Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Πολυδούρη: Μόνο γιατί μ' αγάπησες - παράλληλα κείμενα

Edgar Allan Poe " Annabel Lee"

Ήταν χρόνια και χρόνια πολύ παλιά, ένα Βασίλειο στην ακτή,
Όπου ζούσε μια κόρη που ίσως έχετε ακουστά
Με το όνομα Άνναμπελ Μ
Κι αυτή η κόρη δεν είχε άλλη σκέψη Απ' το να την αγαπώ και να μ' αγαπά κι αυτή.
Ήταν παιδί και ήμουν παιδί Στο Βασίλειο στην ακτή,
Μα η αγάπη μας ήτανε πάνω από αγάπη Εγώ και η Άνναμπελ Λη
Με μία αγάπη που γι' αυτήν τα ουράνια Σεραφείμ Ζήλευαν εμένα κι αυτή.
Κι αυτός είν' ο λόγος που, πριν καιρό Στο Βασίλειο στην ακτή
Ένας άνεμος φύσηξε απ' της νύχτας το σύννεφο Παγώνοντας την Άνναμπελ Μ.
Έτσι ήρθαν οι ευγενείς συγγενείς της Και την πήραν για πάντα μαζί,
Να την κλείσουνε μες σε μια κρύπτη Στο Βασίλειο στην ακτή.
Οι άγγελοι, όχι τόσο ευτυχείς Φθονούσαν εμένα κι αυτή
Ναι! Αυτός είν' ο λόγος (όπως όλοι ξέρουν, Στο Βασίλειο στην ακτή)
Που ο άνεμος ήρθε απ' το σύννεφο, πάγωσε
Και σκότωσε την Άνναμπελ Λη.
Μα η αγάπη μας ήταν πιο δυνατή απ' αυτό Που νιώθανε μεγάλοι πολλοί
Που νιώθανε όλοι οι σοφοί
Κι ούτε οι άγγελοι ψηλά στον ουρανό Ούτε οι δαίμονες σ' ωκεανό Βαθύ
Μπορούν να χωρίσουν την ψυχή μου απ' την ψυχή της όμορφης Άνναμπελ Μ.
Τι το φεγγάρι όταν Βγαίνει μ' όνειρα όλο με ραίνει Της όμορφης Άνναμπελ Λη
Κι αν τ' αστέρια κρυφτούν φωτεινά θα φανούν Τα μάτια της Άνναμπελ Λη
Κι έτσι στην παλίρροια, ξαπλώνω μαζί
Με την αγάπη, αγάπη μου, γυναίκα και ζωή
Στην κρύπτη τnς εκεί στην ακτή
Στον τάφο της πλάι στην ακτή.

Μ. ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ: [ΚΑΛΕ ΜΟΥ Η ΑΝΟΙΞΗ ΕΦΤΑΣΕ...]

Καλέ μου, νοιξη φτασε. Τ βράδια μ πλαν
πς παίζει στ παράθυρο τ φωτεινή της σάρπα.
Μ τ μεσάνυχτα γροικ πο φευγαλέα περν
τ θλιβερ τραγούδι σου στ νυμφική τους ρπα.
Καλέ μου, λα γυρεύουνε γλυκ ν μ κοιμίσουν
κα ν μο πον πς σβησες γι πάντα π τ γ.
Μ λα, χωρς ν θέλουνε, σένα θ μο θυμίζουν
κι᾿ νίδεα θ μο κάνουνε τ νοσταλγία πληγή.
Καλέ μου, πς πόσβησε παντοτιν ματιά σου
π τν λιο πο λλοτε μ᾿ γάπη μοχες δείξει;
Πς γινε τσι, ν βρεθ τόσο πολ μακριά σου
κι᾿ λιος σου χθρς ν μο γεν, σκοτάδι ν μ πνίξη;
Πρν π σένα πέθαναν σα μοχες ταμένα
κ᾿ στερα χάθηκες κα σ μαζί τους, τ πι ραο.
νας κυκλώνας γύρω μου τ πάντα χει θαμμένα
κα μ᾿ χει φήσει ζωνταν μόνον γι ν σ κλαίω.

L’ INSIΒIEUSE NUIT

πόψε πλανερ νυχτι μ μέθυσε πολ ρα!
Στ παραθύρι σκεφτικός,
γλυκυτάτη αγή, γρυπν ν σ προσμένω τώρα,
μ ργήσης ν φανς, φς!
λα! Μέσα μου λάμψη σου πο θ χυθ σ γαληνι
στοιχεο συχο μοιάζει.
Σ δέχεται τσι τ νερ τσι κ᾿ σκοτεινι
τν φύλλων σ᾿ ποστάζει.
κινητστε φς, χτίδες, στ σκοτεινιασμένα
τ μάτια του καθρεφτιστά.
Τώρα πο μ τν κάθε της χτύπο καρδιά μου μένα
σιμώνει τς σκις πιστά.
Jean Moreas

BELLE SOURCE...

ραία πηγή, κάθε στιγμ θέλω ν τ θυμμαι.
Μία μέρα –μ᾿ δηγοσεν φιλία-
πόσο θωροσα εφραντικά, θεά, τ πρόσωπό σου
μισοχαμένο κάτω π τ βρύα.
ς ταν νχ μείνει ατς φίλος πο τν κλαίω,
νύμφη, στ λατρεία σου κοντά.
Νναι μιγμένος στ γεράκι κόμα πο σ᾿ γγίζει
κα στ κρυφό σου κύμα ν᾿ παντ.
Jean Moreas

Ρίλκε: «Σβήσε τα μάτια μου»
Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,
τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ‘ρθω σ’ εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου