Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Η Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου


«Για να εισχωρήσεις στην πόλη της Θεσσαλονίκης ερχόμενος από το Σταθμό, ανάγκη, σχεδόν απόλυτη, να περάσεις από την ερωτική πλατεία Βαρδαρίου, κάτι ανάλογο μα πολύ ευπρεπέστερο από την Ομόνοια, την οποία, άλλωστε, δεν είναι καθόλου απαραίτητο να διασχίσεις μπαίνοντας στην Αθήνα. Φτάνοντας με το τραίνο ή τη φαντασία μου στη Σαλονίκη τραβάω, μέσα από την Εγνατία, φυσικά, πάντοτε για το ψηλό σπίτι, όπου έζησα είκοσι πέντε χρόνια, το καλύτερο ψαχνό της ζωής μου, εκεί παραδίπλα στην πλατεία Χαλκέων και ας μην καθόμαστε πια σ’ αυτό, ας μην έχω κλειδί για ν’ ανοίξω την πόρτα, πίσω απ’ την οποία άλλοι τώρα αναπνέουν (…) »
«Το Βαρδάρι είναι χώρος ερωτικός, όλες τις ώρες της ημέρας, μα πιο πολύ το απόβραδο Τη νύχτα ερημώνει σχεδόν ή μάλλον τα πεζοδρόμιά του γίνονται απλά περάσματα»


«Είμαι θρήσκος και θέλω αυτό να το ομολογήσω στο πρώτο πρόσωπο. Φίλοι με θρησκευτική βαθύτητα με βρίσκουν ελαφρό στα θρησκευτικά μου. Αλλά ελαφρός ξελαφρός, είμαι πολύ σταθερός σ΄ αυτά μου τα ρηχά ίσως αισθήματα. Πάντα, όταν φέρνω στο νου μου αυτή την προστατευτική ομπρέλα των δέντρων, με το φίνο άρωμα, προχωρώ και πηγαίνω σε μια εκκλησία. Φυσικά μόνον σε εκκλησία βυζαντινή. Προτιμώ την Αχειροποίητο, αλλά μου αρέσει και η Αγία Σοφία. Οι μικρές, όπως η Παναγία Χαλκέων, οι Άγιοι Απόστολοι, με καταπιέζουν, δεν μπορώ. Βυθίζομαι μες στην εκκλησία και προσπαθώ να συλλάβω το θεό. Το θεό και την πατρίδα σκέφτομαι. Αν ξαναγυρίσω σ’ αυτή την πόλη, θα ξαναγυρίσω για τις βυζαντινές εκκλησίες της – καταδυτικές συσκευές πρώτης τάξεως.»

«Όλοι θυμόμαστε ή γνωρίζουμε την παλιά μορφή της Θεσσαλονίκης, που είχε διατηρηθεί στην Πάνω Πόλη, αλλά και στις συνοικίες τις επάνω από την Αχειροποίητο, τον Άγιο Θανάση και την Καμάρα, σχεδόν αναλλοίωτη μέχρι τη δεκαετία του ’50. Και σήμερα ακόμα υπάρχουν τμήματα, που μας δίνουν σαφή εικόνα εκείνης της εποχής. Η παλιά αρχιτεκτονική και ρυμοτομική μορφή της Θεσσαλονίκης ήταν ιδιαίτερα γραφική (…)»

«Τα παλιά σπίτια, τα καμωμένα κατά τη βυζαντινή παράδοση, μερικά μάλιστα γνησίως βυζαντινά, υποκαταστάθηκαν από απρόσωπες πολυκατοικίες, άσχημες και όμοιες σχεδόν η μία με την άλλη, χωρίς ίχνος ελεύθερου χώρου, χωρίς ίχνος σχέσης, εξωτερικής μορφικής σχέσης, με ό,τι υποκατέστησαν ή με τον τόπο στον οποίο ανηγέρθησαν. Εκτός από τα σπίτια της οδού Αριστοτέλους

« Εγώ, τελευταία, έρχομαι από την Αθήνα σπάνια και πού και μάλιστα για πολύ λίγο. Ξαφνιάζομαι, λοιπόν, ευχάριστα ή δυσάρεστα με διάφορα πράγματα, που έχουν στο μεταξύ γίνει ή αλλάξει. Ένα που με ξαφνιάζει πάντοτε ευχάριστα, είναι τα δέντρα της Θεσσαλονίκης. Δεν είναι μονάχα πολύ περισσότερα από εκείνα της πρωτεύουσας, αλλά είναι και ιδιαίτερα θαλερά. Αυτό σου δημιουργεί αμέσως μια ευχάριστη, μια αισιόδοξη εντύπωση για την πόλη και τους κατοίκους της. Παλαιότερα όμως δε συνέβαινε αυτό με τις δεντροστοιχίες της Θεσσαλονίκης. Δεν έδιναν αυτή την εντύπωση. Και ο λόγος ήταν ότι συνήθιζαν να κλαδεύουν αγρίως τα δέντρα. Τέτοια ήταν η μόδα…Τώρα που τα άφησαν ήσυχα, έχουν δημιουργηθεί δρόμοι και γωνιές μοναδικοί στην Ελλάδα. Δεν ξέρω πόσοι το έχουν προσέξει, αλλά εκείνο το μικρό πάρκο, το πάρκο του Αγίου Νέστορος θα έλεγα, γιατί εκεί περίπου πρέπει να βρισκόταν το αφιερωμένο σ’ αυτόν χτίσμα-εκείνο, λοιπόν, το πάρκο, που απλώνεται μπροστά από τον Άγιο Δημήτριο, είναι εξαίρετο και διαθέτει δέντρα και σκιές, που ούτε και στα πιο χλοερά χωριά δεν τα βρίσκεις. Η θαλερότητα των δέντρων του κάθε φορά με εκπλήττει.
Ο Δήμος Θεσσαλονίκης διακρινόταν πάντοτε για τα εξαίρετα δέντρα που φύτευε στους δρόμους. Πολλές μιμόζες, πάρα πολλές ακακίες Κωνσταντινουπόλεως, με κείνα τα ροζέ ωσάν πινέλα άνθη τους, πολλά δέντρα του Ιούδα, αλλά εκείνα τα άλλα με τα πλατιά μωβ λουλούδια, που από την πρώτη στιγμή τους μοιάζουν σαν αποξηραμένα. Απ’ό,τι θυμάμαι πάντοτε είχαμε μιμόζες και ακακίες Κωνσταντινουπόλεως. Όσο για τις κοινές ακακίες, αυτές πάντοτε έπνιγαν την πόλη στο λουλούδι και στο άρωμα. Ιβίσκους όμως που να φυτρώνουν σαν δέντρα στους δρόμους δεν έχουμε. Ούτε νερατζιές. Δεν τα σηκώνει το κλίμα. Τα δέντρα αυτά τώρα μας κάνουν μεγάλη εντύπωση, γιατί πρώτα τα κουρεύανε και δε φαντάζαν. Με τα δέντρα συμβαίνει εντελώς το αντίθετο απ’ ό,τι με τους ανθρώπους ακούρευτα γίνονται ωραιότερα.
Η Αθήνα σήμερα δεν έχει δρόμο σαν την Τσιμισκή της Θεσσαλονίκης, που όταν το 1971 έφυγα ήταν ένας τυπικός, νοικοκυρεμένος και κομψός δρόμος μαγαζιών και γραφείων. Σήμερα τη βλέπεις και δεν την αναγνωρίζεις, ακριβώς από τα δέντρα αυτά που απλώθηκαν από πάνω της.
Αναπόσπαστα μέλη του σώματος της Θεσσαλονίκης είναι οι βυζαντινοί ναοί της και τα άλλα βυζαντινά κτίσματα. Για τα διεσπαρμένα αυτά ανά την πόλη κτίσματα, που όμως τη συνέχουν, δεν είναι ανάγκη να πούμε τίποτε άλλο, γιατί έχουν λεχθεί πολλά και ίσως σοφά».

«Στη Θεσσαλονίκη, ως γνωστόν, ο ήλιος ανατέλλει από τη μεριά που ορίζεται από τον Χορτιάτη και δύει πάνω από τις εκβολές των ποταμών, πίσω περίπου από τον Κίσσαβο. Αυτά, βέβαια, μέσα σ’ ένα τόξο ανάλογα με τις εποχές. Τα χρώματα και το φως της ανατολής είναι χρώματα ορεινά ή μάλλον ημιορεινά, καθώς τα όρη είναι πολύ μέτρια. Χρώματα απαλά, θέλω να πω, να δίνουν μια μάλλον δροσερή όψι προς τη μεριά της ανατολής. Η Θεσσαλονίκη δεν έχει βαριά χρωματισμένη ανατολή. Αντίθετα, έχει εξαιρετικά θεαματική δύση. Τα βουνά, πίσω από τα οποία δύει ο ήλιος, βρίσκονται πολύ μακριά, και εκτός αυτού έχουν μπροστά τους εκτάσεις μεγάλες με νερά, νερά της θάλασσας και νερά των ποταμών, που εκεί μεριά εκβάλλουν. Οι υδρατμοί τους, ακόμα και τις μέρες που δεν έχει συννεφιά, χρωματίζουν κατά τρόπο συναρπαστικό τον ορίζοντα. Αλλά το σπουδαιότερο μάλλον και το οποίο δίνει μια μυθική έννοια στην εικόνα της Θεσσαλονίκης είναι η αχλύς, η ελαφριά καταχνιά που πλανιέται»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου