Μέσα από τις αναμνήσεις του διοχετεύει τις απόψεις του, τις κρίσεις του, τις προτιμήσεις του τις εντυπώσεις του από τη ζωή. Αλλά είχε το χάρισμα να μετουσιώνει τα πιο ασήμαντα προσωπικά περιστατικά σε γνήσια τέχνη, καθώς αναγνώρισε η κριτική."
( Βαγγέλης Ψυράκης-24.02.1985, ΕΡΤ1)


Η Θεσσαλονίκη αποτελεί πηγή έμπνευσης και αντικείμενο εξύμνησης. Ο Ιωάννου την αποκαλεί γενέτειρα και τρέφει παθολογική αγάπη γι' αυτή. Επισημαίνει το κοσμοπολίτικο και πολυπολιτισμικό χρώμα της πόλης, που οφείλεται στην ιδιαιτερότητα των κατοίκων της, κυρίως των προσφύγων. Επιμένει στον ιστορικό χώρο τονίζοντας τη σημασία της Θεσσαλονίκης κατά τη βυζαντινή περίοδο.

"Το ανατολίτικο χρώμα της θεσσαλονίκης με το "χαμάμι", το "καφεσαντάν"κτλ, οι περιθωριακοί κι ο υπόκοσμος του Παλιού Σταθμού και άλλων χώρων, τα διάφορα παρα-επαγγέλματα της "φτωχομάνας",
το κοινό των λαϊκών σινεμά και οι λόγοι συνωστισμού σ' αυτά, οι ξεπεσμένοι μικρασιάτες άρχοντες και η κοινωνική αλλαγή την οποία υπέστησαν και επέφεραν, οι νέες βιοτεχνίες με τους πρόσφυγες, η αρχιτεκτονική των σπιτιών κτλ αποτελούν ζητήματα που παρουσιάζουν σοβαρό ενδιαφέρον για τον ερευνητή. Όπως επίσης σοβαρό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αντιπαράθεση των δύο κόσμων - του παλαιού και του νέου - που σαν θέμα προβάλλεται και από πολλούς άλλους σύγχρονους συγγραφείς".
( Θανάσης Σπήλιας  «Η Θεσσαλονίκη στο έργο του Γ.Ι", περ. Φιλόλογος, τ. 72»)

"Ο χώρος στα πεζογραφήματα του Ιωάννου είναι αναμφισβήτητα ένας βιωμένος χώρος. Ο χώρος, όμως, είναι το κατάλυμα του χρόνου. Που σημαίνει ότι ο βιωμένος χώρος συσσωματώνει και τον αντίστοιχο βιωμένο χρόνο. Η περιπλάνηση σ' αυτό τον αξεδιάλυτο χωροχρόνο πραγματώνεται μέσω της ανάμνησης. Η Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου είναι πρωταρχικά μια πόλη της μνήμης. Μέσω αυτής ο αφηγητής περιπλανάται στο χώρο και το χρόνο της. Το ταξίδι, άλλωστε, στο χρόνο (παρελθόν) είναι ουσιαστικά πάλι "ταξίδι στο χώρο". Ο αφηγητής, τον οποίο υποδύεται ο συγγραφέας, βλέπει την πόλη καθώς περιπλανάται σ' αυτή. Η οπτική του, οπτική ενός πλάνητα, δεν είναι παρά ενός ενήλικα, ο οποίος επιζητά ν' ανασυνθέσει τη χαμένη πόλη, τη χαμένη νιότη, τη χαμένη παιδικότητα και αθωότητα. Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη της αναζήτησης του "χαμένου χρόνου". Άλλωστε, ο ίδιος ο συγγραφέας έχει ομολογήσει πως "με τα κείμενα αυτά προσπαθώ περισσότερο το χρόνο να αιχμαλωτίσω κι όχι τον τόπο "., προχωρώντας στην επεξήγηση ότι "πόλεις βρίσκονται στο εντελώς πρώτο επίπεδο, ενώ εγώ σκοπεύω πολύ παρακάτω. Αυτό σημαίνει πως οι χώροι οι οποίοι εμφανίζονται στα κείμενα, όπως τους ανασυνθέτει ο αφηγητής μέσω της μνήμης του, είναι χώροι οι οποίοι λειτουργούν μεταφορικά με συνδηλώσεις, έτσι που να μετατρέπονται σε χώρους ποιητικούς.

(…) Το εγώ του αφηγητή μειώνει την ένταση της παρουσίας της πόλης, μιας και την αντιμετωπίζει και πάλι ως πρόφαση για τις διαθέσεις και εξομολογήσεις του, με αποτέλεσμα η πόλη να μετατρέπεται σε χώρο υποδοχής κάποιων οριακών, ψυχολογικών καταστάσεων του αφηγητή.(…) Δεν διασχίζει τους χώρους για να τους περιγράψει, αλλά για να αισθανθεί εκείνα τα βιώματα τα οποία οι χώροι αυτοί ανακαλούν στη μνήμη του. Λειτουργούν, δηλαδή, διάφορα σημεία της πόλης ως "δρομοδείκτες της μνήμης". (…) Βλέπουμε τον αφηγητή να περιπλανάται μόνος στους δρόμους της πόλης, παρατηρώντας και αποθησαυρίζοντας βλέμματα, χειρονομίες, κινήσεις. Η νωχέλεια και ο αργός ρυθμός της κίνησής του συμβαδίζουν με την έκπληξη με την οποία αντικρίζει τα πράγματα γύρω του (…) Προσωπική ιστορία και ιστορημένη πόλη συμπλέουν, φωτίζοντας η μια την άλλη. [Πολλές φορές] οι χώροι της εμφανίζονται ως σημεία απώλειας και θανάτου"
 (Έλενα  Χουζούρη  «Η Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου, περιπλάνηση στο χώρο και το χρόνο»)

"Κάθε φορά που απολαμβάνω κάποιο από τα κείμενά του, εδραιώνεται μέσα μου ακόμα περισσότερο η πεποίθηση πως ο Ιωάννου γράφει κυρίως για τον εαυτό του, για την ψυχή του. Επειδή όμως συμμετέχει και ο ίδιος στο κοινωνικό γίγνεσθαι και μοιράζεται με άλλους τις αγωνίες της εποχής του, μιλά τελικά γνήσια για όλους αντλώντας από τον εαυτό του".
 "Εξετάζοντας τη θεματική των έργων του και μελετώντας τα υφολογικά χαρακτηριστικά τους, θα στεκόμασταν στην απόλυτη προσήλωσή του στη Θεσσαλονίκη και στις ιδιαίτερες στιγμές των κατοίκων της που αντανακλούν συνειρμικά προσωπικές εντυπώσεις".
"Συχνά μάλιστα προκαλείται το απροσδόκητο και το ασυνήθιστο μέσα στις πιο συμβατικές καταστάσεις".
 "Τα πεζογραφήματα του Ιωάννου βασίζονται στην ανάμνηση και στην παρατήρηση".
 "Σε καμία όμως περίπτωση δεν γράφει ημερολόγιο ή χρονικό εποχής, τον απασχολεί περισσότερο η εσωτερική σύνδεση που θα κάνει, πώς θα καταφέρει στα γεγονότα".
 "Ο Ιωάννου αποστρέφεται τη σύγχρονη κοινωνία, γι’ αυτό και της ασκεί έντονη κριτική. Συχνά μας παρουσιάζει εικόνες μεγαλούπολης, στην οποία κυριαρχούν η μοναξιά, η αδιαφορία, η υποκρισία".
"Παράλληλα με τα εξωτερικά συμβάντα καταθέτει και τα όσα συμβαίνουν στη συνείδησή του ως εσωτερικές αντιδράσεις και διαχέονται μέσα από την ατμόσφαιρα της πόλης. Η περιπλάνηση μέσα στην πόλη αποτελεί πολλές φορές ένα μέσο αυτοεξομολόγησης και αυτογνωσίας".
 "Η δεσπόζουσα του έργου του (…) είναι το χιούμορ, το υπόγειο, το μελαγχολικό, αυτό που εκφράζει θλιμμένο παράπονο, που ξεκινά από το λογοπαίγνιο και καταλήγει ως το σαρκασμό του εαυτού του και των άλλων".

(Λέων Ναρ:  «Με τον ρυθμό της ψυχής»)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου